“Δεν θέλω να πάω πουθενά φέτος. Αφήστε με ήσυχη. Θα κάτσω μόνη μου. Σπίτι. Ούτε Χριστούγεννα ούτε Πρωτοχρονιά θέλω να βγω”, είπε με μάτια κουρασμένα η Κίτσα και ήπιε μια γουλιά καφέ.
“Καλά ρε μαμά, όπως θέλεις. Πάντως το να μείνεις μόνη τέτοιες μέρες δεν θα σε βοηθήσει…”
“Είδα και τα προηγούμενα χρόνια, Στέφανέ μου, πώς με βοήθησε. Χωρίς τον Άγγελό μου δεν είναι τίποτα ίδιο. Γι’ αυτό αφήστε με στην ησυχία μου φέτος!”, είπε πιο αυστηρά αυτή τη φορά και έτσι έδωσε ένα νοητό τέλος στη συζήτηση.
Ο ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας τάραξε την ησυχία.
“Άσε, μαμά, πάω εγώ. Τελείωσε τον καφέ σου”, της είπε γλυκά και μετά από ένα λεπτό επέστρεψε στην κουζίνα με την εγγονή και το δισέγγονό της. Αμέσως τα μάτια της απέκτησαν χρώμα και οι ρυτίδες σαν να εξαφανίστηκαν μέσα από το χαμόγελο που αναδύθηκε στο πρόσωπό της, αγκαλιάζοντας το μικρό πλάσμα.
“Γιαγιά, τι θα κάνεις φέτος τα Χριστούγεννα;”, ρώτησε η εγγονή της
“Ααα βαλτοί είστε σήμερα; Τίποτα! Θέλω να μείνω μόνη μου!”
“Δηλαδή αν έρθουμε με τον Μανώλη και τον μικρό, δεν θα μας δεχτείς”, απάντησε με παιχνιδιάρικο ύφος η Γκέλυ
“Άλλο αυτό. Αν θέλετε να έρθετε εσείς εδώ, αλλάζει το πράγμα. Αλλά, να μαγειρέψει ο καθένας ότι του αρέσει. Εγώ μόνο μπιφτέκια για το ζουζούνι μου μπορώ να φτιάξω. Άλλες δυνάμεις δεν έχω”, είπε ενώ φίλαγε ασταμάτητα τον δισέγγονό της
“Ούτε αυτό χρειάζεται να κάνεις. Θα τα ετοιμάσουμε όλα εμείς”, της είπε ο γιος της
“Για εσάς κάντε ό,τι θέλετε. Στον μικρό μου θέλω να προσφέρω προσωπικά”
Την κοίταξαν και οι δύο με αγάπη στο βλέμμα και δεν συνέχισαν την κουβέντα.
Όντως, μετά από μια βδομάδα μαζεύτηκαν από νωρίς στο σπίτι της Κίτσας, με δύο σακούλες ο καθένας, γεμάτες εδέσματα, ποτά και γλυκά. Φέτος ήταν πιο λίγοι από ποτέ. Επτά άτομα.
Έστρωσαν το τραπέζι, έκοψαν σαλάτες, μοίρασαν τα φαγητά στα πιάτα, σέρβιραν και έκατσαν στο μικρό στρογγυλό τραπέζι. Ο εγγονός της Κίτσας (γιος του Στέφανου) σέρβιρε το κρασί. Τσούγκρισαν και ακούστηκαν ευχές για υγεία και χαρά. Τα μάτια όλων στράφηκαν ασυναίσθητα στην κεντρική καρέκλα, η οποία ήταν άδεια. Κάνεις δεν καθόταν στη θέση του παππού Άγγελου.
Η γκρίνια του μικρούλη τους έβγαλε από τις σκέψεις τους, ο οποίος ανυπομονούσε να ξεκινήσουν, γιατί το μπιφτέκι του φαινόταν πραγματικά νοστιμότατο.
Έσκυψαν πάνω από τα πιάτα τους κι έτρωγαν σιωπηλά. Για πρώτη φορά δεν μιλούσε κανείς. Τις άλλες χρονιές άκουγες μόνο βαβούρα στο τραπέζι, γέλια, παρεξηγήσεις, εντάσεις και ξανά γέλια.
Φέτος επέλεξαν να δείξουν την αγάπη τους για τον παππού και τη γιαγιά – που είχε μείνει πίσω και μαχόταν κάθε μέρα να μην χαθεί μέσα στο έρεβος της λήθης – σιωπηλά, γιατί μέσα στη σιωπή δεν μπορεί να απορρίψει κάνεις τα όσα ο καθένας αισθάνεται. Μοναχικά από τους ανεπιθύμητους συγγενείς, γιατί έτσι ένιωθαν τους δεσμούς τους πιο δυνατούς. Κλείνοντας κάπου κάπου τα μάτια, σκεπτόμενοι ότι ο παππούς ήταν εκεί, μαζί τους, και τίποτα δεν είχε τελειώσει…
Αφού ολοκλήρωσαν το γεύμα τους, μόνο τότε άρχισαν να συζητούν περί ανέμων και υδάτων, κρατώντας ο καθένας μέσα του τη στιγμή όπως ήθελε. Ακολούθησαν τα ποτά και μετά γέλια και συζητήσεις, όπως παλιά.
Η Κίτσα τους ξεπροβόδισε στο τέλος της μέρας ‘γεμάτη’ και κατευθείαν πήγε να ξαπλώσει στο διπλό κρεβάτι. Στη πλευρά του Άγγελου.
“Ήσουν ο συνδετικός μας κρίκος… και ακόμα είσαι”, είπε κοιτώντας την εικόνα του γάμου της με τον Άγγελο. Σαν να ένιωσε ένα απαλό αεράκι στο δεξί της μάγουλο. Δεν ήθελε να πιστέψει τίποτε άλλο, πέραν του ότι ήταν εκεί, μαζί τους όλη μέρα. Καθισμένος στην καρέκλα του, περήφανος για τη γυναίκα του, τα παιδιά, τα εγγόνια και τον δισέγγονό του. Κι επειδή εκείνος δεν μπορούσε να τους μιλήσει, επέλεξαν την σιωπή, ως έναν άτυπο κώδικα επικοινωνίας.
Αέναη αυτή, αέναη και η μνήμη του παππού.
Αγγελική Ανδριοπούλου
