Σχεδόν μαζί (Μέρος 1ο)

Η αρχή
Το πρωί μπήκε στο σπίτι αθόρυβα, πριν ακόμα ανοίξουν τα μάτια τους.
Η Αλεξάνδρα το ένιωσε στο φως που γλίστρησε λοξά στον τοίχο της κουζίνας, εκεί όπου δεν είχαν βάλει ποτέ κάδρο, σαν να φοβήθηκαν κάποτε ότι θα έπρεπε να αποφασίσουν τι άξιζε να μείνει.

Περπάτησε ξυπόλυτη μέχρι τον πάγκο και άφησε την τσάντα της στην καρέκλα, όπως κάθε μέρα. Έβαλε νερό στον βραστήρα και άνοιξε το παράθυρο όσο χρειαζόταν για να μπει αέρας. Της άρεσαν τα πρωινά που δεν ζητούσαν τίποτα. Μόνο να συμβούν.

Ο Βλαδίμηρος εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας λίγο αργότερα, με το πουκάμισο κουμπωμένο βιαστικά, ένα κουμπί πιο κάτω απ’ όσο έπρεπε. Στάθηκε για λίγο εκεί, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί αν είχε ξεχάσει κάτι.

«Θες καφέ;» τον ρώτησε η Αλεξάνδρα χωρίς να τον κοιτάξει.

«Ναι»

Έβγαλε δύο φλιτζάνια από το ντουλάπι. Ήταν ίδια, απλά, με μια λεπτή ρωγμή στο χείλος του ενός. Κάποτε είχαν πει να τα αλλάξουν. Δεν το έκαναν ποτέ και κανείς δεν θυμόταν πια γιατί.

Ο ήχος του βραστήρα γέμισε τον χώρο για λίγο. Ο Βλαδίμηρος διόρθωσε το κουμπί του πουκαμίσου του χωρίς να το σχολιάσει. Εκείνη το πρόσεξε, αλλά δεν είπε τίποτα. Υπήρχαν κινήσεις που είχαν μάθει να γίνονται χωρίς μάρτυρες.

«Τι ώρα θα φύγεις;», τη ρώτησε.

Η Αλεξάνδρα έσπρωξε το φλιτζάνι προς το μέρος του. Τα χέρια τους ακούμπησαν για μια στιγμή που δεν είχε διάρκεια, μόνο μνήμη.

«Σε λίγο»

«Θα αργήσεις;»

Σκέφτηκε να κοιτάξει το ρολόι. Δεν το έκανε.

«Όχι πολύ»

Ο καφές ήταν ζεστός. Το κατάλαβε από τη μικρή γκριμάτσα που έκανε εκείνος στην πρώτη γουλιά.

«Ζεστός», είπε.

«Έτσι πίνεται»

Χαμογέλασαν κι οι δύο, σχεδόν ταυτόχρονα, σαν να είχαν συμφωνήσει σιωπηρά ότι αυτό αρκούσε.

Κάθισε απέναντί του. Το τραπέζι ήταν μικρό, αλλά ποτέ δεν ένιωθε ότι πλησίαζαν πολύ. Υπήρχε πάντα χώρος για πράγματα ανάμεσά τους, κλειδιά, κινητά, χαρτιά που δεν πετούσαν ποτέ αμέσως.

«Θα περάσω από το σούπερ μάρκετ το απόγευμα», είπε εκείνος. «Θες κάτι;»

Για μια στιγμή σκέφτηκε να του πει πως δεν ήξερε τι ήθελε. Δεν το είπε.

«Όχι. Πάρε ό,τι λείπει»

Έγνεψε καταφατικά και σημείωσε κάτι στο κινητό του. Δεν τη ρώτησε τι έλειπε. Δεν τη ρώτησε ποτέ.

Σηκώθηκαν σχεδόν μαζί. Εκείνη πήρε την τσάντα της από την καρέκλα, εκείνος τα κλειδιά. Στάθηκαν μπροστά στην πόρτα, δίπλα-δίπλα, σαν να περίμεναν κάτι ακόμα να συμβεί, κάτι που δεν ερχόταν πια.

«Τα λέμε το βράδυ», είπε.

«Ναι»

Η πόρτα έκλεισε πίσω του χωρίς θόρυβο.
Η Αλεξάνδρα έμεινε για λίγο ακίνητη, με την τσάντα στον ώμο. Το σπίτι είχε ξαναβρεί τη σιωπή του, σαν να μην είχε ταραχτεί καθόλου.

Γύρισε στην κουζίνα, πήρε το άδειο φλιτζάνι του και το άφησε στον νεροχύτη. Έπειτα στάθηκε για λίγο μπροστά στον άδειο τοίχο, εκεί όπου το φως έπεφτε ακόμα λοξά.

Δεν βιαζόταν. Το πρωί είχε μόλις αρχίσει, και μαζί του, όλα όσα δεν ήξερε ακόμα πώς να ονομάσει.

Η Αλεξάνδρα έφτασε στη δουλειά λίγο νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Το κτίριο δεν είχε γεμίσει ακόμα· οι διάδρομοι κρατούσαν εκείνη τη σιωπή που υπάρχει μόνο πριν ξεκινήσουν όλα, όταν τίποτα δεν έχει ακόμα απαιτήσεις.

Άφησε την τσάντα της στην καρέκλα και άνοιξε τον υπολογιστή. Το φως της οθόνης άναψε αργά, σαν να ήθελε κι αυτό λίγο χρόνο. Μέχρι να φορτώσει το σύστημα, έβγαλε το παλτό της και το κρέμασε προσεκτικά. Της άρεσε να τακτοποιεί τα πράγματα πριν αρχίσει. Ένιωθε ότι έτσι έβαζε μια σειρά και μέσα της.

Στο inbox την περίμεναν λίγα μηνύματα. Τα περισσότερα αναμενόμενα. Ένα, όμως, δεν το αναγνώρισε αμέσως.

Το άνοιξε χωρίς βιασύνη. ‘Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα χθες. Νομίζω ότι η κουβέντα μας άξιζε τον χρόνο. Να το συνεχίσουμε.’

Διάβασε το μήνυμα άλλη μία φορά. Και άλλη μία. Δεν υπήρχε αποστολέας που να της λέει κάτι παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Ένα όνομα κοινό. Μια υπογραφή διακριτική. Τίποτα ύποπτο. Και όμως, κάτι δεν ταίριαζε.

Κοίταξε την ημερομηνία. Χθες.

Χθες δεν είχε γνωρίσει κανέναν.

Απάντησε σχεδόν μηχανικά. ‘Φοβάμαι ότι κάνετε κάποιο λάθος. Δεν νομίζω ότι έχουμε συναντηθεί.’

Έμεινε να κοιτά την οθόνη μέχρι που το μήνυμα στάλθηκε. Δεν ένιωσε αναστάτωση. Περισσότερο μια μικρή ενόχληση, σαν όταν φοράς κάτι που σου πάει αλλά δεν είναι δικό σου.

Το τηλέφωνο χτύπησε λίγο αργότερα. Άγνωστος αριθμός.

Το άφησε να χτυπήσει δύο φορές πριν απαντήσει.

«Ναι;»

«Αλεξάνδρα;»

Η φωνή ήταν ήρεμη, σίγουρη. Όχι πιεστική.

«Ναι»

«Είμαι ο Πέτρος. Μιλήσαμε χθες στο δείπνο. Μου είπες να σε πάρω σήμερα»

Υπήρξε μια παύση. Όχι από τη μεριά του.

«Νομίζω ότι υπάρχει κάποιο μπέρδεμα,» είπε τελικά. «Δεν ήμουν σε κανένα δείπνο χθες.»

Σιωπή. Έπειτα ένα ελαφρύ γέλιο, περισσότερο αμήχανο παρά αστείο.

«Είσαι σίγουρη;»

Η ερώτηση δεν ήταν αμφισβήτηση. Ήταν βεβαιότητα μεταμφιεσμένη.

«Ναι»

«Μα… ήσουν εκεί. Με την παρέα της Ελεονώρας»

Το όνομα έμεινε στον αέρα για λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται μια λέξη για να ακουστεί.

Η Αλεξάνδρα ένιωσε κάτι να μετακινείται ανεπαίσθητα μέσα της. Όχι φόβο. Όχι πανικό. Μια ξαφνική επίγνωση, σαν να είχε ανοίξει ένα παράθυρο χωρίς να φυσήξει αέρας.

«Δεν γνωρίζω καμία Ελεονώρα», είπε.

Η σιωπή αυτή τη φορά ήταν πιο βαριά.

«Τότε… συγγνώμη. Προφανώς έκανα λάθος»

«Δεν πειράζει»

Έκλεισαν το τηλέφωνο σχεδόν ταυτόχρονα.

Η Αλεξάνδρα έμεινε ακίνητη στην καρέκλα της, με το ακουστικό ακόμα στο χέρι. Γύρω της ο χώρος άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει ήχους, βήματα, φωνές, συρτάρια που άνοιγαν. Όλα έμοιαζαν όπως πάντα.

Άνοιξε ξανά το email. Το διάβασε προσεκτικά, σαν να περίμενε να της αποκαλυφθεί κάτι που πριν δεν είχε δει. Δεν υπήρχε τίποτα παραπάνω. Μόνο εκείνη η αίσθηση ότι κάποιος την είχε μπερδέψει με μια άλλη εκδοχή της.

Δεν έσβησε το μήνυμα.
Ούτε απάντησε ξανά.

Έκλεισε τον υπολογιστή για λίγο και έμεινε να κοιτά το παράθυρο. Έξω, η πόλη είχε αρχίσει κανονικά. Οι άνθρωποι πήγαιναν στις δουλειές τους, χωρίς να ξέρουν ότι κάπου, ανάμεσά τους, είχε ανοίξει μια μικρή ρωγμή.

Δεν ήξερε ακόμα τι σήμαινε.
Ήξερε μόνο ότι δεν την άφηνε αδιάφορη.

Το απόγευμα τη βρήκε στο σπίτι.
Είχε γυρίσει νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, σαν να μην άντεχε άλλο τους ήχους της ημέρας. Έβγαλε τα παπούτσια στην είσοδο και άφησε την τσάντα στον καναπέ, χωρίς να την ανοίξει. Το σπίτι ήταν ήσυχο, με εκείνη τη σιωπή που δεν σε ξεκουράζει αμέσως, πρέπει πρώτα να την αντέξεις.

Στάθηκε για λίγο στο παράθυρο του σαλονιού. Ο δρόμος κάτω συνέχιζε κανονικά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Κι όμως, από το πρωί, κάτι είχε μετακινηθεί ανεπαίσθητα μέσα της, σαν σκέψη που δεν είχε ακόμα βρει λέξεις.

Το κινητό της δόνησε πάνω στο τραπέζι. Άγνωστος αριθμός. Το πήρε στα χέρια της χωρίς βιασύνη. ‘Καλησπέρα. Είμαι η Ελεονώρα. Χθες έγινε ένα μπέρδεμα με ένα όνομα σε μια συνάντηση. Κατάλαβα ότι σε αφορούσε. Δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση, απλώς να σου πω ότι δεν ήταν σκόπιμο. Αν θες, μπορούμε να το δούμε από κοντά.’

Η Αλεξάνδρα διάβασε το μήνυμα αργά.
Το «χθες» στάθηκε περισσότερο απ’ όλα. Έδενε ακριβώς με τον τόνο της φωνής στο τηλέφωνο, με τη βεβαιότητα του άγνωστου ανθρώπου που την είχε καλέσει το πρωί.

Ακούμπησε το κινητό στο τραπέζι και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε νερό στο μπρίκι, περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη. Η κίνηση τη βοήθησε να σκεφτεί.

Δεν ήξερε ποια ήταν η Ελεονώρα.
Δεν ήξερε ποιος ήταν ο Πέτρος.
Ήξερε μόνο ότι, κάπου χθες το βράδυ, μια άλλη Αλεξάνδρα είχε καθίσει σε ένα τραπέζι όπου η ίδια δεν είχε πάει ποτέ.

Γύρισε στο σαλόνι και πήρε ξανά το κινητό. ‘Δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω τι συνέβη’, έγραψε. ‘Αλλά μπορώ να συναντηθώ μαζί σας.’

Η απάντηση ήρθε γρήγορα, σαν να την περίμενε. ‘Χαίρομαι. Αύριο νωρίς το απόγευμα. Θα είναι κι άλλοι, μην το σκεφτείς σαν εξήγηση. Περισσότερο σαν συνέχεια.’

Η λέξη συνέχεια την ενόχλησε και ταυτόχρονα την τράβηξε. Δεν της άρεσε να συνεχίζει πράγματα που δεν είχε ξεκινήσει η ίδια. Κι όμως, δεν ένιωσε την ανάγκη να αρνηθεί.

Άφησε το κινητό στο τραπέζι και κάθισε στον καναπέ χωρίς να ανάψει φως. Το δωμάτιο σκοτείνιασε αργά, σαν να της έδινε χρόνο.

Δεν είχε αποφασίσει τι ακριβώς έκανε. Είχε μόνο κάνει κάτι που δεν της ήταν πια αυτονόητο: δεν είχε πει όχι αμέσως.

Την επόμενη μέρα, όλα κύλησαν όπως πάντα, μέχρι τη στιγμή που δεν ακολούθησε τη συνηθισμένη της διαδρομή. Η Αλεξάνδρα έφτασε λίγο πριν την ώρα που είχαν πει. Ο χώρος δεν της ήταν γνώριμος, αλλά δεν ένιωσε ξένη. Περισσότερο σαν να είχε αργήσει σε κάτι που γινόταν ήδη χωρίς εκείνη.

Η Ελεονώρα στεκόταν κοντά στην είσοδο, μιλώντας με δύο άτομα. Την αναγνώρισε αμέσως, όχι από την εμφάνιση, αλλά από τον τρόπο που κρατούσε το σώμα της. Σαν να μην ζητούσε άδεια για τον χώρο που καταλάμβανε.

«Αλεξάνδρα;», είπε μόλις τη είδε. Η φωνή της ήταν ζεστή, χωρίς περιέργεια.

«Ναι»

«Χαίρομαι που ήρθες.»

Δεν υπήρξε εξήγηση. Ούτε αναφορά στο μπέρδεμα. Η Ελεονώρα έκανε ένα μικρό νεύμα προς τον χώρο, σαν να της έλεγε είσαι εντάξει εδώ.

Η Αλεξάνδρα στάθηκε για λίγο παρατηρώντας. Ο κόσμος μιλούσε εύκολα, χωρίς την αμηχανία των πρώτων συναντήσεων. Κανείς δεν την κοίταξε επίμονα. Κανείς δεν της ζήτησε να πει ποια είναι.

Τον πρόσεξε χωρίς να ξέρει γιατί.

Ο Μάξιμος στεκόταν λίγο πιο πίσω από το κέντρο της παρέας, αλλά τίποτα πάνω του δεν έμοιαζε διστακτικό. Μιλούσε σε χαμηλό τόνο, με κινήσεις μετρημένες, σαν να ήξερε από πριν πού τελειώνει κάθε κουβέντα. Όταν γελούσε, το έκανε με μια καθυστέρηση σχεδόν ανεπαίσθητη, πρώτα σκέψη, μετά αντίδραση.

Η Ελεονώρα πλησίασε.

«Μάξιμε, να σου γνωρίσω την Αλεξάνδρα»

Εκείνος γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε χωρίς βιασύνη. Όχι εξεταστικά, όχι αδιάκριτα. Σαν να ήθελε απλώς να την τοποθετήσει σωστά στον χώρο.

«Χάρηκα», είπε.

«Κι εγώ»

«Κρασί;» συνέχισε, ήδη απλώνοντας το χέρι προς το μπουκάλι. «Έχω ανοίξει κάτι καλό. Αν δεν σου αρέσει, θα το θεωρήσω προσωπική αποτυχία»

Η φράση ήταν αστεία, αλλά ειπωμένη χωρίς προσπάθεια. Η Αλέξανδρα χαμογέλασε.

«Ας το ρισκάρουμε»

Γέμισε το ποτήρι της προσεκτικά, όχι μέχρι επάνω. Το σήκωσε πρώτος.

«Στα πράγματα που αξίζουν χωρίς να φωνάζουν», είπε.

«Και στα υπόλοιπα;» ρώτησε εκείνη, σχεδόν πριν το σκεφτεί.

Την κοίταξε για μια στιγμή παραπάνω.

«Στα υπόλοιπα, έχω μια αδυναμία. Θέλω να πηγαίνουν όπως τα έχω στο μυαλό μου»

Δεν το είπε απολογητικά. Ούτε αλαζονικά. Σαν απλή παραδοχή.

Η κουβέντα κύλησε χωρίς να την κατευθύνει. Ο Μάξιμος μιλούσε με χιούμορ κοφτό, έξυπνο, χωρίς να επιδιώκει εντυπωσιασμό. Όταν κάποιος τον διέκοπτε, σταματούσε. Όταν ήθελε να συνεχίσει, το έκανε. Δεν υπήρχε ένταση σε αυτό, μόνο έλεγχος.

«Δεν μιλάς πολύ», της είπε κάποια στιγμή.

«Μιλάω όσο χρειάζεται»

«Καλό αυτό», απάντησε. «Οι περισσότεροι μιλάνε για να μη μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους.»

Δεν ένιωσε ότι την φλέρταρε. Ένιωσε ότι την υπολόγιζε.

Όταν σηκώθηκε να φύγει, το έκανε χωρίς προειδοποίηση, σαν να είχε ολοκληρωθεί κάτι μέσα του.

«Χάρηκα», είπε ξανά.

«Κι εγώ»

Την κοίταξε σαν να ήθελε να προσθέσει κάτι, αλλά δεν το έκανε. Έκανε ένα μικρό νεύμα περισσότερο προς τον εαυτό του και απομακρύνθηκε.

Η Αλεξάνδρα έμεινε για λίγο με το ποτήρι στο χέρι. Δεν ένιωθε ενθουσιασμό. Ούτε προσμονή. Μόνο μια αίσθηση καθαρή και ανήσυχη, σαν να είχε μετακινηθεί ελαφρά από τη θέση της χωρίς να το έχει αποφασίσει.

Κατάλαβε τότε ότι δεν την είχε τραβήξει εκείνος. Την είχε τραβήξει ο τρόπος που στεκόταν μέσα στον χώρο, σαν κάτι που εκείνη είχε ξεχάσει ότι μπορούσε να κάνει.

Τις επόμενες μέρες, όλα συνέχισαν κανονικά. Αυτό ήταν το πιο παράξενο: δεν υπήρχε τίποτα που να δείχνει ότι κάτι είχε αλλάξει.

Η Αλεξάνδρα ξυπνούσε την ίδια ώρα, έφευγε για τη δουλειά με τον ίδιο τρόπο, καθόταν στο ίδιο γραφείο. Οι ώρες κυλούσαν με την ίδια ακρίβεια, σαν να μην είχε μπει τίποτα ανάμεσα. Κι όμως, υπήρχε πια μια λεπτή μετατόπιση, όχι στις πράξεις, αλλά στον τρόπο που τις παρατηρούσε.

Ο Βλαδίμηρος μιλούσε για τη μέρα του όπως πάντα. Για πράγματα πρακτικά, για ανθρώπους που δεν είχαν πρόσωπο πέρα από τον ρόλο τους. Εκείνη άκουγε, απαντούσε όταν χρειαζόταν, κουνούσε το κεφάλι στα σωστά σημεία.

«Όλα καλά;», τη ρώτησε ένα βράδυ, σχεδόν αφηρημένα.

«Ναι»

Η λέξη βγήκε εύκολα. Ήταν η αλήθεια, απλώς όχι ολόκληρη.

Δεν ένιωθε ενοχή. Ούτε σύγκρουση. Μόνο αυτή τη νέα αίσθηση ότι κάτι μπορούσε να είναι διαφορετικό, χωρίς να έχει αλλάξει ακόμα.

Η Ελεονώρα εμφανιζόταν σποραδικά. Όχι με επιμονή. Όχι με προσκλήσεις που απαιτούσαν απάντηση. Μερικά μηνύματα, σύντομα, χωρίς προσδοκία. ‘Θα είμαι πάλι εκεί αύριο.
Αν περάσεις’.

Η Αλεξάνδρα δεν πήγαινε πάντα. Όταν πήγαινε, δεν έμενε πολύ. Δεν έψαχνε τον Μάξιμο κι αυτό ήταν κάτι που την καθησύχαζε. Τον συναντούσε, όμως, σαν να ήταν μέρος του χώρου. Όπως ένα τραπέζι που ξέρεις ότι θα βρεις στη θέση του.

Οι κουβέντες τους ήταν σύντομες. Ποτέ προσωπικές με τον τρόπο που φτιάχνει οικειότητα. Περισσότερο σαν ανταλλαγή παρατηρήσεων.

«Δεν σε βλέπουμε συχνά», της είπε μια φορά.

«Δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι»

Χαμογέλασε.

«Κι όμως, όλοι το κάνουμε. Απλώς κάποιοι το λένε συνήθεια»

Δεν της τηλεφώνησε. Δεν της έστειλε μήνυμα. Δεν της ζήτησε τίποτα. Και αυτό, αντί να την απομακρύνει, έκανε την παρουσία του πιο έντονη. Δεν υπήρχε τίποτα να αποφύγει.

Σε μια από τις τελευταίες συναντήσεις, τον είδε να φεύγει νωρίς. Δεν αποχαιρέτησε κανέναν ιδιαίτερα. Είπε απλώς: «Έχω κάτι να τελειώσω».

Η φράση έμεινε μαζί της περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε. Κάτι να τελειώσω. Σαν να υπήρχαν πράγματα που μπορούσαν να ολοκληρώνονται, αντί να μένουν μισά από συνήθεια.

Στο σπίτι, όλα ήταν στη θέση τους. Το τραπέζι, οι καρέκλες, τα φώτα που άναβαν την ίδια ώρα. Ο Βλαδίμηρος άφηνε τα κλειδιά στο ίδιο σημείο. Εκείνη τα πρόσεχε πια όλα, όχι με ενόχληση, αλλά με μια καθαρότητα που δεν είχε πριν.

Κατάλαβε τότε κάτι που δεν της άρεσε και δεν μπορούσε πια να αγνοήσει: κανείς δεν την κρατούσε. Κανείς δεν την εμπόδιζε.

Κι αν δεν είχε φύγει ποτέ από τη θέση της, δεν ήταν επειδή δεν μπορούσε, ήταν επειδή δεν είχε επιλέξει.

Η σκέψη δεν την τρόμαξε. Την βάρυνε. Και αυτό το βάρος, για πρώτη φορά, δεν έμοιαζε με κάτι που μπορούσε να αφήσει για αργότερα.

Δεν ήρθε με θόρυβο. Ήρθε όπως έρχονται τα πράγματα που δεν μπορούν πια να αγνοηθούν, μέσα από μια λεπτομέρεια που δεν είχε σημασία μέχρι να την αποκτήσει.

Η Αλεξάνδρα γύρισε σπίτι ένα απόγευμα νωρίτερα από το συνηθισμένο. Ο Βλαδίμηρος δεν ήταν ακόμα εκεί. Το φως στο σαλόνι έμπαινε χαμηλά, ακουμπώντας τα έπιπλα με εκείνη τη γνώριμη ακρίβεια. Τίποτα δεν είχε μετακινηθεί. Και όμως, δεν ένιωσε την ανακούφιση που ένιωθε παλιά όταν όλα ήταν στη θέση τους.

Άφησε την τσάντα στον καναπέ και στάθηκε όρθια, χωρίς να ανάψει φως. Το σπίτι έμοιαζε να περιμένει κάτι όχι από εκείνη, αλλά μαζί της.

Το κινητό της δόνησε. Ένα μήνυμα από τον Μάξιμο. Όχι πρόσκληση. Όχι ερώτηση. ‘Αύριο φεύγω. Ήθελα απλώς να στο πω’. Το διάβασε μία φορά. Μετά άλλη μία. Δεν υπήρχε τίποτα πίσω από τις λέξεις. Καμία πρόθεση να ανοίξει συζήτηση. Καμία ανάγκη για απάντηση. Ήταν ενημέρωση. Όπως όλα όσα έκανε.

Ακούμπησε το κινητό στο τραπέζι χωρίς να απαντήσει.

Λίγο αργότερα, ο Βλαδίμηρος μπήκε στο σπίτι. Άφησε τα κλειδιά στο ίδιο σημείο, έβγαλε το σακάκι του, την κοίταξε σαν να περίμενε κάτι να του πει.

«Γύρισες νωρίς», είπε.

«Ναι»

Κάθισαν στο τραπέζι χωρίς να το έχουν αποφασίσει. Ο ήχος από τα πιάτα ήταν οικείος, καθησυχαστικός. Κάποτε αυτό αρκούσε.

«Σκεφτόμουν», είπε εκείνος, «να κανονίσουμε εκείνο το ταξίδι που λέγαμε. Τον άλλο μήνα, ίσως»

Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε. Όχι ερευνητικά. Καθαρά.

«Ναι;»

«Ναι. Να το κλείσουμε. Να μην το αφήσουμε πάλι»

Η λέξη πάλι έμεινε ανάμεσά τους.

Σκέφτηκε τον Μάξιμο, όχι σαν άνθρωπο, αλλά σαν κίνηση.
Σκέφτηκε την Ελεονώρα, όχι σαν πρόσωπο, αλλά σαν παρουσία.
Και ύστερα σκέφτηκε τον εαυτό της, για πρώτη φορά όχι μέσα σε σχέση, όχι μέσα σε συνήθεια.

«Βλαδίμηρε», είπε, κι άκουσε τη φωνή της να βγαίνει πιο ήρεμη απ’ όσο περίμενε, «θέλω λίγο χρόνο».

Εκείνος σήκωσε το βλέμμα.

«Για το ταξίδι;»

Δεν απάντησε αμέσως.

«Για να καταλάβω», είπε τελικά. Δεν διευκρίνισε τι.

Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν σύγκρουση. Ήταν κάτι πιο δύσκολο: αναμονή χωρίς εγγύηση.

Αργότερα, έμεινε μόνη στο δωμάτιο. Το κινητό της ήταν ακόμα στο τραπέζι, με το μήνυμα ανοιχτό. Δεν το έκλεισε. Δεν απάντησε.

Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη χωρίς να ψάχνει το είδωλό της.
Ήξερε πια ότι δεν υπήρχε άλλη εκδοχή να την αντικαταστήσει.
Υπήρχε μόνο αυτή, και η στιγμή που θα έπρεπε να αποφασίσει αν θα σταθεί μέσα της.

Η Αλεξάνδρα πήρε μια ανάσα που δεν έμοιαζε με ανακούφιση.

Αφροδίτη Αυγερινού

Συνεχίζεται

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading