Μια έκπληξη για την μαμά

«Θα είναι η μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής της!», είπε αποφασιστικά μια μέρα ο μικρός Νικόλας και κατέστρωσε το σχέδιο του. Δεν ήξερε ακόμη τι δώρο θα έκανε στην μαμά του, αλλά ήταν βέβαιος ότι θα ήταν το καλύτερο δώρο που πήρε ποτέ! Γιατί η μαμά του το άξιζε και με το παραπάνω.

Κάθε μεσημέρι, μετά το σχολείο, η Μαρία άφηνε τον γιο της στην γειτόνισσα και έφευγε με τα πόδια να πάει στην δουλειά της. Ώρες μετά, γυρνούσε πίσω κατάκοπη και εξαντλημένη, μα έτρεχε πάντα στην αγκαλιά του και τον έσφιγγε πάνω της. Λες και έφευγε έτσι όλος ο πόνος μακριά. Ο μικρός δεν ήξερε τι εργασία έκανε ακριβώς η μαμά του, γνώριζε όμως ότι δούλευε σκληρά. Η αλήθεια ήταν ότι η Μαρία έκανε λίγο από όλα. Καθάριζε, σιδέρωνε, έπλενε, έτριβε, μάζευε, άπλωνε, τακτοποιούσε. Δούλευε σε σπίτια, σε καταστήματα, φρόντιζε ηλικιωμένους και παιδιά. Όπου υπήρχε μεροκάματο πήγαινε. Πώς αλλιώς θα μεγάλωνε μόνη το παιδί της; Μα δεν την ένοιαζε η κούραση. Καλύτερα έτσι. Πιο καλά οι δύο τους.

«Θέλω κάτι καλύτερο», αυτό είχε πει ο άντρας της πριν κλείσει την πόρτα και φύγει για πάντα από το σπίτι. Και ο μικρός Νικόλας, που είχε κολλήσει το αυτί στην πόρτα του δωματίου του, δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε ο πατέρας του. Τι ήταν καλύτερο από την οικογένειά τους; Πού θα το έβρισκε ο μπαμπάς αυτό το καλύτερο; Δεν ήταν η μαμά του η καλύτερη; Ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων, μα αυτή η κουβέντα καρφώθηκε στην καρδιά του σαν μαχαίρι. Και από τότε έμειναν μόνοι τους. Το σπίτι δεν είχε πια άντρα. Η μαμά του ήταν και μαμά και μπαμπάς μαζί. Εκείνη του έδωσε το πρότυπο της καλοσύνης, της εργατικότητας, της τιμιότητας. Εκείνη του έμαθε να εκτιμά ό,τι έχει και να βοηθά όποιον τον χρειάζεται. Εκείνη ήταν όντως η καλύτερη μαμά του κόσμου!

Δέκα χρόνια είχαν περάσει από τότε και ο Νικόλας πήγαινε πλέον στο γυμνάσιο. Δέκα χρόνια σκληρής δουλειάς, χωρίς διακοπή, χωρίς παράπονο. Ο κόπος της μαμάς του έπρεπε να ανταμειφθεί. Αυτά σκεφτόταν ο Νικόλας και ετοίμαζε το σχέδιό του.

Πρώτη φάση. Λεμονάδες. Ήταν πολύ συνηθισμένο στην πόλη του. Χρειαζόταν ένα τραπέζι με ένα ωραίο τραπεζομάντηλο, μια μεγάλη κανάτα, χάρτινα ποτήρια, έναν κουβά πάγο και ένα καφάσι λεμόνια. Θα ετοίμαζε την λεμονάδα στο σπίτι και θα την πουλούσε στους περαστικούς. Έφτιαξε και μια πινακίδα και έκανε τα πιο καλά του γράμματα. Έβαλε μια χαμηλή τιμή. Συμβολική. Είχε υπομονή. Θα τα κατάφερνε.

«Τι ετοιμάζεις εκεί;», γέλασε η μαμά του. Μα ο Νικόλας δεν της απάντησε. Μόνο χαμογέλασε ύποπτα.

Δεύτερη φάση. Κούρεμα του γκαζόν. Έπρεπε να βρεθεί ένας άνθρωπος να τον πάρει για δουλειά και μετά σίγουρα θα μαθευόταν η καλή δουλειά του.

«Μα τι σε έπιασε και θες να κάνεις δουλειές; Συμβαίνει κάτι;», άρχισε να ανησυχεί η μαμά του και τον βομβάρδιζε με ερωτήσεις.

Τελικά, υπέκυψε στην πίεση ο Νικόλας και της αποκάλυψε ότι θέλει να της κάνει μια έκπληξη. Εκείνη αρχικά αντέδρασε, γιατί δεν ήθελε το παιδί να κουράζεται για εκείνη. Αλλά μετά ζεστάθηκε η καρδιά της από την αγάπη του γιου της.

«Και τι δώρο θα είναι;», τον ρώτησε με απορία.

«Κανείς δεν ξέρει! Ούτε εγώ!», γέλασαν και οι δύο.

Η μαμά του γυρνούσε πια από την δουλειά και τον έβρισκε έξω να κάνει εργασίες στους κήπους της γειτονιάς. Είχαν όντως μάθει πόσο καλή δουλειά έκανε και τον ζητούσαν όλοι!

«Διάβασες;», ήταν πάντα η πρώτη ερώτηση.

«Διάβασα, μαμά», την καθησύχαζε. Αλήθεια ήταν. Ο καλύτερος στην τάξη του ήταν ο Νικόλας.

Και πάλι του ερχόταν στο μυαλό η φράση του μπαμπά του. Πόσο καλύτερο παιδί έπρεπε να ήταν, για να μην είχε φύγει ο μπαμπάς του; Μα μετά έδιωχνε αυτές τις σκέψεις και έφευγαν μακριά. Όπως σηκώθηκε και έφυγε και αυτός. Γιατί τελικά δεν έχασε ο Νικόλας. Έχασε ο πατέρας του.

Τρίτη φάση. Βόλτα με κατοικίδια. Όλοι είχαν και ένα σκυλάκι στην γειτονιά. Ξεκίνησε να χτυπά πόρτες και να ρωτάει αν μπορεί να βγάζει βόλτα τα ζωάκια τους έναντι ενός μικρού ποσού.

«Για ποιο λόγο τα μαζεύεις τα χρήματα, μικρέ;», τον ρώτησε μια φορά ένας άντρας την ώρα που τον πλήρωνε.

«Θα κάνω μια μεγάλη έκπληξη στην μαμά μου!», απάντησε με περηφάνια. Δεν ήθελε πια να το κρύβει. Ήταν πολύ χαρούμενος για αυτό που ετοίμαζε.

«Πολύ ωραία ιδέα. Ορίστε! Θα σου δώσω κάτι παραπάνω. Και τι θα της πάρεις;»

«Κανείς δεν ξέρει! Ούτε εγώ!», έσκασαν στα γέλια. Και αλήθεια ήταν, δεν είχε αποφασίσει ακόμα ποιο θα ήταν το μεγάλο δώρο που θα της έκανε.

Μετρούσε τα νομίσματα ένα ένα. Είχε πάρει ένα μεγάλο κουτί και τα φυλούσε μέσα. Τα χαρτονομίσματα ήταν λιγότερα, αλλά τα είχε δέσει με ένα λαστιχάκι. Είχε πολύ δρόμο ακόμα και πολλές επιλογές στο μυαλό του. Αλλά ήξερε πως όταν έβλεπε το ιδανικό δώρο, θα ήξερε ότι ήταν αυτό που περίμενε.

«Έχεις μαζέψει αρκετά;», τον ρώτησε μια γυναίκα λίγες μέρες μετά. Είχε μάθει και αυτή ότι ο μικρός μάζευε τα χρήματα γιατί ήθελε να κάνει έκπληξη στην μαμά του.

«Όχι ακόμα», πήρε την πληρωμή του και την ευχαρίστησε.

«Θα τα καταφέρεις όμως, σωστά;»

«Ναι! Έχω πολλή υπομονή. Θα προσπαθώ μέχρι να τα καταφέρω. Δεν το βάζω κάτω! Η μαμά μου το αξίζει. Γιατί είναι η καλύτερη!»

«Ακριβώς! Είσαι πολύ γλυκός. Σε μεγάλωσε σωστά η μαμά σου», συγκινήθηκε η γυναίκα από την καλοσύνη του. «Θα σε ενδιέφερε να βοηθάς τον άντρα μου στο συνεργείο του; Μπορώ να τον ρωτήσω αν θέλεις»

«Ναι, αμέ!» ανασήκωσε τους ώμους. Δεν είχε τίποτα να χάσει. Όσο πιο πολλά τόσο το καλύτερο. Ήθελε να προλάβει ως το καλοκαίρι που ήταν τα γενέθλια της μαμάς του. Τότε θα της έκανε το δώρο της.

Τέταρτη φάση. Ο μικρός ξεκίνησε την νέα δουλειά μέσα στον μήνα και βοηθούσε τον άντρα της γειτόνισσας στο συνεργείο του. Μάθαινε γρήγορα και ήταν αφοσιωμένος σε ό,τι έκανε. Σεβόταν και άκουγε τους μεγαλύτερους. Ήταν προσηλωμένος στον στόχο του. Ευγενικός και γλυκομίλητος με όλους. Οι πελάτες ρωτούσαν για τον μικρό και μάθαιναν την ιστορία του. Τους συγκινούσε η εκτίμηση και η ευγνωμοσύνη για την μαμά του. Η ανάγκη να ανταποδώσει τον κόπο και τον αγώνα που έδινε για να τον μεγαλώσει μόνη της. Το δώρο της αγάπης, ο πιο ευγενής σκοπός.

Η ιστορία του εξαπλώθηκε στην πόλη και όλοι περίμεναν με αγωνία την αποκάλυψη. Η μαμά του δεν μπορούσε να πιστέψει πόση προσοχή είχε τραβήξει το θέμα. Ήταν τόσο περήφανη για τον γιο της! Ποτέ δεν θα ζητούσε αντάλλαγμα για την αγάπη της. Η σκέψη και μόνο να της κάνει ένα δώρο, ήταν τόσο όμορφη όσο η ψυχή του παιδιού της.

Τους επόμενους μήνες, έγινε κάτι απίστευτο! Η φήμη εξαπλώθηκε σε όλη την χώρα, για εκείνο το αγόρι που αγαπούσε τόσο την μαμά του. Η ιστορία του άγγιξε τους ανθρώπους και τους θύμισε πώς πρέπει να βλέπουν τον κόσμο. Όπως τον βλέπουν τα παιδιά. Αγνά, απλά, αληθινά.

Ήρθε το καλοκαίρι και η τελευταία φάση. Ο Νικόλας είχε διαλέξει το δώρο εδώ και μήνες. Από την πρώτη στιγμή που το είδε. Ήξερε ότι αυτό έπρεπε να πάρει στην μαμά του. Ήταν το τέλειο δώρο. Αλλά πολύ πιο ακριβό από ό,τι περίμενε. Δούλευε σκληρά κάθε μέρα για να τα καταφέρει. Δούλευε και σκεφτόταν την μαμά του. Κάπως έτσι πίστευε πως ένιωθε και εκείνη όταν δούλευε. Το αφεντικό τον βοηθούσε να μαζέψει τα χρήματα και τα κρατούσε στο χρηματοκιβώτιο του μαγαζιού για ασφάλεια. Έτσι μπορούσε και συμπλήρωνε κρυφά και άλλα χωρίς να το ξέρει ο μικρός.

Την ημέρα της αποκάλυψης, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος έξω από το σπίτι της Μαρίας. Εκείνη έστεκε ανυπόμονη και συζητούσε με τους γείτονες. Τοπικά κανάλια είχαν καταφθάσει για να καλύψουν το γεγονός. Το ενδιαφέρον του κόσμου ήταν τεράστιο. Περίμεναν όλοι να δουν την μεγάλη έκπληξη.

Κάποια στιγμή φτάνει ο άντρας που είχε το συνεργείο μαζί με τον Νικόλα. Βγαίνουν από το αυτοκίνητο και κλείνουν τις πόρτες. Ο άντρας πέταξε τα κλειδιά και ο μικρός τα έπιασε στον αέρα με μια κίνηση. Πλησίασε την μαμά του και τα άφησε με ευλάβεια στα χέρια της. Εκείνη τα κοιτούσε και δεν το πίστευε!

«Ούτε εγώ το ήξερα! Μέχρι που το είδα!» εξήγησε ο Νικόλας. «Πας κάθε μέρα στην δουλειά με τα πόδια. Κατάλαβα ότι αυτό είναι το καλύτερο δώρο για εσένα. Ένα αυτοκίνητο!»

Η μαμά του τον τράβηξε στην αγκαλιά της και έκλαψε με λυγμούς στον ώμο του. Ποτέ δεν την είχε δει να κλαίει έτσι. Ο κόσμος χειροκροτούσε ασταμάτητα. Μα εκείνος θυμήθηκε πάλι την μέρα που έφυγε ο μπαμπάς του. Ούτε τότε η μαμά του είχε κλάψει έτσι. Τόσο πολύ.

«Μα υπάρχει κάτι καλύτερο από εσένα, μαμά;», μουρμούρισε στην αγκαλιά της, μέσα σε εκείνα τα χέρια που κοπιάζουν κάθε μέρα για να μπορούν να αγκαλιάζουν ένα ευτυχισμένο παιδί.

Να θυμόμαστε να κάνετε ό,τι και τα παιδιά. Αυτά δεν βλέπουν τον κόσμο με τα μάτια τους. Τα παιδιά βλέπουν τον κόσμο με την καρδιά τους.

CC

One response to “Μια έκπληξη για την μαμά”

  1. Πάρα πολύ γλυκό και τρυφερό, διδακτικό και αισιόδοξο!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading