Στο όνομα της Άννας

Ξεκούμπωσε τα τρία κουμπιά του μαύρου, μακριού παλτό που φορούσε, κάθισε στην ξύλινη καρέκλα του ακροατηρίου κι έστρωσε με νευρικές κινήσεις την καφέ φούστα της. Αναστέναξε και τοποθέτησε προσεχτικά πάνω στα πόδια της τη μαύρη τσάντα της.

Στο βάθος της αίθουσας, στα ψηλά, επιβλητικά έδρανα, βρίσκονταν ήδη καθισμένοι ο δικαστής, ο εισαγγελέας και ο γραμματέας. Όλοι σοβαροί κι ανέκφραστοι, με τα βλέμματά τους χαμένα στα χαρτιά που είχαν μπροστά τους. Ο κατηγορούμενος, φορώντας ένα σκούρο κοστούμι, καθόταν στη θέση του και δίπλα του ο δικηγόρος του, που σκυμμένος στο αυτί του, του έδινε -μάλλον- τις τελευταίες οδηγίες. Ήταν η τρίτη μέρα του κατηγορητηρίου, η μέρα που θα έδινε την απολογία του.

Η υπόλοιπη αίθουσα ήταν γεμάτη με κόσμο, δημοσιογράφους με μπλοκάκια στα χέρια, έτοιμους να καταγράψουν όσα θα άκουγαν σ’ αυτή την ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, μιας κι επρόκειτο για μία απ’ τις πιο πολύκροτες υποθέσεις της εποχής. Κι ανάμεσά τους η Μαριάννα, με σφιγμένα χείλη και μάτια θολά, σταθερά κολλημένα στον απέναντι τοίχο, εκεί, πάνω απ’ τον δικαστή, που μια παλιά εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας, την κοιτούσε θαρρείς στα μάτια, δίνοντάς της κουράγιο. Ήταν Εκείνη, το μόνο που της είχε απομείνει πια…

Δέκα μήνες. Δέκα ολόκληροι μήνες απ’ τη στιγμή που φίλησε για τελευταία φορά στοργικά το κεφάλι της Άννας, της μικρής της κόρης, την ώρα που έφευγε για το σχολείο, με την τσάντα της στην πλάτη. Την Άννα της, το φως της ζωής της. Το μόνο φως από τότε που θυμόταν την θλιβερή ύπαρξή της. Μια ύπαρξης που ήρθε σ’ αυτόν τον κόσμο κατά λάθος, που παρέμεινε ζωντανή από σπόντα, που έκανε λάθη -ολέθρια σε πολλές περιπτώσεις-, μα εκείνη, η Άννα της, έσπασε θαρρείς τον βράχο που είχε μέχρι τότε για καρδιά και της έδωσε κάτι που ποτέ της δεν είχε νιώσει, κάτι που δεν γνώριζε καν, ελπίδα…

*****

Λένε πως την τρίτη μέρα της γέννησης ενός παιδιού, το επισκέπτονται οι Μοίρες, στέκονται πάνω απ’ την κούνια του και του “πλέκουν” τη ζωή του. Οι οικογένειες των μωρών, αφήνουν γλυκά και νομίσματα τριγύρω για να τις καλοπιάσουν, πείθοντάς τους να μαλακώσουν τα δύσκολα και να φωτίσουν τα εύκολα που έχουν ήδη γράψει για εκείνο. Το πατρικό σπίτι της Μαριάννας μύριζε φόβο, πόνο, βλαστημίες και φτηνό αλκοόλ. Μάλλον κανείς δεν σκέφτηκε ν’ αφήσει στην κούνια μέλι ή ψωμί για τις Μοίρες κι ίσως γι’ αυτό “σφράγισαν” τη ζωή της με όσα άσχημα έμελλε να ζήσει.

Η Μαριάννα αναγκάστηκε να το σκάσει απ’ το σπίτι της, έφηβη ακόμη, μη αντέχοντας τη βία, την κακοποίηση και τη φτώχια. Μη αντέχοντας την έλλειψη αγάπης κι αγκαλιάς. Κι ίσως αυτή η έλλειψη, να ήταν αυτή που την οδήγησε να κάνει λάθος επιλογές, που την έσπρωχναν συνεχώς σε αδιέξοδα. Ως παιδί που δεν είχε ποτέ κάποιον ώμο να γείρει, έψαχνε ασφάλεια και σιγουριά σε ανθρώπους που το μόνο που της προσέφεραν ήταν πόνο -ακριβή αντίγραφα των γονιών της. Γιατί αν δεν σου μάθει κάποιος τι είναι αγάπη, πώς να ξέρεις να την αναζητήσεις σωστά;

Ήταν κάπου εκεί, στα είκοσι τρία της, όταν ένιωσε κάτι μέσα της να σκιρτά. Ήταν έγκυος και παρότι δεν είχε νιώσει η ίδια τη μητρική αγάπη, σαν να γύρισε ένας διακόπτης μέσα της, σαν η φύση κι όχι το μυαλό, να αποφάσισε να την οδηγήσει. Σαν τα ζώα, που ξυπνά μέσα τους το βιολογικό ένστικτο, ή ίσως το ένστικτο επιβίωσης του είδους και με τη γέννηση των μικρών τους, στέκονται φρουροί, έτοιμοι να κατασπαράξουν όποιον προσπαθήσει να τ’ αγγίξει. Έτσι ένιωθε κι η Μαριάννα για την Άννα της. Παρότι κανείς δεν στάθηκε δίπλα της, ούτε καν ο ίδιος ο πατέρας της μικρής, με την πρώτη ανάσα της, της υποσχέθηκε πως θα είναι πάντα δίπλα της, να την προσέχει, να την φροντίζει και να την αγαπά, όπως δεν της είχε μάθει κανείς να το κάνει.

Η Μαριάννα έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε για να μπορεί να έχει η Άννα, όσα η ίδια δεν είχε ποτέ σαν παιδί. Πλούσια δεν την μεγάλωνε, την μεγάλωνε όμως με αγάπη και φροντίδα κι η ίδια ήξερε καλά, πως αυτά ήταν ο πραγματικός πλούτος. Κι η Άννα, ήταν ένα παιδί τρυφερό κι ευγενικό, απόλυτα δεμένο με την μητέρα του. Κι όλα κυλούσαν καλά τα επτά χρόνια που οι δυο τους συνυπήρχαν. Θαρρείς κι επτά χρόνια, οι Μοίρες είχαν λησμονήσει όλα τα άσχημα που κάποτε ψιθύρισαν πάνω από εκείνη την παλιοκαιρισμένη κούνια…

*****

Δέκα μήνες. Δέκα ολόκληροι μήνες απ’ την τελευταία αγκαλιά, το τελευταίο βλέμμα, το τελευταίο “σ’ αγαπώ”. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της Μαριάννας σ’ αυτές τις σκέψεις, μα έσφιξε τα χείλη και κόλλησε το βλέμμα της στο δικαστή, που κήρυξε την έναρξη της διαδικασίας.

Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά αργά. Οι καταθέσεις των μαρτύρων είχαν δοθεί στην προηγούμενη ακροαματική διαδικασία. Εκείνη τη μέρα μίλησαν οι αστυνομικοί που βρήκαν το άψυχο κορμί της Άννας, εκπρόσωπος απ’ τις κοινωνικές υπηρεσίες και ο ιατροδικαστής. Οι περιγραφές του ιατροδικαστή ήταν σκληρές, τόσο, που ο δικαστής αναγκαζόταν να τον διακόπτει για να ζητά απ’ το πλήθος μέσα στην αίθουσα να κάνει ησυχία. Κι έπειτα, ήρθε η ώρα του κατηγορούμενου. Είχε φτάσει η στιγμή της απολογίας του.

Ο δικαστής, σήκωσε το βλέμμα και προσπάθησε -ανεπιτυχώς- να κρύψει την απέχθεια που ένιωθε για τον άντρα που είχε μπροστά του και που στο παρελθόν είχε διαπράξει ανείπωτες πράξεις κατά ανηλίκων. Τα ευρήματα και οι ενδείξεις, έδειχναν ξεκάθαρα πως ήταν ο ένοχος και στην περίπτωση της μικρής Άννας, ο νόμος όμως έπρεπε να τηρηθεί. Ο δικαστής, έβηξε ελαφρώς για να καθαρίσει το λαιμό του και τον κάλεσε να απολογηθεί.

Σηκώθηκε πρώτα ο δικηγόρος του και τον ακολούθησε κι ο κατηγορούμενος. Στάθηκε μπροστά στα έδρανα και χωρίς να σηκώσει το βλέμμα, κάτι ψέλλισε.

– Πιο δυνατά, κατηγορούμενε! Δεν σας ακούμε! είπε ο δικαστής αυστηρά

– Τη συνάντησα στο δρόμο. Μου είπε ότι δεν ήθελε να πάει σχολείο και μου ζήτησε να πάμε μαζί μια βόλτα… Δεν έφταιγα! Με εκβίασε! φώναξε εκείνος σχεδόν υστερικά

Στην αίθουσα επικράτησε σιωπή. Όλοι κράτησαν τις ανάσες τους στο άκουσμα αυτής της φράσης. Αυτής της αδιανόητης φράσης.

– Ποιος σας εκβίασε; ακούστηκε βαριά η φωνή του δικαστή, που ήταν προφανές πως προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία του

– Η Άννα! συνέχισε χωρίς ίχνος ντροπής. Με απείλησε πως αν δεν της δώσω χρήματα, θα πει ότι την πείραξα. Το παρελθόν μου… ξέρω ότι έκανα λάθη και κανείς δεν θα πίστευε ότι… Με εκβίασε ότι…

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του. Έξι πυροβολισμοί τον διέκοψαν. Έξι σφαίρες που καρφώθηκαν στο σκάρτο κορμί του. Έξι σφαίρες, που έκοψαν ακαριαία το νήμα της ζωής αυτού του κτήνους, που τολμούσε να δηλώνει άνθρωπος. Η Μαριάννα, κατέβασε με αργές κινήσεις το δεξί της χέρι, κρατώντας ακόμη το όπλο. Εκείνο το όπλο που φυλούσε καρτερικά στην τσάντα της δέκα ολόκληρους μήνες, περιμένοντας αυτή ακριβώς τη στιγμή.

Ο κόσμος γύρω της τσίριζε κι έψαχνε τρόπους να βγει απ’ την αίθουσα τρομαγμένος. Ο δικαστής, ο εισαγγελέας κι ο γραμματέας, είχαν κρυφτεί πίσω απ’ τα ψηλά τους έδρανα. Οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στο χώρο, έσπευσαν να πέσουν πάνω της για να την αφοπλίσουν.

Η Μαριάννα άφησε το όπλο να πέσει απ’ το χέρι της και δεν έφερε καμία αντίσταση. Κράτησε το βλέμμα της πάνω στο νεκρό κορμί, που κείτονταν στη μέση της αίθουσας και μόνο τη στιγμή που την ακινητοποίησαν για να την οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα, γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε Εκείνη. Την Βρεφοκρατούσα Παναγιά. Εκείνη, που κατάφερε να την κρατήσει ζωντανή αυτούς τους μήνες του μαρτυρίου. Γιατί μόνο αυτό είχε σημασία για την Μαριάννα, ν’ αντέξει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Για μετά, δεν την ένοιαζε. Ακόμη κι αν πέθαινε εκείνη τη στιγμή, δεν την ένοιαζε.

*****

Ο κατηγορούμενος, που είχε στο παρελθόν κατηγορηθεί για εγκλήματα κατά παιδιών, άφησε την τελευταία του πνοή σ’ εκείνη την ψυχρή αίθουσα δικαστηρίου. Η Άννα ήταν το τελευταίο του θύμα.

Η Μαριάννα δικάστηκε και καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκισης για την δολοφονία του δολοφόνου της κόρης της. Αποφυλακίστηκε μετά από 3 χρόνια, λόγω καλής διαγωγής και των ιδιαίτερων συνθηκών του εγκλήματος.

Η Άννα ήταν 7 ετών.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading