Ο Ανδρέας Αναγνωστόπουλος ήταν, εκτός από επιτυχημένος δικηγόρος, ένας πολύ υποσχόμενος πολιτικός. Στο ενεργητικό του μέχρι την ηλικία των σαράντα, μέτραγε πολλές νικηφόρες δίκες, στις οποίες είχε πρωταγωνιστήσει και είχε κερδίσει με το σπαθί του. Για αυτό και οι ανταγωνιστές του στο άκουσα του ονόματός του, ήξεραν από την αρχή ότι η τύχη και η επιτυχία δεν ήταν με το μέρος τους.
Όταν ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, του έκανε την πρόταση να τον συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιό του, γνώριζε πολύ καλά ότι ο Ανδρέας όχι μόνο θα έβγαινε, αλλά θα ήταν και ο πρώτος των πρώτων. Δεν ήταν μόνο οι ικανότητες του σαν δικηγόρος που τον ξεχώριζαν, αλλά ήταν επικοινωνιακός, ευχάριστος και συγχρόνως πολύ σοβαρός. Το παρουσιαστικό του, χωρίς να είναι ιδιαίτερα ξεχωριστό -ένας άντρας σαν όλους τους άλλους- κατείχε όμως δύο σπουδαία όπλα, το χαμόγελό του και την καθαρή του ματιά.
Ο Ανδρέας πίστευε ότι τα έργα και οι πράξεις είναι αυτά που αξιολογούν έναν πολιτικό, τα λόγια τα άφηνε για την αγόρευση στο δικαστήριο. Ο λαός έχει ανάγκη από ανθρώπους που νοιάζονται για αυτόν, έλεγε συνέχεια και το πίστευε μέχρι το μεδούλι του.
Ο Ανδρέας από την φύση του ήταν άντρας με όραμα, έβλεπε μπροστά και η αισιοδοξία κύλαγε στο αίμα του. Έναν χρόνο πριν τις εκλογές, όργωσε όλη την χώρα και κυρίως την Πελοπόννησο και τον νομό Μεσσηνίας από όπου καταγόταν. Δεν άφησε χωριό και κωμόπολη που δεν πήγε, κάθισε στις καρέκλες των καφενείων από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα για να ακούσει τα παράπονα του κοσμάκη, περπάτησε σε πολλά στενά δρομάκια για να συναντήσει και τον πιο ανήμπορο άνθρωπο για να μάθει περισσότερα για τον τόπο και τα προβλήματά του. Κράταγε σημειώσεις και συγχρόνως το στόμα του κλειστό ή σχεδόν, μην του βγει καμιά λέξη και μετά να πρέπει να την πάρει πίσω.
Πώς θα με εμπιστευτεί ο λαός μετά, αν εγώ δεν μπορώ να ικανοποιήσω τις πιο μικρές του ανάγκες; έλεγε κουνώντας το κεφάλι σκεφτικός.
Οι παραμονές των εκλογών πλησίαζαν και το σπίτι του τον έβλεπε μόνο για τα αναγκαία. Οι γονείς του αν και περήφανοι για τον γιο τους, ανησυχούσαν .
«Μα παιδί μου, τι την ήθελες την πολιτική; Σάμπως σου έλειπαν τα χρήματα ή η δόξα; Και καλή δουλειά έχεις και αναγνωρισιμότητα. Είναι και το άλλο, βρε παιδί μου. Πότε θα βρεις μια κοπέλα να νοικοκυρευτείς κι εσύ; Να δούμε κανένα εγγόνι; Τα χρόνια περνούν, πλησιάζεις τα σαράντα, πόσο θα ζήσουμε κι εμείς;», αυτά του έλεγε η μάνα του κάθε λίγο. Ο πατέρας του συμφωνούσε με την γυναίκα του. Πού να τολμήσει να της πάει κόντρα; Μετά, όταν πέρναγε η μπόρα, έδινε ένα ελαφρύ χτύπημα στους ώμους του γιού του, λέγοντάς του: “Μην ανησυχείς καλέ μου, κάνε εσύ αυτά που πρέπει και έχει ο Θεός. Και γυναίκα θα βρεις και μάλιστα την πιο κατάλληλη”.
Πόσο σοφός ήταν αυτός ο πατέρας, μόνο και μόνο που έκανε πίσω στα έντονα θέλω της γυναίκας του, που υπεραγαπούσε και δεν ήθελε να της χαλάσει κανένα χατίρι. “Ό,τι θέλει η κορώνα μου|, έλεγε συνέχεια, αλλά πολλές φορές τελικά γινόταν το δικό του. Ήξερε να κρατάει το τιμόνι καλά ο Σπύρος Αναγνωστόπουλος, τι σόι καπετάνιος θα ήταν αν δεν μπορούσε να κουμαντάρει το σπίτι του; Αυτόν είχε σαν παράδειγμα ο Ανδρέας και για αυτό δεν ανησυχούσε για το μέλλον του. Προτεραιότητα είχε ο λαός και μετά εκείνος. Έτσι έβαλε τα δυνατά του και το θετικό αποτέλεσμα δεν άργησε να φανεί. Θριάμβευσε στις εκλογές, μαζί και το κόμμα στο οποίο ανήκε, εκλέχτηκε πρώτος με την υποστήριξη της γενέτειράς του και των κατοίκων της.
Η επόμενη μέρα, τον βρήκε στα γραφεία του αρχηγού του κόμματος, λαμβάνοντας τα συγχαρητήρια όλων των συνεργατών του, ακόμη και των αντιπάλων του, που γνώριζαν πολύ καλά ότι ο Αντρέας δεν ήταν ένας τυχαίος πολιτικός. Με λίγα λόγια ήταν το μέλλον της Ελλάδας, γιατί ήταν ηθικός, ταλαντούχος, με οράματα και όρεξη για πολύ δουλειά.
Ανέλαβε το υπουργείο δικαιοσύνης, όπως ήταν αναμενόμενο λόγω των εξαιρετικών ικανοτήτων του σαν δικηγόρος. Οι συνθήκες των φυλακών και του εγκλεισμού των φυλακισμένων σε αυτές, ήταν το πρώτο που τον απασχόλησε. Ξεκίνησε την αναβάθμιση των φυλακών, αφού προηγήθηκαν οι προσωπικές του επισκέψεις σε όλα τα ιδρύματα της χώρας, καταγράφοντας τις ελλείψεις, τα παράπονα και οτιδήποτε άλλο απασχολούσε, τόσο τους φυλακισμένους όσο και τους δεσμοφύλακες.
Του άρεσε να δουλεύει μόνος, ήταν συγκεντρωτικός χαρακτήρας, κράταγε σημειώσεις για τα κελιά, το φαγητό και ό,τι άλλο του κινούσε το ενδιαφέρον. Ζήτησε από τους διευθυντές να φωτογραφίσουν τους χώρους και το πώς κινούνταν οι φυλακισμένοι στο προαύλιο ή στην αίθουσα του φαγητού, στα πλυντήρια, στα μαγειρεία. Ήταν πολύ περισσότεροι οι έγκλειστοι από όσο μπορούσαν να αντέξουν οι φυλακές, που δεν είχαν ανακαινιστεί ποτέ. Πώς να ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι σε τέτοιες συνθήκες; Και με τι εφόδια θα βγουν στον έξω κόσμο, όταν θα έχει τελειώσει η έκτιση των ποινών τους;
Αρχικά οι χώροι καθαρίστηκαν, μερικές αίθουσες, οι πιο μεγάλες, μετατράπηκαν σε σχολεία, υποτυπώδη βέβαια, με ελάχιστα βιβλία και μόνο με καρέκλες σαν και αυτές τις ψάθινες που έχουν στις ταβέρνες. Ένα μικρό θαύμα γεννήθηκε, πως από το τίποτα μπορεί να βγει κάτι τόσο καλό και μεγαλειώδες! Δεν ήταν εύκολο να επανδρωθούν με δασκάλους οι τάξεις, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι περισσότεροι ήταν αναλφάβητοι; Αν ανάμεσα στους έγκλειστους υπήρχαν γραμματιζούμενοι, τότε οι δεύτεροι είχαν την ευκαιρία να μειώσουν την ποινή τους, αρκεί να δεχτούν να γίνουν με την σειρά τους και εκείνοι δάσκαλοι και να μοιραστούν τις γνώσεις τους με τους υπόλοιπους.
Μα τι μεταρρυθμίσεις ήταν αυτές, πρωτοποριακές, μοναδικές για την εποχή! Τι μυαλό τις είχε σκεφτεί και πόσο θάρρος χρειαζόταν για να τις κάνει κάποιος πράξη!
Πολλά σχέδια ανάπτυξης είχαν μείνει στα χαρτιά, γιατί απλά δεν υπήρχε μία πολιτική σταθερότητα. Όμως ο νέος υπουργός δικαιοσύνης τόλμησε να βάλει σε πράξη τα όνειρά του, για μία χώρα που έπρεπε να βγει από την αφάνεια, την οικονομική κρίση. Για μία χώρα που είχε διώξει τόσους Έλληνες, για μία χώρα που μαστιζόταν από την ανέχεια, τις υποτιμήσεις του νομίσματός της, για μία υπέροχη, πανέμορφη χώρα, που οι άνθρωποί της έπρεπε να βελτιώσουν το επίπεδο διαβίωσης.
Πολλές φορές ήρθε σε σύγκρουση με τον πρωθυπουργό και τους υπόλοιπους συναδέλφους του, γιατί κανείς μέχρι τώρα δεν είχε δώσει την απαιτούμενη σημασία στο δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα. Τα αποτελέσματα δεν φάνηκαν αμέσως, όμως ο Ανδρέας ήλπιζε και επέμενε.
Όταν πέρασε ο πρώτος χρόνος από την εκλογή του, η υπερκόπωση του χτύπησε την πόρτα, έτσι άρχισε να ρίχνει για πολύ λίγο τους ρυθμούς του. Ένα βράδυ του Μαρτίου, που η άνοιξη είχε κάνει την εμφάνισή της, προτίμησε να βγει για ένα περπάτημα προς το κέντρο της Αθήνας αντί να πάει στο σπίτι κατευθείαν και από ένστικτο κατηφόρισε προς την Ομόνοια, προς την Αγίου Κωνσταντίνου. Κατηφορίζοντας την Πανεπιστημίου, αισθάνθηκε μία ευφορία από την μυρωδιά που ανέδυαν οι νεραντζιές. Αχ πόσο του άρεσε αυτή η εκλεπτυσμένη και ταυτόχρονα πικρή μυρωδιά, του θύμιζε το χωριό του πατέρα του όταν πέρναγε μικρός τις διακοπές του Πάσχα. Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε μπροστά από το Εθνικό θέατρο. Τι πανέμορφο κτίριο ήταν αυτό, τι αρχιτεκτονική! Στο λεπτό έγινε μάρτυρας μίας επίθεσης που δέχτηκε μία γυναίκα από έναν νεαρό. Κεραυνός να τον είχε χτυπήσει δεν θα αντιδρούσε έτσι. Τι να κάνει, να επιτεθεί στον άγνωστο κλέφτη; Προτίμησε να τον φοβίσει βάζοντας την φωνή αγριεμένα.
«Άσε την γυναίκα ήσυχη, μ’ ακούς; Φύγε γρήγορα!»
Ο νεαρός τρομαγμένος έτρεξε μέσα στα σκοτάδια, αφήνοντας την γυναίκα πίσω σαστισμένη. Η δύστυχη δεν είχε μπορέσει να αντιδράσει και με τρεμάμενη φωνή ευχαρίστησε τον σωτήρα της.
«Μα δεν πρέπει να κυκλοφορείτε μόνη τέτοια ώρα», της είπε, χωρίς να μπορεί να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Ήταν ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο για αυτόν, ποτέ δεν είχε νιώσει για μία γυναίκα έτσι από την πρώτη ματιά.
«Σας ευχαριστώ. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, ούτε που το κατάλαβα, πώς με άρπαξε από το χέρι. Πάντως δεν θα πρέπει να είχε κακές προθέσεις, αλλιώς θα με είχε ρίξει κάτω αμέσως. Ίσως να έψαχνε για χρήματα για το φαγητό του. Δεν είδατε πόσο αδύναμος ήταν ο καημένος;»
«Αφήστε με να σας συνοδέψω μέχρι το σπίτι σας τουλάχιστον» , συνέχισε ο Ανδρέας.
«Σας ευχαριστώ, δεν μένω σε σπίτι, σε ένα ξενοδοχείο, λίγο πιο κάτω πηγαίνω, στο Κίμων. Μην σας βάζω σε κόπο»
«Επιμένω, αφήστε με να προσφέρω κάτι παραπάνω από την προστασία μου. Είναι τόσο γλυκιά η βραδιά, εξάλλου δεν είναι μακριά το ξενοδοχείο σας, ούτε πέντε λεπτά»
Οι δύο ξένοι έφτασαν στο ξενοδοχείο χωρίς να έχουν ανταλλάξει παρά μόνο ελάχιστες λέξεις. Και οι δύο αισθάνονταν αμήχανα, μόνο ο Ανδρέας για να σπάσει ο πάγος σχολίασε το πόσο υπέροχη ήταν η βραδιά, με τις μυρωδιές των δέντρων να γαργαλούν και τις πιο απαιτητικές αισθήσεις. Όταν έφτασαν έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου, ο Ανδρέας καληνύχτισε την άγνωστη μέχρι στιγμής γυναίκα.
«Επιτρέψτε μου να σας συστηθώ έστω και την ύστατη στιγμή. Με λένε Ανδρέα, εσάς;»
«Είμαι η Σεράνο. Χαίρω πολύ», του είπε με την ζεστή φωνή της, δίνοντάς του το χέρι για να τον χαιρετήσει.
Με το πρώτο άγγιγμα και τα δύο χέρια ηλεκτρίστηκαν. Λέξεις δεν βγήκαν από το στόμα, παρά μόνο βλέμματα. Τα μάτια του ενός κάρφωναν τα άλλα απέναντι, σιωπηλά. Μία νέα συμφωνία, όχι πολιτική αλλά διαφορετική, με ψυχή, φάνηκε να ξεκινάει εκεί στα σκοτεινά.
«Μα τι περίεργο όνομα είναι αυτό! Πώς έχει προκύψει;», ρώτησε με απορία ο Ανδρέας.
«Α, έτσι έλεγαν την γιαγιά μου και το πήρα κι εγώ με τη σειρά μου», απάντησε η γυναίκα.
«Χάρηκα πολύ, ελπίζω να ξαναβρεθούμε ίσως σύντομα, φυσικά όχι με τις ίδιες συνθήκες», πρόσθεσε εκείνος.
Αφού καληνύχτισε ο ένας τον άλλο, χώρισαν, αλλά όχι για πάντα!
Πέρασε λίγος καιρός μέχρι να διασταυρωθούν ξανά οι δρόμοι τους. Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να ξεχάσει αυτό το βλέμμα, το γλυκό, το ταπεινό, αλλά και δυνατό συγχρόνως, ούτε φυσικά το άγγιγμα των χεριών τους, ούτε τα μαύρα της μαλλιά και το σταρένιο δέρμα. Η δουλειά όμως και η θέση του, δεν του άφηναν παρά μόνο ελάχιστο χρόνο για προσωπική χαλάρωση.
Ήταν λίγο μετά το Πάσχα, όταν ο Ανδρέας έλαβε μία πρόσκληση από τον πρωθυπουργό για την επίσημη παράσταση του εθνικού θεάτρου για την εαρινή σεζόν. Φυσικά θα ήταν όλο το υπουργικό επιτελείο, πολλά πολιτικά και σπουδαία πρόσωπα της εποχής. Η παράσταση στην οποία θα παρευρισκόταν, ήταν η Μαρία Στιούαρτ, ένα πολύ σημαντικό έργο όπου τα πάθη μετατρέπονται σε φιλοδοξίες, η πολιτική σε ίντριγκα και συνωμοσίες. Ένα έργο τόσο επίκαιρο για την εποχή εκείνη, που η πολιτική σταθερότητα ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Αντρέας κάθισε στις πρώτες θέσεις, περιμένοντας να αρχίσει το έργο. Μα τι έκπληξη ήταν αυτή! Η πρωταγωνίστρια δεν του ήταν καθόλου άγνωστη. Ήταν η γυναίκα που είχε συναντήσει πριν λίγο μήνες έξω από το θέατρο και την είχε σώσει από τον κλέφτη. Μα τι σχέδια κάνει η ζωή! Εκεί που δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του, να που βρέθηκε με σάρκα και οστά μπροστά του, να παίζει έναν τόσο απαιτητικό ρόλο.
Έριξε μια κλεφτή ματιά στο πρόγραμμα για να διαβάσει για εκείνη. Ήταν η διάσημη ηθοποιός Σεράνο Βάλλι, από το Μιλάνο της Ιταλίας, με ελληνική καταγωγή. Για αυτό δεν είχε ακούσει για αυτή τόσα χρόνια. Ήταν φημισμένη στην χώρα της και όχι μόνο. Είχε αναλάβει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, κυρίως γυναικών που είχαν παίξει σπουδαίο ρόλο στην ιστορία, όπως αυτή της Μαρίας Στιούαρτ.
Όταν ξεκίνησε η παράσταση, τα μάτια όλων των θεατών ήταν καρφωμένα στην πρωταγωνίστρια, θα μπορούσε να ικανοποιήσει άραγε τις απαιτήσεις του κόσμου; Θα ήταν το παίξιμό της αντάξιο της φήμης της;
Ο Ανδρέας παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα, κοίταγε την γυναίκα αυτή στα μάτια και στα χείλια μην του ξεφύγει καμία λέξη. Εκείνη φυσικά τον είχε διακρίνει από τα πρώτα λόγια της, αλλά η εμπειρία της φυσικά ήταν τόσο μεγάλη, που δεν της άφησε περιθώρια για λάθη. Το πάθος ξεχείλιζε από τα χείλη της και το κορμί ακολουθούσε και κουνιόταν ανάλογα. Και να μην έβγαιναν λέξεις, μόνο το σώμα μπορούσε να καθηλώσει και τον πιο απαιτητικό θεατή.
Όταν έφτασε το τέλος, με το θάνατο της πρωταγωνίστριας, λέξεις όπως: μπράβο, τέλεια… ακούστηκαν από το βάθος της αίθουσας. Σε πολύ λίγο σηκώθηκαν όλοι χειροκροτώντας τους ηθοποιούς. Χρειάστηκαν τρία ανκόρ για να λήξει, προσωρινά φυσικά, ο θρίαμβος της ηθοποιού. Η Σεράνο έψαχνε με τα μάτια της τον Ανδρέα και όταν πληροφορήθηκε για το ποιος ήταν, τελικά έβγαλε μία κραυγή από το στόμα. Ποιος να το περίμενε, ότι η τυχαία γνωριμία της με αυτόν τον άντρα θα ήταν μοιραία…
Πέρασαν λίγες μέρες και ένα βράδυ ο Ανδρέας στήθηκε σιωπηλά έξω από το θέατρο, μόνος στο σκοτάδι, διακριτικά μην τυχόν και τον αναγνωρίσει κανείς. Η Σεράνο ξεπρόβαλε φορώντας ένα δαντελένιο μακρύ φόρεμα, με τα μαλλιά της μαζεμένα χαλαρά στον λαιμό. Το περπάτημα της θύμιζε νεράιδα, αέρινο, μαγικό.
«Καλησπέρα ωραία μου κυρία, ελπίζω να μην ενοχλώ»
Η Σεράνο γύρισε προς την φωνή, την είχε αναγνωρίσει αμέσως, αλλά ήθελε να βεβαιωθεί ότι είχε μαντέψει σωστά.
«Όχι δεν με ενοχλείτε, αντίθετα χαίρομαι που σας ξαναβλέπω», απάντησε εκείνη, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Δεν περίμενε ότι θα την αναζητούσε, μα να που η κρυφή επιθυμία της για μία συνάντηση, πραγματοποιήθηκε πολύ γρήγορα. Ήταν όμως καλή ηθοποιός και μπόρεσε να κρύψει τα συναισθήματα χαράς που ένιωσε.
«Μήπως θα μπορούσατε να μου χαρίσετε λίγο από τον χρόνο σας για ένα ποτήρι κρασί, ή μήπως είναι τόσο τολμηρό αυτό που ζητάω;», την ρώτησε και τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα κόκκινα χείλη της που έμοιαζαν με ρόδι. Περίμενε να βγουν από το στόμα της οι λέξεις που ήλπιζε βαθιά η ψυχή του.
«Μα βέβαια, θα ήθελα να γνωρίσω από κοντά τον υπουργό δικαιοσύνης. Έχω ακούσει τόσα για σας»
«Συγχωρήστε για την μυστικότητα, αλλά καταλαβαίνετε ότι η θέση μου είναι πού δύσκολη»
Όταν έφτασαν στο ξενοδοχείο που διέμενε η Σεράνο, ήταν αρκετά αργά. Οι δυο τους κάθισαν στον μικρό δερμάτινο καναπέ δίπλα δίπλα, σαν να ήταν ζευγάρι που γνωρίζονταν από παλιά.
«Επιτρέψτε μου να συστηθώ σωστά αυτή την φορά. Είμαι ο Ανδρέας Αναγνωστόπουλος, υπουργός δικαιοσύνης και δικηγόρος. Εσείς φυσικά δεν είναι ανάγκη να μου πείτε το όνομά σας. Όλη η Αθήνα μιλάει για σας αυτές τις μέρες. Μόνο εγώ δεν γνώριζα την ύπαρξη μιας τόσο ταλαντούχου ηθοποιού με διεθνή καριέρα, γιατί η ζωή μου όλη είναι αφιερωμένη σε άλλον σκοπό, διαφορετικό από τον δικό σας»
Το κόκκινο κρασί βοήθησε να σπάσει ο πάγος εντελώς και οι δυο τους μιλούσαν ασταμάτητα για την ζωή τους και τα όνειρά τους. Η μία κουβέντα του ενός συμπλήρωνε την αντίστοιχη του άλλου, σαν να γνωρίζονται χρόνια. Σαν να μην κατάγονται από διαφορετικούς λαούς. Δύο άνθρωποι που βάδιζαν σε διαφορετικά μονοπάτια, όμως η ψυχή όταν ερωτεύεται δεν κοιτάει καταγωγή, επαγγέλματα, χρήμα ή δόξα. Η ψυχή είναι ταπεινή και γίνεται ένα με την ψυχή του άλλου. Το ίδιο συνέβη με τους δύο αυτούς ανθρώπους που δίψαγαν για αγάπη. Δύο άνθρωποι που τα είχαν όλα, δόξα, χρήμα, προβολή. Το μόνο που τους έλειπε ήταν να βρουν το άλλο τους μισό και το βρήκαν ο ένας στον άλλον.
Οι μήνες που ακολούθησαν ήταν οι καλύτεροι που είχαν βιώσει μέχρι τώρα. Το καλοκαίρι έμοιαζε με την ένωση που κάνει ο ήλιος με την θάλασσα όταν εκείνος πέφτει και χάνεται στο μπλε της χρώμα. Ο Ανδρέας νοίκιασε ένα εξοχικό σπίτι κοντά στην Αθήνα για να μπορεί να βρίσκεται στο υπουργείο γρήγορα, η Σεράνο ανέβαλε την αναχώρησή της για την Ιταλία για το φθινόπωρο. Οι δύο τους ζούσαν το όνειρό τους, συζητώντας ατελείωτες ώρες κάτω από τα αστέρια ή κολυμπώντας νωρίς το πρωί πριν ο ήλιος σηκωθεί για τα καλά. Δύο κόσμοι τόσο διαφορετικοί αλλά και τόσο ίδιοι.
Φυσικά ο τύπος δεν τους άφησε ήσυχους, στην αρχή δεν έδωσε σημασία κανείς, όμως όταν πέρασαν οι δύο πρώτοι μήνες, ο πρωθυπουργός κάλεσε τον Ανδρέα στο γραφείο του για να του τονίσει την σοβαρότητα της κατάστασης.
«Εδώ μιλάμε για σκάνδαλο, ένας υπουργός δικός μου και μάλιστα ο πιο αγαπητός να έχει μπλέξει με μία θεατρίνα. Απαιτώ να διαλύσεις την σχέση σου, γιατί έρχονται δύσκολες μέρες για την χώρα και θα αναγκαστώ να κάνω ανασχηματισμό. Δεν θα ήθελα να λείπεις από το πλάι μου Ανδρέα», με αυτά τα βαριά λόγια του, έμοιαζε σαν να μην θέλει να χάσει αυτή την μάχη.
«Γνωρίζετε πολύ καλά ότι δεν πρόκειται για μία οποιαδήποτε γυναίκα. Είναι μία από τις πιο σοβαρές ηθοποιούς διεθνούς εμβέλειας, δεν μιλάμε για μία θεατρίνα του καμπαρέ. Δεν μπορώ να φανταστώ την ζωή μου χωρίς αυτή. Μην μου βάζετε τέτοια διλήμματα», του απάντησε εκείνος με σταθερή φωνή.
«Τότε πρέπει να το ξανασκεφτείς, ή αυτή ή το κόμμα. Ή ακόμη καλύτερα, η Ελλάδα», αυτά ήταν τα τελευταία και τελεσίδικα λόγια του συνομιλητή του.
Ο Ανδρέας κλείστηκε στο γραφείο του και δεν βγήκε παρά αργά το βράδυ. Δεν μπορούσε να δεχτεί κανέναν, μόνο οι σκέψεις του ήταν η παρέα του εκείνη την μέρα. Μα τι δίλημμα ήταν αυτό; Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα ερχόταν η στιγμή που η ψυχή του θα πονούσε τόσο. Η Σεράνο ήταν για αυτόν η βροχή η απαλή που ποτίζει το ξερό έδαφος, δεν ήταν μία καταιγίδα που ήρθε για να τα σαρώσει όλα, αντίθετα ήταν η αληθινή, η πραγματική, η γνήσια, η ειλικρινή ύπαρξη, που του χάριζε μια αγάπη μεγαλειώδη. Πώς να την διώξει από την ζωή του; Τι να κάνει; Πώς να το χειριστεί όλο αυτό;
Μα εκείνος ήταν ένας εργάτης της χώρας του. Έπρεπε να διαλέξει γρήγορα, ένα ποτήρι κονιάκ που το γέμισε δύο και τρείς φορές τον παρηγόρησε για λίγο. Έπρεπε να κάνει υπακοή και να γυρίσει την πλάτη του στην αγαπημένη του.
Το βράδυ τον βρήκε ακόμη στο γραφείο του, εκεί πέρασε την νύχτα. Η Σεράνο ανησύχησε, αλλά το ένστικτό της ήταν τόσο δυνατό, που κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Περίμενε με υπομονή και αγωνία να ακούσει τα νέα.
Ο Ανδρέας προτίμησε να την συναντήσει και να σταθεί μπροστά της κοιτώντας την στα μάτια. Δεν ήθελε να της ανακοινώσει τις αποφάσεις του από το τηλέφωνο. Ο χωρισμός τους έγινε με αξιοπρέπεια και από τους δύο τους, οι ψυχές τους μάτωσαν, τα κορμιά έτρεμαν, τα χείλια σφίχτηκαν. Ο Ανδρέας έφυγε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει έστω για μία τελευταία φορά. Η Σεράνο σταύρωσε τα χέρια σφικτά γύρω από το κορμί για να μην το αφήσει να τρέξει προς το μέρος του. Μετά από λίγες μέρες επέστρεψε στην Ρώμη, για να αναλάβει άλλον έναν σπουδαίο ρόλο, εκείνο της Ιουλιέτας. Αυτή την φορά θα ταυτιζόταν με τον ρόλο τόσο πολύ. Ο Ανδρέας ήταν μέλος του νέου υπουργικού σχήματος στο ίδιο υπουργείο για να τελειώσει το έργο που είχε αρχίσει.
Ο χωρισμός τους απασχόλησε τον τύπο φυσικά, αλλά το όνομά της έμεινε στην ιστορία, γιατί ένας ζαχαροπλάστης που είχε εφευρετικό μυαλό, έφτιαξε ένα γλυκό, μία πάστα τόσο γευστική και αφράτη και της έδωσε το όνομα Σεράνο. Ένα γλυκό, μία τούρτα που άγγιξε την τελειότητα, ειδικά το κερασάκι της, το κόκκινο, μικροσκοπικό γλυκάκι που γαργαλάει ακόμη και σήμερα και τον πιο απαιτητικό ουρανίσκο, την ολοκλήρωσε εμφανισιακά.
Η Σεράνο, μέτρησε πολλές επιτυχημένες παραστάσεις, εισέπραξε το δυνατό χειροκρότημα όσο καμία άλλη ηθοποιός της εποχής της, ενώ ο Ανδρέας συνέχισε τις μεταρρυθμίσεις του. Η αγάπη τους δεν είχε αίσιο τέλος, κανείς δεν την θυμάται πιά. Την τούρτα Σεράνο όμως την αγάπησαν όλοι και την γεύονται ακόμη και σήμερα με μεγάλη λαχτάρα. Η φράση «αγάπη γλυκιά σαν την Σεράνο» έμεινε στην ιστορία!
Δήμητρα Καμπόλη
