Ένας καθώς πρέπει γάμος

Στην Ελλάδα, οι γάμοι δεν είναι για τους ανθρώπους που παντρεύονται. Είναι για τις μανάδες, τις θείες, τα stories και μια συλλογική ανάγκη να αποδείξουμε ότι «τουλάχιστον σε αυτό, τα καταφέραμε».

Το κατάλαβα από τη στιγμή που μπήκα στην αίθουσα.

Λευκά τραπεζομάντηλα. Καρέκλες ντυμένες σαν να ντρέπονται για το σχήμα τους. Μπουκέτα που κόστιζαν περισσότερο απ’ ό,τι ο πρώτος μου μισθός. Και άνθρωποι… πολλοί άνθρωποι, όλοι ντυμένοι λες και πήγαν σε audition για τη ζωή κάποιου άλλου.

Η Αμαλία, η φίλη μου, με τράβηξε απ’ το μανίκι. «Φαίδρα, κοίτα την Πηνελόπη! Είναι κούκλα!».

Η Πηνελόπη στεκόταν στη μέση. Νύφη. Λευκή. Άψογη. Με χαμόγελο τόσο σταθερό που αν της έριχνες σεισμό 6 Ρίχτερ, θα έμενε ίδιο.

«Ναι», της είπα. «Σαν βιτρίνα φαρμακείου. Καθαρή, φωτισμένη και απαγορευμένη μετά τις οκτώ».

Η Αμαλία με κοίταξε αυστηρά. «Σήμερα να είσαι καλή».

Στην Ελλάδα, το “να είσαι καλή” σημαίνει: μη μιλήσεις, μη χαλάσεις τίποτα, μη θυμίσεις σε κανέναν τη ζωή του.

Ο Μίλτος, ο γαμπρός, χαιρετούσε με εκείνο το χαμόγελο του άντρα που πιστεύει ότι η ζωή του επιτέλους μπήκε σε σειρά. Κοστούμι στενό, βλέμμα άδειο, αυτοπεποίθηση δανεική από προσδοκίες άλλων.

«Είναι τόσο ταιριαστοί», είπε μια θεία πίσω μου.

Γύρισα. «Ναι. Ταιριάζουν απόλυτα. Σαν συμβιβασμός με ημερομηνία λήξης».

Στο τραπέζι, άρχισε το πανηγύρι των ερωτήσεων.

«Εσύ, Φαίδρα, πότε;»
«Μόνη σου ακόμα;»
«Δεν φοβάσαι;»
«Ο χρόνος περνάει, ξέρεις…»

Ο χρόνος περνάει. Σαν απειλή. Σαν πρόστιμο. Σαν τιμωρία.

«Όχι», είπα ήρεμα. «Ο χρόνος περνάει για όλους. Απλώς εγώ δεν παντρεύτηκα από φόβο να μη με προσπεράσει».

Η σιωπή έπεσε σαν μαχαιριά στο παστίτσιο.

Η Αμαλία μου ψιθύρισε: «Θα μας βγάλουν έξω».

«Ελπίζω», της είπα. «Έχει καλύτερο αέρα».

Οι λόγοι ξεκίνησαν.

Κουμπάρος, ξάδερφος, φίλος από τον στρατό. Όλοι είπαν για το “τέλειο ζευγάρι”. Για το “πεπρωμένο”. Για το “μαζί για πάντα”. Στην Ελλάδα το “μαζί για πάντα”, το λένε άνθρωποι που δεν μπορούν να μείνουν ούτε δέκα λεπτά μόνοι με τον εαυτό τους.

Κοίταξα την Πηνελόπη. Έγνεφε. Χαμογελούσε. Έπαιζε άψογα τον ρόλο.

Κοίταξα τον Μίλτο. Έσφιγγε το χέρι της όχι σαν στήριγμα, αλλά σαν απόδειξη κατοχής.

Και τότε το είδα. Όχι κάτι μεγάλο. Κάτι ελληνικά μικρό και ύπουλο.

Η Πηνελόπη του ψιθύρισε κάτι. Εκείνος χαμογέλασε προς τα έξω και της είπε χαμηλόφωνα: «Μετά». Το “μετά” στην Ελλάδα σημαίνει: σκάσε τώρα, θα το δούμε ποτέ.

Κάτι μέσα μου τράβηξε χειρόφρενο. Όχι γιατί λυπήθηκα τη νύφη. Αλλά γιατί αναγνώρισα τη σκηνή. Την είχα ζήσει. Την είχα φορέσει. Την είχα χειροκροτήσει.

Το ποτό βοήθησε. Όχι να χαλαρώσω, να καθαρίσω. Όσο η μουσική ανέβαινε, τόσο έβλεπα καθαρότερα. Ζευγάρια που δεν αντέχονταν. Γυναίκες που γελούσαν δυνατά για να μη φανεί η εξάντληση. Άντρες που φοβόντουσαν περισσότερο την κρίση του κόσμου απ’ ό,τι τη δυστυχία τους. Και τότε, έγινε το λάθος. Ο DJ είπε: «Και τώρα… όποιος θέλει να πει κάτι στο τέλειο ζευγάρι!».

Η Αμαλία με κοίταξε πανικόβλητη. «Μην! Σε παρακαλώ!». Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Ο Μίλτος πήρε το μικρόφωνο. Το κράτησε σαν άνθρωπος που δεν ήθελε να μιλήσει,
αλλά είχε κουραστεί να σιωπά. «Δεν είμαι καλός στα λόγια», είπε. Ψέμα. Ήταν καλός στα λόγια. Απλώς μέχρι τώρα τα χρησιμοποιούσε για να κρύβεται. «Δεν θα πω πολλά», είπε. Μερικά χαμόγελα.

«Μεγάλωσα με τη φράση “γίνε άντρας”. Δεν μου εξήγησε ποτέ κανείς τι σημαίνει αυτό, αλλά όλοι ήξεραν πότε αποτύγχανα».

Γέλια. Αναγνωριστικά.

«Άντρας σημαίνει: μην κλαις, μην φοβάσαι, μην κουράζεσαι, και αν κουραστείς… μην το δείξεις». Σήκωσε τους ώμους. «Και κάπως έτσι καταλήγεις σαράντα χρονών,
με σταθερή δουλειά, σταθερή σχέση, και μια μόνιμη κόπωση που δεν γράφεται στο βιογραφικό».

Γέλιο. Πικρό.

«Και μετά έρχεται ο γάμος. Όχι σαν επιλογή. Σαν πιστοποίηση». Κοίταξε γύρω. «Για να ησυχάσουν οι γονείς. Για να σταματήσουν οι συγγενείς να ρωτάνε. Για να μην κοιτάει η θεία σαν να σου λείπει ανταλλακτικό».

Γέλια πιο δυνατά.

«Και κάπου εκεί σου λένε: “Τώρα είσαι σωστός.” Κανείς δεν σε ρωτάει αν είσαι καλά. Μόνο αν είσαι στη σειρά».

Σιωπή μικρή.

«Και μέσα σε όλα αυτά», συνέχισε, «υπάρχει και η Πηνελόπη».

Την κοίταξε.

«Σε εκείνη είπαν κάτι άλλο: να είσαι ήρεμη, να κάνεις υπομονή, να μη χαλάς το κλίμα, και φυσικά… να μη χάσεις τον εαυτό σου, απλώς να τον βάλεις λίγο στην άκρη».

Χαμόγελα νευρικά.

«Και κάπως έτσι ξεκινά η ρουτίνα. Όχι σαν δράμα. Σαν πρόγραμμα».

Γέλια.

«Ξυπνάς, δουλειά, σπίτι, φαγητό, κούραση. Ο έρωτας δεν φεύγει. Απλώς κάθεται στον καναπέ και αποκοιμιέται».

Μια παύση.

«Και όταν το πεις, σου απαντάνε όλοι το ίδιο: “Έτσι είναι”».

Έκανε μια γκριμάτσα.

«Το “έτσι είναι” είναι η πιο ύπουλη φράση. Γιατί σε πείθει ότι η δυστυχία σου είναι φυσιολογική και η αλήθεια σου υπερβολή».

Η αίθουσα είχε σωπάσει.

«Και κάπου εκεί», είπε, «συνειδητοποιείς ότι εγώ θα γίνω ο άντρας που δουλεύει, προσφέρει, αντέχει και εκείνη η γυναίκα που φροντίζει, προσαρμόζεται, ξεχνιέται».

Γύρισε ξανά προς την Πηνελόπη.

«Όχι γιατί δεν αγαπιόμαστε. Αλλά γιατί έτσι μας έμαθαν να υπάρχουμε».

Πήρε ανάσα.

«Και συγγνώμη, αλλά δεν θέλω μια ζωή που χειροκροτείται απ’ έξω και σε πνίγει από μέσα».

Σήκωσε το μικρόφωνο λίγο.

«Δεν είμαι επαναστάτης. Είμαι κουρασμένος».

Γέλιο χαμηλό.

«Και κουρασμένος άνθρωπος, αν δεν μιλήσει, γίνεται σκληρός. Και δεν θέλω να γίνω αυτός».

Άφησε το μικρόφωνο.

Στην αρχή δεν μίλησε κανείς. Όχι από σεβασμό. Από αμηχανία.

Μετά άρχισαν οι ψίθυροι. Σαν μύκητας. Σιγά. Ύπουλα.

Πίσω μας:

«Απαράδεκτο να λέγονται αυτά σήμερα».
«Τέτοια ώρα; Τέτοια μέρα;».
«Κάποια πράγματα λύνονται σπίτι, όχι μπροστά στον κόσμο».

Η Αμαλία γύρισε προς το μέρος μου. «Ίσως έχει δίκιο…».

«Όχι», της είπα. «Απαράδεκτο είναι να τα ζεις και να κάνεις πως δεν υπάρχουν».

Λίγο πιο δίπλα, μια κυρία με ταγιέρ: «Εντάξει μωρέ, όλοι τα περνάνε αυτά. Δεν τα κάνεις και θέμα».

Η Αμαλία με κοίταξε ξανά.

«Ε, ναι… έτσι δεν είναι;».

«Όχι», της είπα.

Μεταφράζεται σε: εγώ υπέφερα σιωπηλά… Κάνε το ίδιο.

Ένας ξάδερφος του Μίλτου, χωρισμένος τρεις φορές, ψιθύρισε αυτάρεσκα: «Αυτά είναι μοντέρνα. Παλιά δεν τα λέγαμε».

Η Αμαλία ψιθύρισε: «Μήπως υπερβάλλουν;».

«Όχι δεν υπερβάλουν. Παλιά απλώς τα έπνιγαν. Και μετά τους έδιναν όνομα: έμφραγμα, καρκίνος, αλκοόλ ή κακή τύχη».

Δύο γυναίκες λίγο πιο πέρα: «Ε, άμα παντρευτούν θα στρώσουν».

Η Αμαλία χαμογέλασε αμήχανα. «Το λένε με καλή πρόθεση…».

«Το “θα στρώσουν”», της είπα, «είναι η ευγενική εκδοχή του “μάθε να αντέχεις”».

Η μάνα της Πηνελόπης, χαμογελαστή, με φωνή γιορτής: «Παιδιά, πάμε να συνεχίσουμε, ε; Μη δίνουμε σημασία».

Η Αμαλία αναστέναξε. «Ίσως πρέπει να το αφήσουν πίσω τους».

Την κοίταξα. «Το “άστο”», της είπα, «είναι ο πιο συχνός τρόπος να θάβεις ανθρώπους ζωντανούς».

Ο DJ ανέβασε τη μουσική.

«Καλά κάνει», είπε κάποιος. «Να φύγει αυτή η βαριά ατμόσφαιρα».

Η Αμαλία ψιθύρισε: «Εντάξει, Ο Μίλτος το παράκανε λίγο…».

«Η ατμόσφαιρα δεν ήταν βαριά», της είπα. «Ήταν αληθινή. Και δεν την αντέχουν».

Πιο δίπλα, ένας τύπος με ποτό στο χέρι: «Εμείς πάντως δεν θα τα λέγαμε αυτά ποτέ».

Η Αμαλία τον κοίταξε. «Τουλάχιστον αυτοί κρατάνε τα προσχήματα».

«Ναι», της είπα. «Κρατάνε και τη δυστυχία. Πακέτο».

Μια άλλη φωνή, σχεδόν με ανακούφιση: «Δόξα τω Θεώ, εμείς είμαστε μια χαρά».

Χαμογέλασα. «Πάντα “μια χαρά” είναι όσοι φοβούνται να κοιτάξουν λίγο πιο μέσα».

Η Αμαλία με κοίταξε σοβαρά. «Τελικά… ποιος έχει άδικο;».

Την κοίταξα ήρεμα. «Κανείς», της είπα. «Απλώς κάποιοι έμαθαν να ζουν με το τέρας και κάποιοι όχι».

«Και γιατί θυμώνουν τόσο;»

«Γιατί όταν κάποιος μιλάει», της είπα, «τους χαλάει το άλλοθι».

Γύρω μας το γλέντι συνέχιζε.
Γέλια πιο δυνατά.
Χοροί πιο έντονοι.
Σαν να ήθελαν να πνίξουν κάτι.

Η Αμαλία χαμήλωσε τη φωνή. «Και τώρα;».

Πήρα την τσάντα μου. «Τώρα τίποτα», της είπα. «Η κοινωνία θα κάνει αυτό που ξέρει: θα πει ψέματα, θα νιώσει ανώτερη και θα συνεχίσει».

Στάθηκα για λίγο. «Αλλά κάποιος σήμερα είπε την αλήθεια. Και αυτό δεν ξελέγεται με μουσική».

Βγήκαμε έξω. Ο αέρας μύριζε καπνό και ανακούφιση. Σαν να έφευγες από χώρο που όλοι φορούσαν ρούχα λίγο πιο στενά απ’ όσο αντέχουν.

Η Αμαλία περπατούσε δίπλα μου σιωπηλή. Μετά είπε: «Ξέρεις τι με τρόμαξε πιο πολύ; Όχι αυτά που ειπώθηκαν. Αλλά πόσο γρήγορα όλοι έκαναν πως δεν άκουσαν».

Χαμογέλασα στραβά.

«Γιατί δεν τους τρόμαξε», της είπα. «Το ξέρουν το τέρας. Ζουν μαζί του χρόνια».

Σταμάτησα.

«Και όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις».

Η Αμαλία με κοίταξε. «Δηλαδή;».

«Δηλαδή μαθαίνεις να λες “έτσι είναι”. Να κλείνεις τα μάτια. Να νιώθεις ανώτερος επειδή άντεξες. Να λες ψέματα και να τα βαφτίζεις ωριμότητα».

Πήρα ανάσα. «Και κάποια στιγμή δεν σε τρομάζει πια η ασχήμια. Σε βολεύει».

Περπατήσαμε λίγο ακόμα.

«Και τότε;» με ρώτησε. «Τι είναι λύτρωση; Να αλλάξουν όλοι;».

Κούνησα το κεφάλι. «Όχι», της είπα. «Η λύτρωση δεν είναι να σκοτώσεις το τέρας. Είναι να μην το αφήσεις να σε εκπαιδεύσει».

Την κοίταξα. «Να μη γίνεις σαν αυτούς που χειροκροτούν τη σιωπή, που λένε “μην το κάνεις θέμα”, που νιώθουν καθαροί επειδή δεν μίλησαν ποτέ».

Χαμογέλασα. Όχι χαρούμενα. Ξεκάθαρα. «Εγώ σήμερα δεν έφυγα καλύτερη. Έφυγα αλώβητη». Και αυτό, σε έναν κόσμο που έχει μάθει να ζει με τέρατα και να τα λέει φυσιολογικά, είναι από μόνο του πράξη ελευθερίας.

Αφροδίτη Αυγερινού

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading