Η Μαριλένα, η Γαία, η Σοφία και η Βαΐα, ήταν παιδικές φίλες και γειτονάκια στον Γαλατά Τροιζηνίας, από τότε που ήταν μικρές. Διαφορετικοί χαρακτήρες μα και τόσο ταιριαστοί, κούμπωναν απόλυτα. Διαφορετικές οι ζωές τους μα και τόσο ίδιες, συμπλήρωναν η μία την άλλη.
Μαζί σε χαρές και λύπες, μαζί σε γάμους, γέννες, βαπτίσεις, μεγάλωμα παιδιών, εκδρομές, μαζέματα στα σπίτια, μπιρίμπα μέχρι αργά, μαζί στα ξενύχτια στην αμμουδιά, με μια μπύρα και γέλιο μέχρι δακρύων, μαζί σε αποκριάτικα πάρτι που οι μεταμφιέσεις άφηναν εποχή, μαζί στα πανηγύρια του χωριού, με χορό μέχρι το πρωί. Το πέρασμα του χρόνου τις έβρισκε το ίδιο αγαπημένες και το ίδιο τρελές, με ‘κείνη την τρέλα της νιότης που ποτέ δεν έχασαν και που με τα χρόνια μετουσιώθηκε σε τρέλα έμπνευσης και δημιουργίας. Δεν υπήρξε ποτέ τίποτα ικανό να σπάσει το “καρέ της ντάμας” όπως ονόμαζαν την τετράδα τους, παρά μόνο να τις φέρει ακόμα πιο κοντά.
Στον σύλλογο γυναικών “η Αίθρα” ένωναν τις δυνάμεις τους, την κοινή τους εσωτερική ανάγκη να προσφέρουν. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς να δείχνουν το έργο τους, βρίσκονταν όπου υπήρχε ανάγκη, όπου υπήρχε ανέχεια, όπου υπήρχε πόνος. Όχι, δεν ήταν πλούσιες με την οικονομική έννοια. Άλλωστε το να βοηθάς, να νοιάζεσαι, να δίνεσαι, δεν απαιτεί πάντα χρήμα. Απαιτεί ανοιχτή, δοτική καρδιά, απαιτεί σπίθα ψυχική και ζεστή αγκαλιά. Κι από αυτά ήταν πάμπλουτες.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και θα οργάνωναν κάτι για πρώτη φορά, κρυφά και αθόρυβα, οι τέσσερις, όπως εκείνες ήξεραν, με άπειρη αγάπη. Θα εκπλήρωναν ευχές δύο κατοίκων του Γαλατά, που η ζωή τους φέρθηκε σκληρά. Θα έκαναν το δικό τους make a wish. Απαιτούσε χρόνο και πολύ τρέξιμο, μα ήταν αποφασισμένες.
Δεν έμειναν στον τόπο τους. Χρειάστηκαν επαφές με κόσμο στην Αθήνα κι όχι μόνο, για να φέρουν εις πέρας τα σχέδιά τους. Αυτό που δεν ήξερε η καθεμία για τον εαυτό της, ήταν ότι οι υπόλοιπες τρεις θα πραγματοποιούσαν και την μεγαλύτερη δική τους επιθυμία. Γιατί ο Άγιος Βασίλης δεν είναι προνόμιο των παιδιών, αλλά όσων τον κουβαλούν μέσα τους, όσων αισθάνονται παιδιά κι ας αναγράφει η ταυτότητα την ηλικία που έχει περάσει τον πρώτο μισό αιώνα.
Ο χώρος του συλλόγου, από τα τέλη του Νοέμβρη ήταν στολισμένος με ένα ψηλό, φορτωμένο χρωματιστές μπάλες δέντρο και παντού τριγύρω γιρλάντες, φιόγκους, φωτάκια και ψεύτικο χιόνι, έκαναν την ατμόσφαιρα γιορτινή. Με ιδιαίτερη προσήλωση, οι τέσσερις φίλες μαζεύονταν κάθε μέρα, όσες περισσότερες ώρες μπορούσαν, μετά τις εργασίες τους, κλέβοντας χρόνο από την ξεκούρασή τους, από τις οικογένειές τους για να ετοιμάσουν τις εκπλήξεις.
Παραμονή Χριστουγέννων κι έφτασε η ώρα της εκδήλωσης. Οι τέσσερίς τους όλη μέρα έτρεχαν για να είναι όλα έτοιμα και είχαν αγωνία. Η αίθουσα γέμισε ασφυκτικά. Η προσέλευση του κόσμου συγκινητική. Ο μπουφές ήταν γεμάτος από χειροποίητα καλούδια των τεσσάρων, των άλλων μελών του συλλόγου, καθώς και προσφορών συγχωριανών, εκτός συλλόγου.
Τον λόγο πήρε η Μαριλένα, για να καλωσορίσει τον κόσμο και να προλογίσει την βραδιά.
– Σας ευχαριστούμε πολύ που είστε εδώ απόψε! Σας ευχαριστούμε που είστε εδώ όποτε παραστεί ανάγκη. Χωρίς εσάς, η βραδιά αγάπης, η βραδιά των ευχών, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Πάμε λοιπόν;
Το ηχηρό χειροκρότημα, οι κραυγές ενθουσιασμού και η συγκίνηση γέμισαν την αίθουσα.
– Όλοι ξέρουμε την περίπτωση της μικρής μας Χριστίνας και του τροχαίου που είχαν οικογενειακώς. Ναι, η ζωή πολλές φορές είναι απόλυτα σκληρή, ναι, η ανεπάρκεια του κράτους και τα τείχη των προϋποθέσεων που ορθώνει είναι απολύτως άδικα, μα δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να της στερήσει την ανεξαρτησία και την ποιότητα ζωής που δικαιούται. Χριστίνα, όλοι οι συγχωριανοί σου, σου εύχονται να μην αφήσεις ποτέ κανέναν να σε πείσει ότι δεν μπορείς να καταφέρεις το οτιδήποτε. Εμείς όλοι εδώ είμαστε πολύ περήφανοι για το θάρρος σου, την γενναιότητά σου και σε αγαπάμε πολύ.
Δεν μίλησε άλλο, χαμογέλασε κι έδειξε προς την έξοδο. Ο προβολέας αστραπιαία έπεσε στη γνωστή νεαρή τραγουδίστρια των επιτυχιών που συνδύαζε χορογραφίες και τραγούδι. Κρατώντας μικρόφωνο, έπαιζε καραόκε το γνωστό της χριστουγεννιάτικο χιτ και σπρώχνοντας ένα ηλεκτροκίνητο αμαξίδιο κατευθυνόταν προς την Χριστίνα, η οποία ήταν έκπληκτη! Ήταν η αγαπημένη της τραγουδίστρια και ήταν μπροστά της. Σκούπιζε τα δάκρυά της και χαμογελούσε.
Ο κόσμος επευφημούσε την καλλιτέχνιδα, χειροκροτούσε, οι γονείς της εντεκάχρονης Χριστίνας συγκινημένοι, δεν έπαιρναν τα μάτια τους από το κορίτσι τους, που μετά από ένα χρόνο ταλαιπωρίας, ένα χρόνο χειρουργείων και πόνου, ο σύλλογος γυναικών του χωριού, την έκανε αυτή τη φορά να κλάψει από χαρά. Η γνωστή τραγουδίστρια, γονάτισε δίπλα της, την αγκάλιασε, την σήκωσε στα χέρια, την έβαλε να κάτσει στο ολοκαίνουριο ηλεκτροκίνητο αμαξίδιο και το κουνούσε στο ρυθμό του τραγουδιού. Η Χριστίνα χόρευε! Κάποιες φορές ο χορός δεν χρειάζεται αρτιμελή πόδια, αλλά ψυχή. Τραγουδούσε δυνατά το χιτ του καραόκε μαζί με όλους τους παραβρισκόμενους και δεν σταμάτησε να χαμογελά. Ακολούθησαν δύο ακόμα τραγούδια δικά της, που ξεσήκωσαν τους παραβρισκόμενους και την εντεκάχρονη φανατική της θαυμάστρια και στο τέλος φωτογραφίες με ‘κείνη, τους γονείς της και τα μέλη του συλλόγου σε κλίμα χαράς και ευγνωμοσύνης.
Η Μαριλένα πήρε πάλι το μικρόφωνο για να συνεχιστεί η βραδιά.
– Έχουμε άλλη μια ευχή να πραγματοποιήσουμε! Γιώργο, τι λες; Θα ανέβεις εδώ μαζί μου;, και κοίταξε τον τριαντάχρονο υπάλληλο οδηγό θαλάσσιου ταξί, στο δρομολόγιο Γαλατά Πόρο. Ο Γιώργος όπως ξέρετε όλοι, είναι στα βαρκάκια και πάντα χαμογελαστός, ευγενικός και ευδιάθετος, κάνει καθημερινά την διαδρομή μας πιο όμορφη. Αλλά μια που είπα όμορφη! Μήπως να έρθει στην παρέα μας και η υπέροχη Αννέτα, η σύντροφός του; Η κοπέλα κοιτούσε την Μαριλένα σαστισμένη και δεν κουνήθηκε από την θέση της. Έλα, έλα, κορίτσι μου!, την ενθάρρυνε γλυκά και με την κίνηση του χεριού. Διστακτικά έκανε τα βήματα που την χώριζαν από τον Γιώργο και βρέθηκε μπροστά του, ενώ εκείνος που έλιωνε κοιτάζοντάς την, πήρε τον λόγο.
– Αγάπη μου! Δεν θα σταθώ στα δύσκολα που μας βρήκαν, στους θανάτους που μας στέρησαν τους δικούς μας ανθρώπους, στις αναποδιές, στο ότι έχασα τον προσανατολισμό μου αρκετό καιρό. Θα σταθώ στο ότι εσύ ήσουν πάντα δίπλα μου, με υπομονή και αγάπη και δεν επέτρεψες να χαθώ στα σκοτάδια μου. Ευγνωμονώ τον Θεό που σε έφερε στον δρόμο μου. Σε αγαπώ με κάθε κύτταρό μου. Θα σταθώ όμως και στο ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι. Μαριλένα, Βαΐα, Γαία, Σοφία, είστε οι φύλακες άγγελοί μου. Όταν έβρεχε δυσκολίες, γίνατε η ομπρέλα μας, η πυξίδα μας και σήμερα το αποκορύφωμα όλων. Με την παρότρυνση σας λοιπόν… Αννέτα, θέλεις να γίνεις γυναίκα μου; Γονάτισε μπροστά της και έβγαλε το κουτάκι με το μονόπετρο. Η κοπέλα δεν προλάβαινε τις εξελίξεις. Τα μάτια σε μόνιμη διαστολή.
– Πώς; Αφού…
– Τα “αφού”, τα έλυσαν τα κορίτσια εδώ. Πλήρωσαν για τους δύο πρώτους μήνες το ενοίκιο του σπιτιού που πριν δύο χρόνια σκοπεύαμε να νοικιάσουμε, έβαλαν μέσα ηλεκτρικές συσκευές, κουζινικά, κουρτίνες, κουβέρτες, όλα όσα χρειάζεται ένα νοικοκυριό και τακτοποίησαν οικονομικά το κοστούμι, το νυφικό και τις μπομπονιέρες.
– Θα σε διακόψω. Αν δεν ήταν ο κόσμος του Γαλατά να βοηθήσει, να στηρίξει, τίποτα δεν θα γινόταν. Ο καθένας από το μετερίζι του, έβαλε το λιθαράκι του. Σας ευχαριστούμε όλους πολύ! Είστε η απόδειξη ότι όλοι μαζί το λίγο μπορούμε να το κάνουμε πολύ. Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα.
– Όλους σας ευχαριστώ πραγματικά! Είμαι περήφανος που είμαι από αυτόν τον τόπο. Αλλά ξέρω, πως πίσω από όλα κρύβεστε εσείς οι τέσσερις, που κινείτε τα νήματα, που ψάχνετε τους κατάλληλους ανθρώπους, που βάζετε χρόνο και ενέργεια, που κάνετε θαύματα! Δεν είναι η Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα που κάνει τα θαύματα. Οι άνθρωποι είναι και σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου.
Η Αννέτα είπε το ναι, η συγκίνηση όλων μεγάλη, έγιναν όλοι μια μεγάλη οικογένεια, χόρεψαν, ήπιαν, ευχήθηκαν.
Λίγο μετά τις εννιά το βράδυ η αίθουσα άδειασε. Ο σκοπός της βραδιάς εκτελέσθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έμειναν μόνο οι τέσσερις φίλες για να συμμαζέψουν και είχε έρθει η ώρα για τις δικές τους εκπλήξεις, της τετράδας τους. Κάθε μία ξεχωριστά ήξερε για τις εκπλήξεις στις άλλες τρεις, αφού μαζί πάλεψαν με τον χρόνο, το χρήμα, τις αντιξοότητες, για να τις πετύχουν, αλλά όχι για την δική της.
Οι τρεις μεγαλύτερες, άνοιξαν τα χέρια τους και τύλιξαν την Γαία, την μικρότερη και τη μόνη που δεν είχε παιδιά. Το προσπάθησαν πολύ με τον σύζυγό της, χωρίς αποτέλεσμα. Ο απολογισμός, τρεις εξωσωματικές, ένα σώμα που πρήστηκε και μια ψυχή που διαλύθηκε ξανά και ξανά. Κρυφή της λαχτάρα ήταν πια να υιοθετήσει, μα δεν τολμούσε να το πει στον Μάκη. Όταν πάλευαν με τις θεραπείες, σε μια συζήτηση του είχε ξεφύγει ότι χίλιες φορές να μείνουν χωρίς παιδί παρά να πάρουν ένα ξένο και να τους κουτσομπολεύουν. Ο Μάκης πάντα υπολόγιζε την γνώμη του κόσμου και θεωρούσε ότι η κατάσταση αυτή θα τους έβαζε καθημερινά στα στόματα των συγχωριανών τους. Πόσο μάλλον τώρα που πλησίαζαν και οι δύο τα πενήντα.
– Τι έγινε ρε κορίτσια; Προς τι η αγκαλιά από τους τρεις σωματοφύλακες; Κάτι μου κρύβετε. Κάτι ετοιμάσατε έτσι; Το βλέπω στο ύφος σας.
Καθώς άνοιξαν τον κύκλο, εμφανίστηκε ο Μάκης, ξανά, ενώ υποτίθεται είχε φύγει με τον υπόλοιπο κόσμο και της έδωσε ένα φάκελο. Χωρίς να πει τίποτα, το πήρε, το άνοιξε και αφού διάβασε το περιεχόμενο, τους κοιτούσε με δακρυσμένα μάτια.
– Μωρό μου, με συγχωρείς που τόσα χρόνια υπέμεινες τις φοβίες μου και την βλακεία μου. Σου στέρησα την ευκαιρία να υιοθετήσουμε ένα παιδί που τόσο λαχταρούσες και χάσαμε πολύτιμα χρόνια. Από κάποιες όμως άκουσα, ονόματα δε λέμε, ότι ποτέ δεν είναι αργά για την αγάπη κι εμείς έχουμε να δώσουμε, κορίτσι μου. Εύχομαι η αίτηση που με προέτρεψαν οι φίλες σου να στείλουμε στο δικαστήριο, να είναι η αρχή μιας επιτυχημένης διαδικασίας. Σε αγαπώ μωρό μου.
Κι ο κύκλος της αγκαλιάς ξανά έκλεισε, δάκρυα συγκίνησης έτρεχαν από όλους και η Γαία στα πρόσωπα των φιλενάδων της έβλεπε τους μάγους με τα δώρα, που γεμίζουν τη ψυχή, που εκπληρώνουν όνειρα ζωής. Δεν είπε πολλά. Ήταν τόσο συναισθηματικά φορτισμένη. Μόνο τις κοίταξε μία μία βαθιά στα μάτια και με την παλάμη ανοιχτή στο στήθος, έγνεφε “ευχαριστώ”.
Ο κλοιός άλλαξε πρωταγωνίστρια. Στο κέντρο βρέθηκε η Μαριλένα, η καλλιτέχνης της παρέας. Νεανικό της όνειρο να ασχοληθεί επαγγελματικά με την ζωγραφική. Η ζωή όμως τις περισσότερες φορές δεν είναι ρομαντική. Με έναν γάμο και τρία παιδιά που ήρθαν μέχρι τα είκοσι οχτώ της χρόνια, έπρεπε να εγκαταλείψει τα όνειρα και να δουλέψει για να τα βγάλουν πέρα. Είχε να πιάσει κάρβουνο και πινέλα πολλά χρόνια. Με παρότρυνση των φιλενάδων τέτοια εποχή, μέσα στις γιορτές τον περασμένο χρόνο άρχισε πάλι δειλά δειλά να καταθέτει την ψυχή της ζωγραφίζοντας. Οι φίλες της πάντα πίστευαν σε ‘κείνη και το ταλέντο της και τώρα είχαν και τις αποδείξεις που θα έπειθαν και την χωρίς αυτοπεποίθηση ζωγράφο που θεωρούσε ότι δεν ήταν αντικειμενικές. Όταν είδε την Βαΐα να βγάζει έναν φάκελο από το συρτάρι του γραφείου του συλλόγου αστειεύτηκε.
– Α! Του φακέλου το κάγκελο! Τι κρύβει το δικό μου; Τι κάνατε άραγε, τρελοκόριτσα;
Όταν το άνοιξε, έδειξε απορημένη. Είχε μπροστά της κάτι που ήταν γραμμένο στα αγγλικά και το μόνο που κατάλαβε ήταν το νούμερο 4000 και το σύμβολο του δολλάριου δίπλα. Σούφρωσε χείλη και φρύδια, κρατώντας το χαρτί και με το ύφος της έδειχνε ότι χρειαζόταν κάποια να της εξηγήσει.
– Τι δεν κατάλαβες κουκλίτσα μου; Η Βαΐα το πειραχτήρι, που της το έδωσε, ανέλαβε και να της εξηγήσει, που ήξερε και τα αγγλικά καλύτερα από όλες. Είσαι το ανερχόμενο αστέρι του Λονδίνου! Στείλαμε το έργο σου στον διαγωνισμό τέχνης με μολύβι Derwent art prize και κέρδισες! Κέρδισες! Ακούς; Το έργο σου θα εκτεθεί στο Λονδίνο στον επιβλητικό χώρο gallery OXO! Θα έρθεις σε επαφή με την διεθνή κοινότητα της τέχνης. Και… το βραβείο των 4000 δολαρίων σου ανήκει!
Η Μαριλένα σε σοκ σα να μη μπορούσε να επεξεργαστεί την πληροφορία.
– Τι;;; Τι;;; Αποκλείεται!
– Αχού! Λαλίστατη!, αστειεύτηκε άλλη μια φορά η Βαΐα. Ρε είσαι αστέρι, κατάλαβέ το επιτέλους μην σε αρχίσουμε και οι τρεις στις μπούφλες!
– Καλά σου λέει ρε! Πίστεψε σε σένα έστω και το μισό από όσο πιστεύουμε εμείς σε σένα ρε χαζό. Ορίστε η απόδειξη! Να τη! Την κρατάς! Δεν σου το λέμε μόνο εμείς που επιμένεις ότι το λέμε επειδή σε αγαπάμε! Είσαι ταλεντάρα κορίτσι μου!, πρόσθεσε η Σοφία.
– Δεν το πιστεύω! Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ! Δεν το πιστεύω!
– Ουφ, τι ευγλωττία! Άστο… ζωγράφιζε καλύτερα,| πετάχτηκε το πειραχτήρι και η τετράδα ανάμεσα σε γέλια, συγκίνηση και περηφάνια χοροπηδούσαν αγκαλιασμένες.
Όταν τρία ζευγάρια μάτια συνεννοημένα έπεσαν πάνω στην Σοφία, κατάλαβε ότι είχε έρθει η δική της στιγμή.
– Τι μου ετοιμάσατε ρε; Να πανικοβληθώ; Πού είναι ο φάκελος μου;
Γέλασαν και πράγματι η Γαία έβγαλε έναν φάκελο.
– Ορίστε, πάρε κι εσύ τον φάκελό σου, για να μη κλαίς!
Αυτό που ήταν μέσα, την έκανε να αναφωνήσει “τι λες τώρα!” και να κλαίει σαν παιδί που μόλις του προσφέρανε το παιχνίδι που ζητούσε καιρό. Η Σοφία, ήταν η μόνη που δεν συμμετείχε στα τρία ταξίδια στο εξωτερικό που έκαναν τα κορίτσια μόνα τους, όλα αυτά τα χρόνια παρέας. Ούτε όταν πήγαν Μύκονο τρεις νύχτες πριν χρόνια. Τις συνόδευε στις μονοήμερες αποδράσεις μόνο. Δεν πήγαινε ταξίδια χωρίς τον Παύλο της. Γινόταν συχνά, στόχος πειράγματος γι’ αυτό το θέμα από τις φίλες της, μα ήταν κάτι που η ίδια δεν διαπραγματευόταν και που οι φίλες της σέβονταν. Ήταν κάτι σαν άγραφος νόμος ανάμεσα στο ζευγάρι να τα κάνουν όλα μαζί. Ήθελαν, να τα κάνουν όλα μαζί.
Τα ταξίδια ήταν κάτι που λάτρευαν, μα στερούνταν. Η Σοφία δεν είχε βγει ποτέ στο εξωτερικό. Ένα δάνειο από την αρχή του γάμου και ειδικά τα τελευταία χρόνια σε συνδυασμό με τον γιο να σπουδάζει και τη κόρη να ετοιμάζεται για πανελλήνιες, μόνο το ονειρεύονταν. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Συμμετείχε στην οργάνωση των ταξιδιών των φιλενάδων της και μοιράζονταν τον ενθουσιασμό τους, χωρίς ούτε μια στιγμή να σκεφτεί να πάει μόνη μαζί τους χωρίς τον Παύλο της. Είχε έρθει η ώρα λοιπόν να κάνει το πρώτο της ταξίδι. Οι φίλες της φρόντισαν γι’ αυτό.
Ο φάκελος περιείχε δύο αεροπορικά εισιτήρια για Μάλτα στο όνομά της και στου Παύλου και εκτυπωμένο το όνομα του ξενοδοχείου και την κράτηση. Το τριήμερο των Φώτων, το ζευγάρι θα το περνούσε μόνο του, στον προορισμό που συχνά αναφερόταν η Σοφία. Καθώς ήταν πάντα η πιο εκδηλωτική από όλες, τις αγκάλιασε μία μία χωριστά και αναφερόμενη σε όλες είπε ανάμεσα σε λυγμούς, “Σας ευχαριστώ! Όχι μόνο γι’ αυτό καθεαυτό το ακριβό δώρο Χριστουγέννων. Εσείς είστε το δώρο και σας ευχαριστώ που υπάρχετε. Που μοιραζόμαστε την καθημερινότητά μας, που κάνετε πιο όμορφη τη ζωή μου. Σας αγαπώ”.
– Τα λέει ωραία όμως η σκατούλα, πετάχτηκε η Βαΐα και αποφώρτησε για ακόμα μια φορά την έντονη στιγμή. Άλλωστε, συνέχισε, είμαι κι εγώ εδώ! Εγώ έμεινα! Είμαστε όμως… Πώς τα καταφέραμε να μη ξέρει η καθεμιά για την δική της έκπληξη! Μπράβο μας. Τι με περιμένει δεν ξέρω. Άντε, άντε! Τι είναι;
– Ορίστε! Το απαιτεί κιόλας! Ποια θα της το πει; Βαΐα μου δεν σου ετοιμάσαμε εσένα κάτι! Κοίτα, δεν υπάρχει φάκελος για σένα!
Οι τρεις τους κοιτάζονταν συνωμοτικά και η Βαΐα, πάνω που ξεροκατάπινε σίγουρη πια ότι δεν είχαν ετοιμάσει κάτι για εκείνη, η Μαριλένα έβαλε τα δάχτυλα στο στόμα κι έκανε το γνωστό, δυνατό της σφύριγμα. Άνοιξε η πόρτα της αίθουσας και μπήκε μέσα ή αδερφή της, με ένα μάρσιπο στο στήθος από όπου κρέμονταν δύο ποδαράκια. Οι τσιρίδες της Βαΐας ακούστηκαν σίγουρα μέχρι τον Πόρο. Η αδερφή της πριν πέντε χρόνια ακολούθησε τον άντρα της στην Αυστραλία και είχε να την δει από τότε. Δεν ήταν ένα ταξίδι που γινόταν εύκολα ούτε οικονομικά ούτε χρονικά. Η γέννηση του ανιψιού της πριν δύο μήνες της είχε δώσει απέραντη χαρά και μια αδιόρατη θλίψη που δεν μπόρεσε να τον δει, να τον αγκαλιάσει. Ναι, η τεχνολογία και η βιντεοκλήση τους έφερνε κοντά, αλλά απείχε πολύ από την επαφή, το άγγιγμα.
Η Βαΐα έτρεξε στην αδερφή της, την φιλούσε παντού, την χάιδευε, την κοιτούσε με λατρεία και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Όταν πήρε αγκαλιά τον ανιψιό της, ξαφνικά σιώπησε, ούτε η ανάσα της ακουγόταν. Τον έπιανε σαν να ήταν εύθραυστος, σα να φοβόταν να μη σπάσει στα χέρια της. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο δικό του και ρουφούσε την μυρωδιά του. Οι φίλες της μιμήθηκαν την σιωπή της και τους χάρισαν αυτές τις πολύτιμες στιγμές επαφής. Πρώτη φορά έβλεπαν την Βαΐα να μην αντιμετωπίζει με χιούμορ την κατάσταση. Το πειραχτήρι τους, είχε βυθιστεί στην ευγνωμοσύνη και η ματιά της ταξίδευε από αγαπημένο πρόσωπο σε άλλο αγαπημένο πρόσωπο.
Το όλο σκηνικό, θύμιζε παραμύθι. Τα φωτάκια, η χριστουγεννιάτικη διακόσμηση, η ζεστασιά από τα βλέμματα αγάπης, η επαφή, η ατμόσφαιρα. Εκείνη τη στιγμή, έγραφαν το δικό τους παραμύθι, που ξεκινούσε με το “μια φορά κι ένα καιρό ήταν τέσσερις φίλες” και τελείωνε με το “έζησαν όλοι καλύτερα αφού είχαν η μία την άλλη”.
Είναι ευλογία οι φίλοι. Εκείνοι που σε ξέρουν πιο καλά και από τον ίδιο σου τον εαυτό. Εκείνοι που κάνουν την κάθε μέρα σου Χριστούγεννα! Εκείνοι που γίνονται κάθε μέρα ο Άγιος Βασίλης με δώρα καρδιάς, όπως η παρουσία, η σκέψη, η αγκαλιά, η υπόσχεση ότι δεν θα είσαι ποτέ μόνος, όποια δυσκολία κι αν έρθει, η βεβαιότητα ότι η χαρά σου θα είναι και δική τους. Ευλογία οι φίλοι που δεν μένουν στα λόγια, του τύπου “θέλω να σε βλέπω να χαμογελάς”, αλλά το επιδιώκουν, γίνονται η γέφυρα για να το πετύχεις. Τι θα ήταν ο κόσμος αν δεν υπήρχαν οι φίλοι; Ένας κόσμος χωρίς Χριστούγεννα, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς νοιάξιμο, χωρίς γέλιο, χωρίς τρέλα, χωρίς συγκίνηση, χωρίς χρώμα.
Το καρέ της ντάμας, η Γαία, η Μαριλένα, η Σοφία και η Βαΐα, έμαθαν όλα αυτά τα χρόνια ότι κι αν ζωή δεν είναι ποτέ εύκολη, οι φίλοι είναι αυτοί που της πάνε κόντρα ακόμα κι όταν εμείς οι ίδιοι χάνουμε το βήμα μας, την ισορροπία μας και εκείνοι γίνονται δίχτυ προστασίας για να μην πέσουμε, για να σταθούμε όρθιοι. Οι φίλοι είναι αυτοί που ξέρουν τις ανάγκες σου και κάνουν τα αδύνατα δυνατά να τις καλύπτουν, για να σε βλέπουν χαρούμενο! Είθε στη ζωή μας να έχουμε όλοι τέτοιους φίλους.
Χρυσούλα Καμτσίκη
