Η γιαγιά Ελένη, άφησε ικανοποιημένη πάνω στο τραπέζι το νέο της κινητό τηλέφωνο. Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιούσε κινητό αφής και το έκανε μόνο και μόνο επειδή επέμενε η μεγάλη της εγγονή. Ήθελε να αποδείξει ότι μπορεί και με το παραπάνω! Τώρα είχε καταφέρει να στείλει με επιτυχία μήνυμα σε όλα τα παιδιά και τα εγγόνια της, για να ενημερώσει για την ώρα που θα γίνει το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς. Καμάρωνε τον εαυτό της που τα είχε καταφέρει τόσο καλά. Ή έτσι νόμιζε τουλάχιστον.
Μέσα σε λίγη ώρα έλαβε μια απάντηση. Έβαλε τα γυαλιά και προσπάθησε να θυμηθεί πάλι πώς θα βρει τα μηνύματα.
«Α! Να το! Για να δω τι λέει. Ποια είσαι, ρωτάει».
Η γιαγιά Ελένη έκανε τον σταυρό της. Τι να πει για αυτά τα παιδιά. Δεν ξέρουν να διαβάζουν; Κατά τα άλλα εκείνη δεν ήξερε από τεχνολογία.
«Η γιαγιά σου!» έγραψε και το είπε και φωναχτά με παράπονο.
«Δεν είσαι η γιαγιά μου», ήρθε γρήγορα η απάντηση. «Μάλλον έχετε κάνει λάθος».
Πάγωσε. Έκανε λάθος; Μα πώς ήταν δυνατόν; Τράβηξε κοντά της την ατζέντα με όλα τα τηλέφωνα και έψαξε να βρει το λάθος. Και, ναι, ένας αριθμός ήταν η αιτία.
«Πω, ντροπή! Τι θα σκέφτεται ο άνθρωπος! Και τώρα; Να πω συγγνώμη. Αλλά φτάνει;»
Η γιαγιά Ελένη ήταν άνθρωπος που ντρεπόταν εύκολα. Με την καλή έννοια. Είχε τσίπα. Είχε φιλότιμο. Ήθελε πάντα να είναι δίκαιη και να μην στεναχωρεί άλλον άνθρωπο. Ακόμα κι αν δεν τον ήξερε καθόλου. Κόντευε τα 70, μα ήταν ακόμη αγέρωχη και αεικίνητη. Ήταν τόσο μεγάλη η καρδιά της, που ποτέ δεν πέρασε άνθρωπος από δίπλα της και να μην τον συνδράμει. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην βοηθήσει κάποιον που είχε ανάγκη. Ακόμα και τώρα ήθελε να ετοιμάζει εκείνη τις συγκεντρώσεις της οικογένειας. Ήταν το αναμμένο κερί της εστίας. Τα φαγητά της ήταν ένα μυρωδάτο φιλί που κάποια μέρα όλοι θα αναζητούσαν με νοσταλγία. Και τώρα κάλεσε έναν άνθρωπο στο τραπέζι της. Έστω και κατά λάθος. Πώς να το πάρει πίσω;
«Συγγνώμη. Ήθελα να στείλω μήνυμα στα εγγόνια μου για το ρεβεγιόν. Αν θέλεις όμως να έρθεις, είσαι ευπρόσδεκτος!»
Πάτησε αποστολή. Και ήταν περήφανη που βρήκε το θάρρος να δώσει λίγη ζεστασιά μέσα από αυτό το ψυχρό αντικείμενο. Πόσο απρόσωπα αυτά τα μηνύματα! Αν είχε απέναντί της αυτόν τον άνθρωπο, θα τον αγκάλιαζε και θα γελούσε με το λάθος της. Θα τον έπαιρνε από το χέρι να τον φέρει στο τραπέζι της. Ούτε που θα είχε καταλάβει για πότε έκατσε και για πότε έφαγε. Έτσι ήταν αυτή η γιαγιά.
«Ναι, αμέ», ήταν η απάντηση. «Με λένε Βασιλική. Με χαρά να έρθω. Σίγουρα όμως δεν θα σας είμαι βάρος;»
«Τι ευγενικό κορίτσι», σκέφτηκε η γιαγιά και αγαλλίασε η καρδιά της. «Καθόλου βάρος. Πόσο χρονών είσαι; Αν θέλεις να έρθεις και με την οικογένειά σου!»
«Είμαι είκοσι και σπουδάζω εδώ. Η οικογένειά μου μένει μακριά».
«Ω, το παιδί! Μόνο του χρονιάρες μέρες. Τι κρίμα», σκέφτηκε και ξεκίνησε να γράφει την απάντησή της. «Έλα με έναν φίλο σου!» πρότεινε τελικά.
«Σίγουρα; Πειράζει να έρθω με το αγόρι μου;»
«Καθόλου! Ευκαιρία να τον γνωρίσω!» απάντησε σαν κλασσική γιαγιά και συνέχισε να μιλά με το κορίτσι για ώρες.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς, η γιαγιά ήταν στο πόδι πριν το πρώτο φως του ήλιου. Όσο και αν γκρίνιαζαν οι κόρες της που δεν τις άφηνε να πάνε να την βοηθήσουν, εκείνη δεν άκουγε τίποτα. Ήξερε ότι κάποια μέρα δεν θα ήταν πια μαζί τους. Όσο ζούσε ήθελε να έχει εκείνη την τιμή και την χαρά να στρώνει αυτό το τραπέζι.
«Μαμά! Καλή Πρωτοχρονιά!» η πρώτη καλεσμένη, η πρώτη κόρη. Από πίσω τα εγγονάκια, τα πιο μικρά της οικογένειας. Ντυμένα, στολισμένα και με το δώρο για την γιαγιά στο χέρι. Πήραν τα φιλιά και τα χάδια τους και ξεχυθήκαν στο σπίτι να παίξουν.
«Τι μυρίζει έτσι ωραία;» μπήκε και ο γιος της, ο μεγάλος και την αγκάλιασε.
«Η σούπα σού μυρίζει. Είναι η αγαπημένη σου. Δεν έπρεπε να φέρεις τίποτα! Άσε το μπουκάλι στο τραπέζι, σε παρακαλώ».
«Μαμά! Ήρθαμε!» ξεπρόβαλε και ο άλλος γιος με την γυναίκα και τα παιδιά του και μια μεγάλη κούτα γλυκά.
«Δεν σου είπα να μην φέρεις τίποτα;» τον μάλωσε και φίλησε πρώτα την νύφη και τα εγγόνια.
«Η μικρή έρχεται», την ενημέρωσε για την αδερφή του. «Κόλλησε στην κίνηση».
«Θα την περιμένουμε. Άντε, μην στέκεστε στην πόρτα, περάστε!»
Το σπίτι γέμισε παιδικές φωνές και γέλια και μυρωδιές από άκρη σε άκρη. Οι μεγάλοι έπιασαν την κουβέντα και η γιαγιά Ελένη επέστρεψε στην κουζίνα όπου απαγορευόταν ρητά η είσοδος σε οποιονδήποτε άλλον.
«Τον μπαμπά τον άφηνες να σε βοηθά», έφτασε και η μικρή κόρη την ώρα που έβγαζε από τον φούρνο ένα μεγάλο ταψί με ψητό.
«Ο μπαμπάς ήταν αλλιώς. Έλα, είμαστε σχεδόν έτοιμοι».
«Περιμένουμε κάποιον άλλον;»
«Θα δείτε!»
Η γιαγιά είχε σχεδόν τελειώσει με το στρώσιμο του τραπεζιού. Η αλήθεια ήταν πως ήταν τόσο γεμάτο, που κάποιες πιατέλες ισορροπούσαν η μία πάνω στη άλλη. Έβγαλε τελικά το βάζο με τα λουλούδια για να κάνει χώρο για την σαλάτα και το έβαλε πάνω στον μπουφέ. Πήρε την κορνίζα με την εικόνα του άντρα της και την έβαλε κοντά στην θέση της. Έτσι έκανε πάντα, ήθελε να τρώει και να τον βλέπει. Κανείς δεν της έλεγε κάτι, ήταν δική της απόφαση πώς θα ζει χωρίς εκείνον. Οι μεγάλοι έρωτες δεν ξεχνιούνται ποτέ, έτσι τους έλεγε.
Το κουδούνι χτύπησε και η γιαγιά τους παραμέρισε όλους για να ανοίξει εκείνη. Αντίκρυσε την κοπέλα που ήταν ακριβώς έτσι όπως την φανταζόταν. Χαμογελαστή, με μακριά καστανά μαλλιά, γλυκά μάτια, μικροκαμωμένη, σεμνή και με μια κούτα γλυκά στα χέρια. Δίπλα της στεκόταν το αγόρι της. Τον εξέτασε με το βλέμμα της η γιαγιά. Όμορφος νεαρός και ευγενικός φαινόταν. Τον ενέκρινε από μέσα της. Τους αγκάλιασε και τους κάλεσε να περάσουν.
Κάθισαν στο τραπέζι και πριν ξεκινήσουν να τρώνε, η γιαγιά έκανε τις συστάσεις και εξήγησε πώς γνώρισε την Βασιλική. Στην αρχή τους φάνηκε παράξενο, αλλά μετά σκέφτηκαν πως τελικά όλοι έχουν τα τυχερά τους. Και για την γιαγιά Ελένη ήταν μια νέα φίλη.
Έκαναν πρόποση και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους. Ευχαρίστησαν τον Θεό για όλα όσα είχαν. Κάποιες φορές ήταν λίγα και άλλες πολλά. Μα πάντα ήταν πολλοί. Αυτό ήταν το πιο σημαντικό. Πως ήταν όλοι μαζί.
«Ο σύζυγός σας είναι;» ρώτησε κάποια στιγμή ο Μάρκος, το αγόρι της Βασιλικής, βλέποντας την κορνίζα με την φωτογραφία πάνω στο τραπέζι.
«Ναι», χαμογέλασε η γιαγιά, μα δεν είπε κάτι παραπάνω, γιατί ακόμα την πονούσε να μιλά για αυτόν κι ας είχαν περάσει δέκα χρόνια που τον είχε χάσει.
«Οι μεγάλοι έρωτες δεν ξεχνιούνται ποτέ», είπε εκείνος και συνέχισε να τρώει.
«Ακριβώς!»
«Η γιαγιά μου το έλεγε».
«Σοφή η γιαγιά σου, παιδί μου», κοίταξε με νόημα τους υπόλοιπους και όλοι χαμογέλασαν.
Στο τέλος της βραδιάς, η γιαγιά ξεπροβόδισε το ζευγάρι στην πόρτα. Ήθελε τόσο πολύ να τους πει να βρεθούν ξανά, αλλά δεν ήθελε να τους φέρει σε δύσκολη θέση. Σίγουρα πέρασαν ωραία, γιατί όλο το βράδυ διασκέδαζαν και γελούσαν και έφαγαν όλο τους το φαγητό. Της έκαναν πολλά κομπλιμέντα και της έδωσαν τις καλύτερες ευχές. Αλλά ήταν νέα παιδιά και ίσως δεν έβρισκαν ενδιαφέρον να κάνουν παρέα με μια μεγάλη γυναίκα. Ίσως ήταν απλά ένα ρεβεγιόν κατά τύχη. Και τίποτα άλλο.
«Κυρία Ελένη», είπε διστακτικά το κορίτσι και την πρόλαβε πριν κλείσει την πόρτα. «Θα θέλατε να βρεθούμε ξανά;»
Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα άλλο. Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και τους πήρε αγκαλιά και τους δύο μαζί.
«Είσαστε ακριβώς όπως σας φαντάστηκα. Αυτή η χαρά, η ενέργεια, η καρδιά. Τα μαλλιά σας, η ποδιά, τα γυαλιά. Ακόμα και η φωνή σας!» είπε το κορίτσι και την ευχαρίστησε ξανά για εκείνη την τυχαία πρόσκληση που θα της άλλαζε την ζωή.
Έτσι ξεκίνησε η παρέα της γιαγιάς Ελένης με την Βασιλική και τον Μάρκο. Από εκείνο το ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς μέχρι το τέλος της ζωής της. Ήταν δίπλα τους σε όλα. Λίγα χρόνια μετά στο πτυχίο της Βασιλικής. Αργότερα στον γάμο τους, που την ήθελαν και κουμπάρα τους! Πρέπει να ήταν η γηραιότερη κουμπάρα που έγινε ποτέ. Η ίδια το έλεγε και καυχιόταν και καμάρωνε για τα παιδιά. Γρήγορα ήρθε και το μωράκι τους και η γιαγιά Ελένη ήταν από τους πρώτους που το πήραν αγκαλιά. Με την μαμά της Βασιλικής μάλιστα μιλούσαν κάθε μέρα στο τηλέφωνο. Η Βασιλική τις πείραζε ότι ήταν δική της φίλη και τελικά την έκλεψε η μαμά της.
Μα αλήθεια ήταν ότι σου έκλεβε την καρδιά η γιαγιά Ελένη. Γιατί ήταν αλέγρα και έξω καρδιά. Δεν συγκρατούσε εύκολα τα αισθήματά της, έλεγε ό,τι σκεφτόταν και σε έπαιρνε αγκαλιά χωρίς να σε ρωτήσει. Ένας χαρακτήρας αυθεντικός, παρορμητικός και αισιόδοξος. Ευχαριστήθηκε όσα είχε. Αγάπησε κάθε άνθρωπο. Έδωσε απλόχερα. Έκανε νέους φίλους. Ακόμα και σε ένα ρεβεγιόν κατά τύχη. Έζησε την ζωή της όπως ήθελε. Ζωντανή. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία.
*Καλή Πρωτοχρονιά!*
CC
