[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Η κόρη της Αλκμήνης
Του Σεραφείμ Αναστούλη
(Τεύχος Νοεμβρίου, 1899, σελ. 9-14)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Μου αρέσει πολύ η ακόλουθη ιστορία, καθώς έχει το υπερφυσικό στοιχείο και τη φρίκη που προτιμάμε σε αυτό το περιοδικό, αλλά ταυτόχρονα έχει και εκπλήξεις που δύσκολα περιμένει κάποιος. Εκτιμώ βαθύτατα τις αφηγήσεις που δίνουν φωνή και δύναμη σε γυναικείους χαρακτήρες. Στο τέλος, μπορεί να πιστέψεις ότι αυτό δεν ισχύει ακριβώς, αλλά, αν το καλοσκεφτείς, θα δεις ότι είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Ακόμα, πιστεύω ότι ο κύριος Αναστούλης, που εδώ γράφει μια λίγο πιο εκτενή ιστορία (από το διήγημα «Μια φρικιαστική ιστορία που άκουσα», Τεύχος Ιουλίου, 1898), κάνει κάτι ενδιαφέρον: σε μια σχετικά σύντομη διήγηση αλλάζει τουλάχιστον δύο φορές πρωταγωνίστρια.
Τέλος, αγαπητέ αναγνώστη, αυτή η ιστορία έχει και μια χριστουγεννιάτικη πινελιά, οπότε ταιριάζει ελαφρώς στην τακτική μας να δημοσιεύουμε τέτοιες ιστορίες αυτή την περίοδο.
Μίνα Έιμς
Υπό το φως της σελήνης και των δαυλών, μες στο κρύο χαμόσπιτό της η κυρά Αλκμήνη, που όσοι την είχαν γνωρίσει από τα μικράτα της είχαν πεθάνει, ενώ από όσους απέμεναν στο χωριό κανείς δεν θυμόταν στα σίγουρα πότε είχε γεννηθεί η εν λόγω γιαγιά, άκουσε (όπως όλοι οι χωριανοί) τις λυκίσιες κραυγές της κόρης της, της Βιργινίας, καθώς πέντε δυνατοί άντρες κρατούσαν όσο πιο προσεκτικά μπορούσαν το πανύψηλο τριχωτό κορμί της. Απέφευγαν μετά πολλών δυσκολιών και πολύ κοπιαστικά τα γαμψά νύχια της και τα κοφτερά δόντια της που προέβαλλαν από το μακρόστενο μουσούδι της, ενώ ένας έκτος άντρας έμπηγε ένα ασημένιο μαχαίρι στην καρδιά του τέρατος που είχε καταντήσει η πανέμορφη κόρη, η Βιργινία, από τότε που είχε ταξιδέψει με τον μακαρίτη τον άντρα της στη Γερμανία.
Τον Δαμιανό, έναν πάλαι ποτέ όμορφο νεαρό, τον είχαν σκοτώσει πριν από πέντε χρόνια, αφήνοντας την ακόμα έγκυο τότε Βιργινία να ζήσει και να φέρει το μωρό τους στην ζωή, ελπίζοντας πως δεν θα την είχε μολύνει με την αρρώστιά του. Όμως, ανακάλυψαν ότι δυστυχώς και η κόρη της κυρά Αλκμήνης έφερε το σημάδι του λύκου, όπως το ονόμασαν, καθώς άρχισαν και πάλι οι μυστηριώδεις εξαφανίσεις ανθρώπων κοντινών χωριών ή και οι ευρέσεις κάποιων εξ αυτών, αλλά σε πολύ άσχημη κατάσταση: με τα κορμιά τους πεταμένα στα δάση, καταματωμένα και κατακρεουργημένα από τα σαγόνια μανιασμένου θηρίου, ακριβώς δηλαδή όπως συνέβαινε και με τις επιθέσεις που έκανε κρυφά τα βράδια ο Δαμιανός.
Όσο κι αν η γριά προσπαθούσε να εξευμενίσει το πλήθος και να πείσει ότι η κόρη της δεν είχε καμία σχέση με όλα αυτά τα φρικτά γεγονότα, ήταν φανερό πως σιγά-σιγά όλο και αμφέβαλλε για την γνώμη της. Από την αρχή, φυσικά, έλεγε ότι δεν ξέρει από τέτοια πράγματα και πως ακόμα δεν μπορούσε να δεχτεί όσα είχαν γίνει με τον γαμπρό της, αλλά ήταν απαράδεκτο να κατηγορούν και την αγαπημένη της Βιργινία. Όταν της έκαναν ερωτήσεις για το πού ήταν το κάθε βράδυ η κόρη της, εκείνη μάσαγε τα λόγια της, δείχνοντας προβληματισμένη, καθώς η ίδια κοιμόταν βαριά και έτσι αδυνατούσε να πει με βεβαιότητα αν ήταν στο σπίτι ή αν είχε ξεπορτίσει στα μουλωχτά, για να καλύψει την ανώμαλη όρεξή της.
Η Βιργινία, αρχικά, προσπαθούσε κι αυτή να δικαιολογήσει τον εαυτό της, να πείσει τους πάντες πως δεν έφταιγε σε κάτι και πως ήταν άδικο να την κατηγορούν ενώ πενθούσε τον σύζυγό της και έκανε τα αδύνατα δυνατά να μεγαλώσει το παιδί τους, αλλά από ένα σημείο και μετά, ακριβώς ένα χρόνο πριν τη σημερινή αποτρόπαιη βραδιά, σταμάτησε να ασχολείται. Έπαψε να βγαίνει από το σπίτι και να έχει επαφές με τους άλλους, μένοντας μόνιμα στο σπίτι, να ασχολείται με δουλειές που έπρεπε να γίνουν και με την κόρη της που μεγάλωνε και για την οποία λυπόταν που θα ζούσε αποκομμένη από το υπόλοιπο χωριό. Άκουγε τις φωνές τους, άλλες δυνατότερες και άλλες σιγανές (έξω ακριβώς από το παραθύρι της), κατηγόριες και υπόνοιες και βλαστήμιες κατά της, αλλά πάλευε με τον εαυτό της να μην τους δώσει σημασία. Κάποια βράδια, όμως, αυτό ήταν ουσιαστικά πέραν των δυνατοτήτων της, καθώς ταλαιπωρούνταν από εφιάλτες γεμάτους αίμα και δυστυχία.
Έβλεπε ανθρώπους που δεν ήξερε, να τρέχουν μακριά της, αγκομαχώντας, αλλά ήταν ηλίου φαεινότερο ότι θα τους έπιανε, όπως και συνέβαινε, και στη συνέχεια έσκυβε από πάνω τους και τους κομμάτιαζε, βγάζοντας λυγμούς ικανοποίησης, σχεδόν ερωτικής. Ξυπνούσε μες στον ιδρώτα και ούρλιαζε και έκλαιγε, καθώς σάλια έτρεχαν από το στόμα της και το νυχτικό της κολλούσε πάνω της, νιώθοντας αηδία για τον εαυτό της. Έριχνε το κεφάλι της και παρακαλούσε τον Θεό να τη συγχωρέσει, κι ευτυχώς εκείνος της απαντούσε, βάζοντας τον άγγελό του, την κόρη της Βιργινίας, να παρηγορεί την μητέρα της, ενώ η γιαγιά Αλκμήνη ούτε που απαντούσε στα παρακάλια της.
Κι ύστερα, ούτε ένα μήνα πριν από σήμερα, εξαφανίστηκαν και βρέθηκαν σκοτωμένοι δύο άνθρωποι (ένα ζευγάρι νεαρών που είχαν βγει κρυφά από τα σπίτια τους για να συναντηθούν, μιας και οι γονείς του αγοριού και οι γονείς του κοριτσιού δεν ήθελαν να συνάψουν σχέση τα παιδιά τους). Σκοτωμένοι, δολοφονημένοι και κατακρεουργημένοι, σαν να είχε πέσει πάνω τους ολάκερη αγέλη λύκων. Αυτό ήταν το τελευταίο χτύπημα του τέρατος, αφού οι χωρικοί αποφάσισαν να ορμήσουν στο σπίτι της κυρά Αλκμήνης και να αρπάξουν τη Βιργινία και να τη σφάξουν όπως ακριβώς είχαν κάνει με τον Δαμιανό. Με εκείνον, βέβαια, είχαν δυσκολευτεί, μιας και ό,τι και να του έκαναν δεν έφερνε αποτέλεσμα (ούτε καν οι εξορκισμοί του ιερέα), συνέχιζε να αναπνέει και να αποτελεί απειλή για όλους τους, αλλά, σε μια παρέκκλιση της διαβολικής φύσης του, όταν η ανθρώπινη πλευρά του βγήκε από τον λήθαργό της, τους αποκάλυψε πώς μπορούσαν να τον σκοτώσουν: έπρεπε να καρφώσουν μια ασημένια λεπίδα στην καρδιά του. Οπότε, ένας άντρας έσπευσε με το άλογό του ως την κοντινότερη μεγάλη πόλη και βρήκε ένα κατάλληλο μαχαίρι κι έτσι απαλλάχτηκαν από εκείνο το τέρας.
Και τώρα, απαλλάσσονταν από τη σύντροφό του, έχοντας απομακρύνει την μητέρα του, την κυρά Αλκμήνη, και την κόρη του, ώστε να μην παρέμβουν. Βέβαια, η γριά ουδόλως προσπάθησε να τους αποτρέψει, πέραν της στιγμής που εισέβαλλαν στο καλύβι της και ειδικά αφότου είδε την κόρη της να αλλάζει σε αυτό το αποτροπιαστικό βδέλυγμα του Σατανά μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Η κόρη, όμως, της Βιργινίας έκλαιγε και πάλευε να ξεφύγει από τη σφιχτή αγκαλιά της γιαγιάς της, μια φανερά μάταιη προσπάθεια. Η Αλκμήνη την μάλωνε και της έλεγε ότι αυτό το πλάσμα που αργοπέθαινε δεν ήταν πια η μαμά της, όμως το κοριτσάκι δεν το πίστευε, γιατί αγαπούσε την μαμά και η μαμά ήταν πάντα καλή μαζί της, σε αντίθεση με την γιαγιά που ήταν μόνιμα αυστηρή και τη μάλωνε.
Ο λυκάνθρωπος, όπως το αποκαλούσαν μετά την έρευνα που είχε κάνει ο ιερέας για τη σχετική λαογραφία της Γερμανίας και άλλων χωρών, ούρλιαζε συνεχώς, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν όσο περνούσε η ώρα, ενώ σύντομα έπαψε να μάχεται και ακούμπησε στα ανακατωμένα, ματωμένα σεντόνια. Λίγο πριν ξεψυχήσει, η Βιργινία, όντας ακόμα μεταμορφωμένη, γύρισε πρώτα προς την κόρη και έπειτα προς την μητέρα της. Φάνηκε να δακρύζει, ενώ έβγαλε δύο ήχους: έναν που έμοιαζε με θρηνητικό κλαψούρισμα, σαν αυτά που βγάζουν τα κουτάβια όταν τα χτυπάνε τα αφεντικά τους, και έναν άλλο, που οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι δεν κατάλαβαν σίγουρα, αλλά όλοι έπαιρναν όρκο ότι ήταν ανθρώπινη λαλιά. Μια λέξη, αλλά ποια ακριβώς… δεν ήξεραν.
Οι μόνες που κατάλαβαν ήταν η γριά και η κόρη της Βιργινίας.
Ψεύτρα, αυτό είχε ψελλίσει η νεκρή.
Όπως είχαν κάνει και με το λυκίσιο κορμί του Δαμιανού, έκαναν και με αυτό της Βιργινίας πριν καν ξημερώσει: χωρίς τη συνοδεία της Αλκμήνης και της εγγονής της, έκαψαν και έθαψαν τα αποκαΐδια μακριά από το χωριό, βαθιά μέσα στο δάσος. Ο ιερέας διάβασε τις ευχές που θεωρούσε ότι ταίριαζαν στην περίπτωση και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους, με σκοπό να ξεχάσουν όσα έγιναν, ελπίζοντας πως η κόρη του ζευγαριού των λυκανθρώπων δεν θα είχε μολυνθεί και αυτή.
Πέρασαν λίγα χρόνια, κατά τα οποία δε συνέβη κανένα περιστατικό με εξαφάνιση ή και δολοφονία ανθρώπου στην ευρύτερη περιοχή. Κατά καιρούς, οι άντρες που κυνηγούσαν έβρισκαν σκοτωμένα ζώα, αλλά δεν ανησύχησαν, μιας και στα δάση υπήρχαν θηρευτές, λύκοι (κανονικοί λύκοι), αλεπούδες και αρκούδες. Επίσης, η υποψία προς την νεαρά Σωτηρία, την κόρη της Βιργινίας, χανόταν όσο περνούσε ο καιρός, αφού έμοιαζε ένα φυσιολογικό κορίτσι, ατίθασο και κακομαθημένο από την μητέρα της, το οποίο μόνιμα αντιμαχόταν την γιαγιά της. Αλλά η μαυροντυμένη κυρά Αλκμήνη, αντιμετώπιζε την εγγονή της σχεδόν σαν να μην της ήταν μια μικρή τύραννος, λέγοντας σε όλους πόσο πολύ αγαπούσε αυτό το παιδί και πως ποτέ δεν θα το έβλαπτε. Ή τουλάχιστον, αυτό πίστευαν οι άλλοι συγχωριανοί, γιατί δεν τις έβλεπαν συχνά στο χωριό, αφού εκείνες έφευγαν κατά διαστήματα για την Αθήνα, «για να δει η μικρή και την άλλη της γιαγιά, από την οποία πήρε και το όνομά της», όπως έλεγε η γριά.
Ωστόσο, από καιρού εις καιρόν, οι εφημερίδες είχαν κάποιο άρθρο για τις μυστηριώδες απαγωγές και τους φρικιαστικούς θανάτους ανθρώπων σε διάφορες περιοχές της χώρας, αλλά οι κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού θα αργούσαν να συνειδητοποιήσουν πως αυτά τα εγκλήματα συνέβαιναν σε μέρη ανάμεσα στο δικό τους χωριό και στην πρωτεύουσα και μάλιστα όταν η Αλκμήνη με την εγγονή της είχαν πάει στην άλλη γιαγιά.
Κι όταν το κατάλαβαν, συζητώντας το, συνειδητοποίησαν κάτι ακόμα, το οποίο οδήγησε και σε άλλη δυσάρεστη σκέψη, που τους προκάλεσε ανείπωτη φρίκη. Μετά από πολλές διαφωνίες, αποφάσισαν ότι έπρεπε να κάνουν κάτι για αυτό το κακό.
Έτσι, μια κρύα χριστουγεννιάτικη βραδιά, που κανονικά θα την περνούσαν μαζί με τις οικογένειές τους στα σπιτικά τους, προετοιμαζόμενοι για την πρωινή λειτουργία στον ναό, έστησαν καρτέρι στην Αλκμήνη και την Σωτηρία, οι οποίες επέστρεφαν στο χωριό από μία ακόμα εξόρμηση στην Αθήνα. Τις έπιασαν ενώ μόλις είχαν μπει στο σπίτι, απομάκρυναν τη μία από την άλλη και πέντε γεροδεμένοι άντρες γράπωσαν τη γριά Αλκμήνη και προσπάθησαν να την καθηλώσουν στο κρεβάτι της, τη στιγμή που ο έκτος ετοίμαζε το ασημένιο μαχαίρι. Ο ιερέας ήταν αυτός που κρατούσε μακριά την Σωτηρία, διαβεβαιώνοντάς τη πως πλέον τα ήξεραν όλα: η γιαγιά της είχε μολυνθεί κι αυτή από τον Δαμιανό και μπορούσε να ζει τόσα πολλά χρόνια και έκανε όλους αυτούς τους φόνους. Ο παπάς προσπάθησε να παρηγορήσει το εικοσάχρονο πλέον κορίτσι, που ζούσε μες στον τρόμο τόσα πολλά χρόνια, ενώ η γιαγιά της (χωρίς να έχει μεταμορφωθεί) έκλαιγε λίγο πιο πέρα, παριστάνοντας την ανήμπορη, ένα κόλπο που τελικά έπιασε και οι άντρες, αβέβαιοι, χαλάρωσαν τις λαβές τους.
Υπήρξε μια στιγμή που όλοι φάνηκαν να σκέφτονται μήπως έκαναν λάθος, και τότε ήταν που η Αλκμήνη, χωρίς καταπίεση, άλλαξε και έγινε το αδηφάγο τέρας που όλοι έτρεμαν και άρχισε να ξεσκίζει τα χέρια των αντρών, οι οποίοι άρχισαν να φωνάζουν και να κλαίνε, προσπαθώντας μάταια εκείνοι τώρα να απεγκλωβιστούν από το τέρας. Όσες γυναίκες παρευρίσκονταν, είδαν μπροστά τους νεαρά παλικάρια να μένουν χωρίς άκρα, ενώ ο ιερέας, βλέποντας πως ο λυκάνθρωπος έριχνε συχνές ματιές προς τη Σωτηρία, αποφάσισε να φυγαδεύσει την κοπέλα, οπότε γύρισε να της μιλήσει και βρέθηκε να αντικρίζει το τεράστιο μισό-λυκίσιο, μισό-ανθρώπινο κορμί της νεαρής. Σκέφτηκε ότι τελικά είχαν κάνει λάθος να ξεχάσουν την πιθανότητα να έχει περάσει και στο αίμα του παιδιού η φύση των γονιών του, κι αυτό θα στοίχιζε τη ζωή όλων τους. Σκέφτηκε, επίσης, πως σε αυτές τις υποτιθέμενες εκδρομές στην Αθήνα, όλοι εκείνοι οι φόνοι πρέπει να γίνονταν και από τις δύο, όχι μόνο από την Αλκμήνη.
Αλλά έκανε και πάλι λάθος, κι αυτό το κατάλαβε, όπως όλοι τους, αυτή τη χριστουγεννιάτικη βραδιά.
Η Σωτηρία όχι μόνο δεν επιτέθηκε σε άλλον συγχωριανό της, αλλά όρμησε στην γιαγιά της, αφού πρώτα άρπαξε το ασημένιο μαχαίρι. Η Αλκμήνη, που ήταν απασχολημένη να γεύεται τη σάρκα ενός άτυχου νέου, δεν πρόφτασε να δει την εγγονή της, παρά ένιωσε ένα σπρώξιμο που τις έφερε πρόσωπο με πρόσωπο και έπειτα το θανατηφόρο χτύπημα που διαπέρασε το δέρμα και την καρδιά της. Άφησε τον άντρα και σωριάστηκε στο κρεβάτι ανάσκελα, αφήνοντας την τελευταία της πνοή με μια ανθρώπινη φράση: Έπρεπε να σε είχα σκοτώσει.
Όταν το ένα τέρας πέθανε, το άλλο έβγαλε από την πληγή το μαχαίρι και το πρότεινε στους άλλους κατοίκους, κοιτάζοντάς τους που στέκονταν σε απόσταση. Όλοι τους είδαν τους μορφασμούς πόνου, καθώς το ασήμι πλήγιαζε τη γροθιά του λυκανθρώπου. Κι όλοι τους άκουσαν την ερώτηση που τους έθεσε με την ανθρώπινη φωνή του: Ποτέ δεν χτύπησα, ούτε σκότωσα, ούτε καν γεύτηκα τη σάρκα κάποιου, όσο κι αν με προκαλούσε η γριά. Κάποια ζώα μόνο, και μόνο από ανάγκη, αλλά ποτέ άνθρωπο. Οπότε μπορώ να ζήσω ανάμεσά σας, χωρίς να βλάψω κανέναν, ή θα με σκοτώσετε;
Άργησαν, αλλά εντέλει της απάντησαν.
Ο ιερέας πήρε το μαχαίρι από το χέρι του λυκανθρώπου και έφυγε από το σπίτι. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι. Άφησαν τον ένα λυκάνθρωπο, τον ζωντανό, με τον άλλο, τον νεκρό. Δε χρειαζόταν να πάρουν το πτώμα της γριάς. Η εγγονή της, που σίγουρα θα πεινούσε, θα το φρόντιζε κατάλληλα.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σεραφείμ Αναστούλης γεννήθηκε το 1856 στην Τρίπολη, όμως ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Από μικρός έδειξε μεγάλη αγάπη για τα παραμύθια του τόπου του, αλλά και για ιστορίες που έλεγαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες για να συνετίσουν τα άτακτα παιδιά.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Η ιστορία προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
