“Έχασες! Κερνάς το βράδυ!”, φώναξε ο Μάκης και ο Θωμάς, αφού πέταξε την ρακέτα κάτω, άφησε το κορμί του να πέσει στην άμμο, ενώ προσπαθούσε να βρει την ανάσα του, μετά από μια ώρα παιχνίδι ακόμα κι αν ήταν απόγευμα και ο ήλιος ήταν υποφερτός.
“Μην μου κάνεις τον ψόφιο”, τον πείραξε ο Μάκης και του έδωσε ένα μπουκάλι κρύο νερό. Αφού το ήπιε μονορούφι, κατάφερε να σταθεί καθιστός.
“Θα έρθει η αδελφή μου απόψε, οπότε την γλύτωσα. Χα χα”
“Καλά ρε και θα βάλεις την αδερφή σου να πληρώσει τόσους γύρους σφηνάκια;”
“Δεν κατάλαβες. Δεν θα έρθει η Έλλη, η…”
“Έχεις κι άλλη αδερφή;!”
“Ναι, πού είναι το παράξενο;”, ρώτησε και ξέσπασε σε γέλια ο Θωμάς
“Ε σε ξέρω πέντε χρόνια, πρώτη φορά ακούω ότι έχεις κι άλλη αδερφή”, απάντησε κάπως αμήχανα ο Μάκης
“Δεν έχουμε κάτσει να συζητήσουμε και πότε ρε m@λ@k@, μόνο παίζουμε ρακέτες και πίνουμε”, είπε και γέλασαν και ο δύο δυνατά
“Έλα, πάμε να βουτήξουμε και να σου πω κι εγώ για το γενεαλογικό μου δέντρο”, είπε ο Μάκης και δίνοντας το χέρι του στον Θωμά, τον βοήθησε να σηκωθεί
“Θέλω να ξεκινήσεις από τότε που οι πρόγονοί σου ήταν αμοιβάδες”, είπε ο Θωμάς και με αυτή την περιπαικτική και γεμάτη γέλια διάθεση, πέρασαν οι δύο φίλοι το απόγευμά τους, μέχρι που ο ήλιος έδυσε εντελώς και έπρεπε να γυρίσουν στα δωμάτιά τους και να ετοιμαστούν για την βραδινή έξοδο.
Κατά τις 22:00 συναντήθηκαν με ένα φιλικό ζευγάρι και δύο γνωστούς στο μπαρ που σύχναζαν και αποφάσισαν να γίνουν μια παρέα. Η μουσική ήταν ακόμα ήπια και ήδη είχαν παραγγείλει τα πρώτα ποτά. Ο Μάκης χάζευε τον κόσμο τριγύρω, όταν τα μάτια του έπεσαν πάνω σε μια φιγούρα που του έκοψε την ανάσα. Οι κόρες του διεστάλησαν και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το βλέμμα του από το να την εξετάσει σπιθαμή προς σπιθαμή.
Ήταν αρκετά ψηλή και φορούσε ένα ζευγάρι λευκά αθλητικά παπούτσια, τα πόδια της ήταν γυμνά μέχρι το ύψος των μηρών που τους κάλυπτε ένα τζιν σορτσάκι, ενώ το λευκό μπλουζάκι ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με το μαυρισμένο της κορμί. Ο μακρύς της λαιμός ήταν ακάλυπτος, αφού είχε πιάσει τα μαύρα μαλλιά της αλογοουρά, κάτι που τόνιζε και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, με κύριο τα μαύρα μάτια που πια είχαν συναντηθεί με τα δικά του. Με απόλυτο θράσος και αυτοπεποίθηση έφτασε τόσο κοντά του, που ένιωθε το άρωμα της πούδρας να κατακλύζει τα πνευμόνια του. Αγκάλιασε τον Θωμά και τον φίλησε σταυρωτά. Ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του Μάκη και πίεσε τόσο δυνατά τις γροθιές του, που οι αρθρώσεις των δαχτύλων του είχαν ασπρίσει.
“Ηλέκτρα, να σου γνωρίσω τα παιδιά, ο Μάκης…”, ακολούθησαν και τα υπόλοιπα ονόματα, μόνο που τα μάτια της είχαν μείνει καρφωμένα πάνω του. Μέχρι πριν λίγο, τα μέλι του μάτια ήταν γλυκά, τώρα είχε πάρει ένα επικίνδυνο ύφος που δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν την τρόμαζε ή την εξίταρε.
“Παιδιά, η Ηλέκτρα”
“Χάρηκα πολύ”, είπε και χαμογέλασε σε όλους.
Ο Θωμάς, που μέχρι πρότινος την κρατούσε από τη μέση, πήρε το χέρι του, το έβαλε στον ώμο του Μάκη και είπε: “Ο Μάκης από εδώ με ξεφτίλισε σήμερα στις ρακέτες. Και όποιος χάνει, κερνάει”
“Άσε, μην πεις άλλα, κατάλαβα. Περιμένεις από τη μεγάλη αδερφή να πληρώσει τα σπασμένα ε;”, είπε και γέλασαν μαζί. Τότε ο Μάκης πρόσεξε κάποιες ομοιότητες στα χαρακτηριστικά τους και χαλάρωσε τις γροθιές του.
“Ε κάπως έτσι… Θα πας να φέρεις με τον Μάκη τον δεύτερο γύρο;”. Εκείνη έγνεψε καταφατικά και πήγαν μαζί μέχρι τη μπάρα. Ο Μάκης έδωσε την παραγγελία.
“Λοιπόν, Μάκη, δεν έχω ξανακούσει για σένα. Είστε χρόνια φίλοι με τον Θωμά;”
“Δεν θα το πιστέψεις, αλλά κι εγώ σήμερα έμαθα για την ύπαρξή σου. Γνωριζόμαστε πέντε χρόνια και όπως διαπίστωσε και ο αδερφός σου νωρίτερα, μάλλον αρκούμασταν μόνο στις ρακέτες και το ποτό. Δεν είχαμε εμβαθύνει ποτέ τις συζητήσεις μας”
“Μάλιστα… Άρα κι εσύ περνάς τα καλοκαίρια σου περιπετειωδώς όπως και ο Θωμάς…”
Ο Μάκης κοκκίνισε.
“Ε…”, δεν πρόλαβε να πει κάτι άλλο, αφού τους διέκοψε ο μπάρμαν, ο οποίος είχε ετοιμάσει έναν μεγάλο δίσκο με σφηνάκια
“Πήγαινέ τα στο τραπέζι να κανονίσω το οικονομικό”, είπε η Ηλέκτρα
“Ούτε να το συζητάς! Αυτά είναι δικά μου”
“Θα αθετήσεις τους κανόνες έτσι”
“Έλα να παίξουμε αύριο και αν χάσεις, κερνάς”
“Α εσείς όντως κάθε βράδυ πίνετε εδώ πέρα!”
“Το είπες και μόνη σου. Το ζούμε περιπετειωδώς”, απάντησε ο Μάκης και αφού πλήρωσε και τους δύο γύρους, γύρισαν στο τραπέζι.
Δεν σταμάτησαν να μιλάνε, προσπαθώντας να αντλήσουν όσο περισσότερες πληροφορίες μπορούσαν ο ένας για τον άλλον, πάρα μόνο όταν η μουσική δυνάμωσε τόσο στα ηχεία που θα έπρεπε να φωνάζουν για να συνεννοηθούν.
“Πάμε καμιά βόλτα; Έχουμε πιει και αρκετά, πώς θα οδηγήσουμε για πίσω;”, πρότεινε ο Μάκης και η Ηλέκτρα το βρήκε πολύ καλή ιδέα. Χαιρέτησε τον αδελφό της, χωρίς να τον ενημερώσει για το τι θα κάνει και ανανέωσαν το ραντεβού τους για αύριο. Εντωμεταξύ κι εκείνος είχε βρει μια ‘ενδιαφέρουσα παρέα’, οπότε δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.
Αφού περπάτησαν αρκετά, μιλώντας ασταμάτητα, έφτασαν στο αμάξι της Ηλέκτρας.
“Σε ευχαριστώ που με έφερες μέχρι εδώ”
“Μην το ξαναπείς. Θα τα πούμε αύριο;”
Η Ηλέκτρα απλά του χαμογέλασε, χωρίς να του δώσει μια απάντηση. Μπήκε στο αυτοκίνητό της κι έφυγε. Το ίδιο έκανε και ο Μάκης ανυπομονώντας για την επόμενη μέρα.
Το βραδάκι, στο γνωστό μπαρ, κοίταζε συνεχώς γύρω του, ώσπου η ανησυχία του έγινε αισθητή και στον Θωμά.
“Ρε φίλε, χαλάρωσε. Μας έχει ζαλίσει. Περιμένεις κανέναν;”
Ο Μάκης ντράπηκε να του πει ότι περίμενε αγωνιωδώς την αδελφή του, μέχρι που την έπιασε με την άκρη του ματιού του. Για πρώτη φορά ένιωσε κάτι να καίει μέσα στο στήθος του. Δεν ήταν μόνη. Πλησίαζε κρατώντας το χέρι ενός ψηλού, μουσάτου άντρα. Τα καφέ του μάτια μαύρισαν και καρφώθηκαν πάνω της. Μόλις τον εντόπισε κι εκείνη, δεν μπορούσε να πάρει στιγμή το βλέμμα της από πάνω του, μέχρι που έφτασαν να στέκονται ο ένας απέναντι από τον άλλον. Ο άντρας που την συνόδευε, χαιρέτησε τον Θωμά και άπλωσε το χέρι του ώστε να συστηθεί στον Μάκη.
“Βαγγέλης”, είπε κοφτά με βαριά φωνή. Ο Μάκης δεν ανταπέδωσε την χειραψία. Πάλεψε να συγκρατήσει τον κόμπο που του είχε σταθεί στο λαιμό, έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα του στον Βαγγέλη, χτύπησε το χέρι στο τραπέζι κι απομακρύνθηκε με μεγάλα βήματα.
Ο Βαγγέλης, ωστόσο, δεν έδειξε να ενοχλείται. Αντιθέτως, παρήγγειλε ποτά για όλους και έπιασε την κουβέντα με τον Θωμά. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και η Ηλέκτρα χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία την ανάγκη για τουαλέτα, έφυγε από την πίσω πλευρά του μαγαζιού.
Είχε δει προς τα πού κατευθύνθηκε ο Μάκης και φτάνοντας πια στο τέλος του κεντρικού πλακόστρωτου, στα δεξιά της υπήρχαν μαγαζιά και στα αριστερά θάλασσα. Προσπαθούσε να βρει την ανάσα της από το γρήγορο περπάτημα, όταν ξαφνικά ένιωσε ένα δυνατό τράβηγμα στον δεξί της ώμο και αμέσως μετά τα μάγουλά της βρίσκονταν μέσα στα χέρια του Μάκη. Την κοίταζε με σκοτεινό βλέμμα και τα δόντια σφιγμένα.
“Έπρεπε να στο είχα πει από χτες”, του είπε με τρεμάμενη φωνή
“Πες το τώρα!”, της απάντησε αυστηρά
“Με τον Βαγγέλη είμαστε μαζί χρόνια. Όλα ήταν μια χαρά, απλά… μέχρι χτες το βράδυ… που με κοίταξες και για πρώτη φορά αισθάνθηκα αυτά τα απαράδεκτα ζιζάνια να πετούν μέσα στο στομάχι μου… Πώς να διαλύσω τα πάντα, όμως, για μια στιγμή;”
“Αν θέλεις να είσαι μαζί μου για μια στιγμή, φύγε τώρα. Αλλιώς, ναι, μπορείς να τα διαλύσεις όλα!”
“Είσαι απόλυτος. Δεν γίνονται αυτά που λες” δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση της, αφού ο Μάκης ένωσε τα χείλη του με τα δικά της και το φιλί που ακολούθησε ήταν κάτι το μοναδικό και για τους δύο. Δεν ήθελαν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλον και φιλιόντουσαν ασταμάτητα στη μέση του πλακόστρωτου, αδιαφορώντας για τον κόσμο που περνούσε δίπλα τους.
Η Ηλέκτρα ένιωθε το σώμα της να καίει από πόθο, κάτι που δεν της είχε προκαλέσει ποτέ άντρας μόνο με ένα φιλί, ενώ μέσα της μαινόταν ένας πόλεμος: Πώς να το χάσει αυτό; Πώς να αφήσει τον Βαγγέλη που έχουν περάσει τόσα μαζί; Να ακολουθήσει τον δρόμο της ασφάλειας ή του ρίσκου;
Έκανε ένα βήμα πίσω και πήρε τα χέρια του Μάκη από το πρόσωπό της.
“Δεν είναι σωστό για τον…”
“Άρα θέλεις να κάνεις αυτό που είναι το σωστό για τον άλλον”
“Δεν ξέρω τι θέλω”, του είπε αγανακτισμένη και σήκωσε τα χέρια της στον αέρα. “Αυτές οι καταραμένες πεταλούδες δεν σταματούν, τα μάγουλά μου δεν σταματάνε να καίνε, το μυαλό μου έχει καταληφθεί από εσένα! Χριστέ μου, τι λέω;!”
Ο Μάκης την κοίταζε όσο έκανε πέρα δώθε με ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη.
“Όσα ένιωσα την στιγμή που σε είδα να έρχεσαι στο μπαρ χτες βράδυ…”
Η Ηλέκτρα πάγωσε. Απλά κοιτάζονταν για μερικά δευτερόλεπτα και μετά του είπε να φύγει και να την περιμένει στο πάρκινγκ. Ξεκίνησε αποφασισμένη να πάει στο μπαρ και να μιλήσει στον Βαγγέλη. Στα μέσα της διαδρομής την άρπαξε από το χέρι ο Θωμάς.
“Τι κάνεις ακριβώς;”, τη ρώτησε θυμωμένος
“Πόσα είδες;”
“Αρκετά για να τσαντιστώ και μαζί σου και με τον… ανάθεμα την ώρα, Μάκη!”
“Θωμά, δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω… αλλά από τη στιγμή που τον είδα…”
“Μην πεις άλλα! Τους κορόιδεψες και τους δύο, το καταλαβαίνεις; Στον έναν δεν είπες τίποτα για την ύπαρξη του Βαγγέλη και στον άλλον…Όταν σε είδα να φιλιέσαι με τον Μάκη… Είσαι με τα καλά σου μωρέ;!”, της είπε σε έντονο τόνο ο Θωμάς, κάνοντας κάποια κεφάλια περαστικών να γυρίσουν
“Μήπως να μην φωνάζεις;”, του είπε σφίγγοντας τα δόντια η Ηλέκτρα. “Έλα στη θέση μου. Δεν περίμενα ότι θα μπλεχτούν έτσι τα πράγματα. Εσύ, δηλαδή, δεν ερωτευ…”
“Μην το πεις! Πώς είναι δυνατόν; Σε μια μέρα; Και για έναν ενθουσιασμό της στιγμής θα τα τινάξεις όλα στον αέρα; Γιατί αυτό πας να κάνεις!”
“Δεν είναι ενθουσιασμός της στιγμής. Είναι κάτι πιο βαθύ. Εξάλλου, δεν μας βλέπεις; Απλά συνυπάρχουμε με τον Βαγγέλη! Ο Μάκης με κοίταξε και ένιωσα για πρώτη φορά κάτι να καίγεται μέσα μου. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου στην ιδέα ότι θα τον ξαναδώ. Ετοιμάζουν να έρθω εδώ απόψε, είχα τον Βαγγέλη δίπλα μου και σκεφτόμουν εκείνον. Τι άλλο να σου πω για να καταλάβεις;”
Ο Θωμάς την κοίταξε με γλυκό ύφος και της χάιδεψε τα μαλλιά: “Αχ αδερφούλα, ελπίζω να μην μετανιώσεις τον παρορμητισμό σου”, είπε και έκανε στην άκρη.
Η Ηλέκτρα τον αγκάλιασε δυνατά και παίρνοντας μια μεγάλη ανάσα, πήγε να βρει τον Βαγγέλη. Έφτασε στο μπαρ και τον βρήκε να μιλάει με τα άλλα παιδιά της παρέας. Τον πλησίασε και ακούμπησε την πλάτη του.
“Να σου πω;”, του είπε κοφτά
“Τι έγινε;”
“Πάμε κάπου πιο ήσυχα; Εδώ έχει φασαρία”
Ο Βαγγέλης την ακολούθησε μέχρι την κάτω πλευρά του μπαρ που έφτανε ως την παραλία.
“Θέλεις να περπατήσουμε;”
“Δεν μου αρέσει η πρότασή σου. Τι έχει γίνει;”
Η Ηλέκτρα κατάπιε δυνατά.
“Βαγγέλη, δεν μπορούμε να είμαστε άλλο μαζί”
“Ο φίλος του αδελφού σου;”
Τον κοίταξε έκπληκτη.
“Δεν είμαι hλh8ιος Ηλέκτρα. Σε είδα πώς άλλαξε το βλέμμα σου, η στάση του σώματός σου μόλις τον είδες και το ότι εξαφανίστηκες μόλις έφυγε…”
“Με συγχωρείς που έγινε με αυτόν τον τρόπο”
“Ούτε που με άγγιξες από την ώρα που ήρθα. Πιο πολύ ανησυχία είδα στα μάτια σου, παρά χαρά που ήρθα νωρίτερα. Το εκτιμώ που μου μίλησες. Αλλά μην με πλησιάσεις ξανά. Αυτό που έκανες σήμερα ήταν προδοσία. Αν σε ξαναδώ, μα το Θεό, δεν θα συγκρατήσω τα νεύρα μου”, ολοκλήρωσε τα λόγια του με την βαριά του φωνή, με σφιγμένες τις γροθιές και βουρκωμένα τα μάτια. Γύρισε την πλάτη κι έφυγε.
Ενώ θα έπρεπε να νιώσει άσχημα με τα όσα συνέβησαν, η Ηλέκτρα άρχισε να περπατάει γρήγορα προς το σημείο συνάντησής της με τον Μάκη. Τον βρήκε να συζητάει με τον αδελφό της και κοντοστάθηκε. Ο Θωμάς την πλησίασε και την προειδοποίησε να προσέχει και την ίδια και τον φίλο του. Της έκλεισε το μάτι και τους άφησε μόνους.
“Μου τα πρόλαβε ο Θωμάς…”
“Άλλαξα άρδην τη ζωή μου για σένα. Σήμερα έκανα κάτι που δεν θα έκανα για κανέναν. Να ευχαριστείς τις πεταλούδες”, του είπε κι εκείνος της χαμογέλασε.
Την αγκάλιασε σφιχτά και την φίλησε παθιασμένα. Η γεύση του ήταν σαν φάρμακο για την Ηλέκτρα. Ένα φάρμακο που της ξυπνούσε όλες τις αισθήσεις, τους πόθους, που την έκανε να νιώθει ζωντανή, έτοιμη να δοθεί ολοκληρωτικά σε έναν άντρα, με σώμα και μυαλό. Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του και τον φίλησε ακόμα πιο έντονα.
“Επιτέλους, αφέθηκες”, ψιθύρισε ο Μάκης χωρίς να έχει απομακρυνθεί από τα χείλη της
“Φίλα με. Έτσι που θα αναπληρώσουμε όλο τον χαμένο χρόνο που δεν είχαμε γνωρίσει ο ένας τον άλλον”
“Κλείσε τα μάτια σου”, της είπε και άρχισε να την φιλάει σε όλο το πρόσωπο, το λαιμό, το στέρνο. Η Ηλέκτρα παραδόθηκε και για πρώτη φορά ένιωσε το κορμί της να παραλύει μέχρι τις άκρες των δαχτύλων της και το μυαλό της να αδειάζει, ζώντας ουσιαστικά την στιγμή της με τον άντρα που ‘ξύπνησε’ τις πεταλούδες μέσα της.
Αγγελική Ανδριοπούλου
