Ο κύριος Παναγιώτης, περίμενε πώς και πώς κάθε μέρα να κλείσει το μαγαζί για να πάει να την δει. Η αγαπημένη του Χριστίνα, ήταν μέρες τώρα στο νοσοκομείο. Θα γίνει καλά, τον είχαν διαβεβαιώσει. Ήταν γερό σκαρί. Ποτέ δεν είχαν χωριστεί ξανά. 40 χρόνια μαζί από μωρά όπως της έλεγε.
«Πώς είναι σήμερα η κυρία Χριστίνα;», ρωτούσαν οι πελάτες.
«Είναι σκληρό καρύδι», καυχιόταν εκείνος και φούσκωνε το στήθος του.
Εκείνη μπορεί να ήταν σκληρό καρύδι, αλλά εκείνος ένιωθε σαν ετοιμόρροπο δεντράκι. Ένα φύσημα και θα έσπαγε. Δεν μπορούσε χωρίς εκείνη. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα χωρίς να είναι δίπλα της. Όχι από συνήθεια, αλλά γιατί ήταν ακόμα ερωτευμένος μαζί της.
Γνωρίστηκαν στο σχολείο και έγιναν αμέσως φίλοι. Ήταν πολύ μικροί για να ξέρουν τι ήταν αυτό που ένιωθαν, τι ήταν αυτό που τους ένωνε. Μεγαλώνοντας η φλόγα συνέχιζε να σιγοκαίει, μέχρι που ο Παναγιώτης βρήκε το θάρρος να της ζητήσει να βγουν ραντεβού. Την πήγε σε ένα ζαχαροπλαστείο και εκεί ανάμεσα σε μια πάστα σοκολάτας και στο ντροπαλό της γέλιο, κατάλαβε τι θα πει γλυκιά ζωή.
«Πότε θα βγει;», ρώτησε μια γυναίκα ένα πρωί ενώ έπαιρνε την παραγγελία της.
Εκείνος ξεφύσηξε και σήκωσε τους ώμους. «Σύντομα», χαμογέλασε με δυσκολία. «Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον. Στο καλό να πάτε», έδωσε στα χέρια της το κουτί με τα γλυκά και την αποχαιρέτισε.
Το ζαχαροπλαστείο τους ήταν σε μια ήσυχη γειτονιά στην πόλη που ζούσαν. Εκεί μέσα έχτισαν όλα τα όνειρά τους. Εκεί μέσα είδε το κορίτσι του να μεγαλώνει και να γίνεται μια υπέροχη γυναίκα. Εκεί την είδε να δημιουργεί, να ονειρεύεται, να εξελίσσεται αλλά και να απογοητεύεται. Πάντα της έδινε θάρρος, όπως έκανε και εκείνη άλλωστε. Ο ένας έσπρωχνε τον άλλον και έτσι πήγαν και οι δύο μπροστά. Η φαντασία της ήταν αστείρευτη. Έπιανε στα χέρια της απλά υλικά και τα μεταμόρφωνε σε ονειρεμένα γλυκά. Η ευγένειά της κέρδιζε όποιον την γνώριζε. Το χαμόγελό της μαρτυρούσε την ευτυχία της. Αγαπούσε αυτό που έκανε. Αγαπούσε αυτόν που είχε δίπλα της. Το πρώτο τους ραντεβού στο ζαχαροπλαστείο είχε γίνει το σημάδι της πορείας τους. Αυτό ήθελαν να κάνουν. Να κάνουν την ζωή πιο γλυκιά.
Τα πράγματα δεν ήταν πάντα ρόδινα, φυσικά. Η μεγαλύτερη δοκιμασία τους ήταν όταν έμαθαν ότι δεν θα κατάφερναν ποτέ να κάνουν παιδιά. Η Χριστίνα δεν μπορούσε να μείνει έγκυος. Αυτό την διέλυσε. Ένιωθε ανίκανη. Ένιωθε μισή. Ένιωθε ότι έφταιγε εκείνη που θα στερούσε την οικογένεια από εκείνον που αγαπούσε. Κλείστηκε στον εαυτό της και δεν ήθελε να βγαίνει καθόλου από το σπίτι. Ο Παναγιώτης ανέλαβε τότε τα πάντα. Της έδωσε όσο χρόνο χρειαζόταν για να συνέλθει. Για να καταλάβει ότι το μεγαλύτερο δώρο στην ζωή του ήταν αυτή η ίδια.
«Εσύ και μόνο εσύ! Χωρίς εσένα δεν υπάρχει ζωή. Δεν υπάρχει τίποτα. Εσένα αγαπάω πιο πολύ από οτιδήποτε. Πιο πολύ και από εμένα. Δεν θέλω να βάλεις σε κίνδυνο την υγεία σου. Δεν θα αντέξω να σε χάσω».
Αυτά και άλλα πολλά της έλεγε και εκείνη με την πλάτη γυρισμένη στο κρεβάτι, τον άκουγε χωρίς να μιλάει. Αυτός όμως άκουγε τον κόμπο στον λαιμό της, τα δάκρυα που έτρεχαν στα μάγουλά της και τις άσχημες σκέψεις που έκανε για τον εαυτό της. Πόσο μικρή και λίγη ένιωθε. Δεν άντεχε στην σκέψη ότι θεωρούσε τον εαυτό της έτσι. Χάιδευε τα μακριά μαύρα μαλλιά της τόσο απαλά, σαν να της έλεγε ότι είναι εκεί για εκείνη χωρίς να χρειαστεί να του το ζητήσει. Αγκάλιαζε τόσο απαλά το μαζεμένο σώμα της, σαν μια ασπίδα που θα την προστάτευε από οτιδήποτε την απειλούσε. Και εκείνη τη στιγμή ήταν ο ίδιος της ο εαυτός.
«Γιατί γύρισες τόσο νωρίς;», του είπε με απορία ένα μεσημέρι που τον είδε να μπαίνει στο σπίτι.
«Νόμιζα ότι θα κοιμόσουν», απάντησε με ειλικρίνεια.
«Ώστε κλείνεις νωρίτερα το μαγαζί για να έρχεσαι σπίτι να με βλέπεις;»
«Χριστίνα μου… Κορίτσι μου… Θέλω να είμαι μαζί σου. Δεν μπορώ χωρίς εσένα»
«Το ξέρω, γλυκέ μου. Αλλά δεν θέλω να κλείνεις νωρίτερα το μαγαζί για εμένα. Δεν θα έχουμε πελάτες στο τέλος. Και τα γλυκά τι τα κάνεις; Σε παρακαλώ! Το χτίσαμε το μαγαζί με τόσο κόπο. Θέλω να τα ξεπουλάς όλα και μετά να γυρίζεις σε εμένα. Κάνε μου την χάρη! Υποσχέσου το!»
«Καλά, στο υπόσχομαι», είπε με βαριά καρδιά. «Θα ξεπουλάω και μετά θα έρχομαι. Να είσαι ήσυχη. Δεν θέλω να τα σκέφτεσαι και αυτά. Θέλω να μαζέψεις τις δυνάμεις σου και να γυρίσεις στο μαγαζί. Όχι για να δουλέψεις. Για να μου κάνεις παρέα. Να μου κρατάς συντροφιά. Να είμαστε πάλι μαζί. Μαραζώνω, Χριστίνα μου. Σε σκέφτομαι να είσαι εδώ στο σπίτι μόνη σου και να κατηγορείς τον εαυτό σου. Να μην θες να βγεις από το σπίτι και να πας μια βόλτα να δεις τις φίλες σου. Σου είπα ξανά για την υγεία σου. Ανησυχώ. Δεν θέλω να βάλεις σε κίνδυνο ούτε το σώμα σου ούτε τη ψυχή σου»
«Θα επιστρέψω την άλλη εβδομάδα», το αποφάσισε εκείνη τη στιγμή και τον κοίταξε στα μάτια. Είδε τα δικά του να λάμπουν αμέσως. «Για να σου κάνω παρέα. Και όταν βρω ξανά όρεξη, θα θυμηθώ την αγάπη μου για τα γλυκά. Μέχρι τότε δεν πρέπει να ξεχάσω την αγάπη μου για εσένα. Στάθηκες βράχος ακλόνητος στο πλάι μου. Αυτή είναι η μεγαλύτερη σου αρετή. Ξέρω ότι αν πέσω θα με πιάσεις. Θα με κλείσεις μετά στην αγκαλιά σου…»
«Και θα σε γεμίσω φιλιά», έτρεξε κοντά της και την έκλεισε στην αγκαλιά του.
Τα χρόνια πέρασαν από τότε και η ζωή επανήλθε στην γνωστή της γλύκα. Πάτησαν τα 50, άλλαξαν στην εμφάνιση, μα όχι στην καρδιά τους. Αυτή συνέχιζε και μοίραζε αγάπη. Μέχρι που ήρθε μια αρρώστια και τους χώρισε για τα καλά. Γυρνούσε σε ένα άδειο σπίτι πια ο κύριος Παναγιώτης. Δουλειά, νοσοκομείο, σπίτι. Αυτή ήταν πλέον η καθημερινότητά του.
«Ανυπομονείς να πας την δεις, ε; Σε βλέπω, ταξιδεύει ο νους σου»
«Στο Χριστινάκι μου ταξιδεύει ο νους μου», αναστέναξε. «Καλά τα λες, φίλε μου. Ανυπομονώ να πάω να την δω. Με έχει βάλει όμως να υποσχεθώ ότι θα πηγαίνω μόνο όταν τελειώνω την δουλειά»
Ο φίλος του, ο Ανδρέας, ήταν χρόνια πελάτης του και ήξερε πολύ καλά την σχέση που είχαν οι δύο τους. Καταλάβαινε τον πόνο αυτού του αποχωρισμού. Την αγωνία και την ανησυχία του φίλου του. Δεν ήθελε να επέμβει στο θέλημα της Χριστίνας. Αφού αυτό του είπε να κάνει, αυτό έπρεπε να γίνει. Μπορούσε όμως να κάνει κάτι άλλο. Και έτσι του ήρθε μια ιδέα πώς να βοηθήσει το ζευγάρι. Θα ήταν κάτι απλό αλλά συλλογικό. Χρειαζόταν την βοήθεια όλων.
Έτσι ξεκίνησε ο Ανδρέας να μαζεύει τους κατοίκους της περιοχής, τους πελάτες του μαγαζιού και τους κοινούς τους φίλους. Έτσι έφτασε μέχρι και σε ένα σωρό άγνωστους που όταν έμαθαν την ιστορία του κυρ Παναγιώτη και της κυρά Χριστίνας, ήθελαν και εκείνοι να βοηθήσουν. Όλοι μαζί θα τα κατάφερναν. Μέχρι να γίνει ξανά καλά η γυναίκα του και να επιστρέψει κοντά του.
Ένα από τα επόμενα πρωινά, ο κύριος Παναγιώτης έφτασε αξημέρωτα στο μαγαζί να το ανοίξει. Ετοίμασε τα πρώτα γλυκά και βγήκε μπροστά. Είδε από έξω και περίμεναν δύο ζευγάρια και ένας νεαρός άντρας. Του έκανε εντύπωση τόσο νωρίς να έχει κόσμο. Άνοιξε την πόρτα και τους καλωσόρισε. Δεν πέρασε πολλή ώρα και έφτασαν και άλλοι πελάτες. Τους εξυπηρέτησε και αυτούς με χαρά. Αμέσως έφτασαν και άλλοι, κάποιοι γνωστοί και κάποιοι άγνωστοι. Κάποιοι τακτικοί και κάποιοι νέοι. Όλοι είχαν την ίδια ανυπομονησία να αγοράσουν τα γλυκά του. Η κοσμοσυρροή αυτή άφησε έκπληκτο τον κύριο Παναγιώτη που δεν είχε καταλάβει ακόμα τον λόγο. Δεν πρόλαβε να πάει μεσημέρι και είχε ξεπουλήσει!
«Άντε! Ακόμα εδώ είσαι;», μπήκε κάποια στιγμή μέσα ο Ανδρέας και επιθεώρησε τον χώρο. Όλα είχαν πάει όπως έπρεπε. Είχαν φύγει όλα τα γλυκά. Μπορούσε τώρα να φύγει και ο Παναγιώτης.
«Τώρα φεύγω! Δεν μπορώ να το πιστέψω, Ανδρέα! Θα πάω νωρίς σήμερα να δω το κορίτσι μου!»
«Και αύριο νωρίς θα πας, φίλε μου»
Ο Παναγιώτης στάθηκε και τον κοίταξε απορημένος. Κοίταζε μια αυτόν και μια τους άδειους δίσκους.
«Και αύριο νωρίς θα πάω;», τον έπνιξε ο λυγμός και σκούπισε τα μάτια του.
«Και αύριο και κάθε μέρα. Μέχρι να γυρίσει το κορίτσι σου»
«Σε ευχαριστώ», πήγε και τον αγκάλιασε για το δώρο αυτό που του είχε κάνει. Δώρο αδελφικό.
«Δεν αργεί η μέρα. Να είσαι δυνατός, Παναγιώτη. Δεν είσαι μόνος. Είμαστε όλοι μαζί σου!»
«Σε ευχαριστώ, αδερφέ μου. Γιατί έτσι θα σε λογάω. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που έκανες για εμένα»
«Άντε! Μη με κάνεις και εμένα και μυξοκλαίω. Άντε να την βρεις! Και να έχετε πάντα μια ζωή όλο γλύκα!»
«Μία γλυκιά ζωή», χαμογέλασε και έφυγε να πάει κοντά της. Και όντως δεν άργησε η μέρα που βγήκε από το νοσοκομείο και επέστρεψε πιο δυνατή πίσω στην θέση της. Δίπλα στον αγαπημένο της.
CC
