Ο Πατήρ Ιωάννης και το τελώνιο της αλήθειας

Ο πατήρ Ιωάννης ήταν άνθρωπος του Θεού, όνομα και πράγμα. Ζούσε όπως δίδασκε και δίδασκε όπως ζούσε. Προσκυνούσε τον Θεό με πράξεις και όχι με λόγια, τηρούσε τον Λόγο Του και δεν ζητούσε τίποτα για τον εαυτό του. Ήταν πάντα ο πρώτος που άναβε τα καντήλια στην εκκλησία και ο τελευταίος που έφευγε. Βοηθούσε τις γυναίκες που καθάριζαν τον ναό, κουβαλούσε νερό, σκούπιζε, άναβε το μαγκάλι τον χειμώνα. Δεν τον ένοιαζε αν ήσουν πλούσιος ή φτωχός· για εκείνον όλοι ήταν ίσοι μπροστά στον Θεό.

«Κανείς δεν παίρνει τίποτα μαζί του, παιδιά μου», έλεγε συχνά. «Ούτε καν την ψυχή μας δεν μπορούμε να πάρουμε. Γι’ αυτό φροντίστε να μη κουβαλάτε βάρη όταν φύγετε, για να πάτε κοντά στον Θεό ελαφριοί».

Ζούσε σε ένα μικρό χωριό, ξεχασμένο από την πόλη και τη φασαρία. Τον χειμώνα οι μέρες ήταν άδειες και βαριές. Το χιόνι σκέπαζε τα πάντα και υπήρχαν φορές που οι άνθρωποι έμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους για μέρες ολόκληρες, χωρίς να μπορούν να κατέβουν ούτε μέχρι την πλατεία.

Δύο σπίτια πιο κάτω, μέσα στο δάσος με τα πεύκα και τα κυπαρίσσια, ζούσε η κυρά Μαρία. Βαθιά θρησκευόμενη κι εκείνη, αφοσιωμένη στον Θεό και στο καλό. Ο μακαρίτης ο άντρας της, ο κυρ Τάσος, ήταν έμπορος με καράβια. Όταν πέθανε, της άφησε μεγάλη περιουσία. Μα η κυρά Μαρία δεν είχε τι να την κάνει. Τα χρήματα δεν της έλεγαν τίποτα. Έτσι, κάθε μέρα έψηνε ψωμιά για όλο το χωριό. Τα έβαζε σε καλάθια και έστελνε τον μικρό Παναγή να τα μοιράσει σε όλους.

«Κανένα σπίτι δεν πρέπει να μείνει χωρίς ψωμί», έλεγε.

Είχε κάνει τάμα για την κόρη της, την Παναγιώτα. Για κάθε ψωμί που έψηνε και τάιζε ανθρώπους, ζητούσε από τον Θεό να ξαναμιλήσει το παιδί της. Πάνε έξι χρόνια από τότε που η Παναγιώτα έχασε τη λαλιά της.

Ένα βράδυ, η Παναγιώτα κοιμόταν ήσυχα στο σαλόνι, δίπλα στο τζάκι. Ξαφνικά, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε. Έντρομη η κυρά Μαρία κατέβηκε τρέχοντας από τα δωμάτια. Βρήκε την Παναγιώτα κουλουριασμένη στο πάτωμα, να κλαίει βουβά, χωρίς φωνή, χωρίς κραυγή. Από εκείνο το βράδυ δεν ξαναμίλησε ποτέ. Έναν χρόνο αργότερα, ο κυρ Τάσος πέθανε ξαφνικά. Η καρδιά του ράγισε.

Η κυρά Μαρία προσευχόταν μέρα και νύχτα να μάθει τι έγινε εκείνο το βράδυ. Τι είδε το παιδί της και δεν ξαναμίλησε. Η Παναγιώτα ήταν κορίτσι σαν τα κρύα νερά, με μπλε μάτια και ξανθά μαλλιά. Λάτρευε να μελετά και να ζωγραφίζει. Τώρα, τα δάκρυα είχαν γίνει μολύβια στην καρδιά της μάνας της και την βάραιναν.

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, ο πατήρ Ιωάννης πέρασε από το σπίτι της κυρά Μαρίας. Σκέφτηκε να την ευχαριστήσει για το έργο της, που τάιζε όλο το χωριό, ειδικά τώρα τον χειμώνα που έψηνε δύο φορές τη μέρα. Κοντοστάθηκε στην εξώπορτα, φτυάρισε λίγο το χιόνι και χτύπησε.

Άνοιξε η κυρά Μαρία, γεμάτη αλεύρι στην ποδιά και ζύμες στα χέρια.

«Πάτερ Ιωάννη, τι χαρά που μας δίνεις! Κόπιασε. Έχω φτιάξει γλυκό κυδώνι και το ψωμί θα βγει σε λίγο ζεστό-ζεστό».

Ο πατήρ Ιωάννης πέρασε το κατώφλι και κάθισε στον καναπέ δίπλα στο τζάκι. Τον φίλεψε γλυκό κυδώνι και ζεστό ψωμί. Μιλούσαν για το πώς η κυρά Μαρία θα δώριζε ένα τενεκέ λάδι σε κάθε οικογένεια. Γελούσαν με τα καμώματα του Παναγή, όταν ξαφνικά κατέβηκε η Παναγιώτα στο σαλόνι.

Στάθηκε απέναντι από τον πατήρ Ιωάννη. Τα μάτια της σκοτείνιασαν. Έγιναν μαύρα, κατάμαυρα, σαν να μαύρισε η ψυχή της από μέσα της. Τον πλησίασε. Μόλις αντίκρισε τον σταυρό στο ράσο του, άρχισε να μιλάει ακατάληπτα.

«Σαχίμπ… Ρασίντ…»

Άρχισε να ουρλιάζει και να σκίζει το δέρμα της με τα νύχια της. Ο πατήρ Ιωάννης κοιτούσε έντρομος. Η κυρά Μαρία άσπρισε σαν πανί.

Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο πατήρ Ιωάννης φώναξε με όση δύναμη είχε: «Γρήγορα, κυρά Μαρία! Φέρε εικόνες της Παναγίας και τον σταυρό! Μη φοβάσαι. Ο Θεός είναι μαζί μας».

Η κυρά Μαρία έτρεξε τρέμοντας. Με την άκρη του ματιού της έβλεπε την Παναγιώτα να κάθεται ακίνητη, με το βλέμμα καρφωμένο στον σταυρό. Ο πατήρ Ιωάννης στεκόταν μπροστά της, ακίνητος, με θάρρος που έμοιαζε να κλονίζει τα θεμέλια του σπιτιού.

Άρχισε να λέει δυνατά το «Πάτερ ημών», κρατώντας τον σταυρό μπροστά του. Η Παναγιώτα άρχισε να γελά με έναν ήχο απόκοσμο. Ένας παγωμένος αέρας πλημμύρισε το σπίτι.

«Βρε ανόητε άνθρωπε», ούρλιαξε. «Δεν έχεις καταλάβει γιατί είμαι εδώ!»

«Γιατί είσαι εδώ και ποιο είναι το όνομά σου;» φώναξε ο πατήρ Ιωάννης.

«Είμαι ο Ακίλ, το τελώνιο», απάντησε με βαριά, ξένη φωνή. «Και πρέπει να μάθεις την αλήθεια. Τα λεφτά του πεθαμένου είναι ματωμένα. Πρέπει να τα κάψετε όλα. Και το κορίτσι… το κορίτσι είναι ατιμασμένο από τον μακαρίτη».

Και ξαφνικά σωριάστηκε λιπόθυμη.

Η κυρά Μαρία έμεινε στήλη άλατος. Το ίδιο και ο πατήρ Ιωάννης.

Όταν έλιωσαν τα χιόνια, πήραν την Παναγιώτα στην πόλη. Γυναικολόγος επιβεβαίωσε πως το παιδί είχε κακοποιηθεί. Ψυχίατρος μίλησε για βαριά ψυχική διαταραχή μετά από σοβαρό τραύμα.

Η καρδιά της κυρά Μαρίας μαύρισε. Το παιδί της είχε ζήσει τέτοιο πόνο από τον ίδιο του τον πατέρα. Η Παναγιώτα δεν ξαναμίλησε ποτέ.

Τρία χρόνια αργότερα, οι λογιστές και η εφορία αποκάλυψαν τα καμώματα του κυρ Τάσου. Παράνομο εμπόριο ανθρώπων με τα καράβια του. Κοντέινερ γεμάτα ψυχές. Μαύρα, ματωμένα λεφτά.

Η κυρά Μαρία έμεινε φτωχή. Μόνο το σπίτι δεν της πήραν, γιατί ήταν της μάνας της.

«Δεν πειράζει», έλεγε. «Καλύτερα δικαιοσύνη παρά τέτοια αμαρτία».

Το χωριό φρόντιζε πια την κυρά Μαρία και την Παναγιώτα. Κι ο πατήρ Ιωάννης κατάλαβε τότε πως, τελικά, το χειρότερο δαιμόνιο δεν είναι εκείνο που έρχεται από την κόλαση, αλλά εκείνο που γεννιέται μέσα στον άνθρωπο.

Βασιλική Γκόγκα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading