Αφόρετα όνειρα

Έκλεισε το τηλέφωνο και για μερικά λεπτά ο εγκέφαλός της αρνήθηκε να σκεφτεί οτιδήποτε. Το βλέμμα της είχε καρφωθεί στο φόρεμα που ήταν ξαπλωμένο πάνω στο καλοστρωμένο κρεβάτι, αλλά στην πραγματικότητα δεν το έβλεπε. Όλα είχαν αδειάσει. Όλα ήταν πάντα άδεια, μα προσπαθούσε να τα γεμίσει με τη φαντασία της μήπως και πάρει χρώμα η ζωή.

Πήρε τα κλειδιά από το κομοδίνο χωρίς να το σκεφτεί πολύ και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Θα έβγαινε να περπατήσει. Για μερικά δευτερόλεπτα κοίταξε ξανά το μαύρο φουστάνι κι ύστερα βιάστηκε να βγει στο δρόμο και ν’ αναπνεύσει τον παγωμένο αέρα της τελευταίας νύχτας του χρόνου.

Βάδισε ανάμεσα στον πολύ κόσμο που ετοιμαζόταν πυρετωδώς για το πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν, άφησε τη βουή του να φτάσει ως τ’ αφτιά της ανενόχλητη, επέτρεψε στον ώμο του κόσμου να τη σκουντήσει, να τη σπρώξει, να την παρασύρει κι όταν χόρτασε κοσμοπλημμύρα, πήρε ένα τεράστιο ντόνατ γεμάτο σοκολάτα κι έναν καφέ extra large και κάθισε στο μόνο κενό παγκάκι της φωταγωγημένης πλατείας να τ’ απολαύσει.

Ενώ ήδη είχε δαγκώσει το γλύκισμα που κρατούσε στο χέρι της και που είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι θ’ αποφύγει με το νέο έτος, άρχισε να κουδουνίζει το κινητό της μέσα στην τσάντα, ξυπνώντας της ξανά την ελπίδα και ξεσηκώνοντας ένα καρδιοχτύπι που της έκανε τα χέρια να τρέμουν. Μπορεί να το μετάνιωσε, σκέφτηκε, κι άρχισε να το αναζητά με αγωνία.

Ήταν η μαμά της. Την ενημέρωνε πως ο αδερφός του πατέρα της και θείος της, τους καλούσε να πάνε σπίτι του ν’ αλλάξουν μαζί τον χρόνο, παραπονούμενος πως έχουν πολλά χρόνια να το κάνουν. Ειδικά για ‘κείνη, τόνισε ο θείος της, πως δεν επιτρέπεται να μη γνωρίζει τα ανίψια της και εγγόνια του.

«Έχω κανονίσει, μαμά», είπε με σβησμένη φωνή. Σιγά να μην ήταν εκείνος.
«Καλά, παιδί μου», ακούστηκε από την άλλη πλευρά, πράγμα που της φάνηκε τόσο παράξενο. Είχε αρχίσει ν’ αποφεύγει και τους γονείς της στις γιορτές κι αυτό τους ανάγκασε να μην ανακατεύονται ή μάλλον να προσπαθούν να μην ανακατεύονται στη ζωή της.
«Να προσπαθήσεις να μη φας…», πήγε να πει η μάνα της, αλλά πρόλαβε και της το έκλεισε. Δεν της τηλεφώνησε ξανά όπως τον πρώτο καιρό. Το πήρε απόφαση πως κάθε που θα προσπαθούσε να της δώσει οδηγίες σχετικές με το βάρος της, θα την σταματούσε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Έφερε το παραγεμισμένο με σοκολάτα ντόνατ μέχρι το στόμα της και του κατάφερε μία τεράστια δαγκωνιά. Το ίδιο ακριβώς έκανε και το κοριτσάκι με τις ξανθές μπούκλες και το ροζ σκουφί που καθόταν με τη μαμά του στο απέναντι παγκάκι. Το παρακολούθησε να γεμίζει το μουτράκι του με σοκολάτα κι ένιωσε έκπληξη, όταν η μαμά του, αντί να το μαλώσει, γέλασε με τις φίλες της κι άρχισαν να το τραβούν φωτογραφίες.

Είδε τον εαυτό της μικρό κορίτσι, να φοράει έναν κόκκινο σκούφο και την βελούδινη βυσσινή κάπα της. Παραμονή πρωτοχρονιάς στην στολισμένη πόλη, ήταν ένα τόσο χαριτωμένο κοριτσάκι κι εκείνη. Η φίλη της μαμάς της αγόρασε για ‘κείνη μια σοκολάτα μικρή. Δεν επέτρεψε η μαμά της ν’ αγοράσει μεγαλύτερη.

«Τρώγε γρήγορα, πριν έρθει ο μπαμπάς σου και σε δει», έλεγε η μάνα της, κοιτάζοντας τριγύρω με αγωνία. Όταν, όμως έστρεψε ξανά την προσοχή της στην κόρη της, η αγωνία έγινε πανικός. Τρώγοντας, είχε πασαλείψει τα μάγουλα και τα μικροσκοπικά χέρια της. Πήρε τη σοκολάτα και την πέταξε στα σκουπίδια και τη σκούπισε βιαστικά με το χαρτομάντιλο που έβγαλε από την τσάντα της…

Κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε για να επιστρέψει στο παρόν, μα η φωνή της μάνας της την ακολούθησε.
«Άσε κάτω το ντόνατ, πέταξέ το, σε κοιτάζει ο πατέρας σου», άκουσε να της σφυρίζει στ’ αφτί της, μέσα από τα δόντια της και αισθάνθηκε την καρφωμένη ματιά του πατέρα της πάνω της, κι ας μην ήταν εκεί. Η πρώτη της σκέψη ήταν να πετάξει το γλύκισμα, αλλά έπιασε τον εαυτό της να δαγκώνει κι άλλο κομμάτι, ενώ δεν είχε ακόμα μασήσει και καταπιεί την προηγούμενη μπουκιά.

Μασουλώντας το γλυκό της και προσπαθώντας να διαχειριστεί την τεράστια ποσότητα σοκολάτας και ζύμης μέσα στο στόμα της, κοίταξε το κινητό της. Ο Διονύσης δε θα έπαιρνε τηλέφωνο. Τελείωσαν οι εποχές που της έκανε απανωτά τηλεφωνήματα, όταν ήξερε πως την είχε πληγώσει. Η απόσταση, της είχε πει μια φίλη, σκοτώνει τα αισθήματα και μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονούνται, αλλά τότε γιατί σκότωσε μόνο του Διονύση και δεν είχε σκοτώσει και τα δικά της να τη λυτρώσει; Ούτε η Απόσταση τη συμπαθούσε.

Του είχε ζητήσει να έρθει να κάνουν μαζί Πρωτοχρονιά. Εκείνος είπε πως οι δουλειές δεν πήγαιναν καθόλου καλά και πως ακόμα και το αντίτιμο του εισιτηρίου θα τον επιβάρυνε οικονομικά, εκείνη όμως τον ήθελε μαζί της στο ρεβεγιόν που οργάνωνε στο σπίτι του ο διευθυντής της εταιρείας στην οποία εργαζόταν. Είχε χρόνια να κάνει ρεβεγιόν με άλλους ανθρώπους. Από ‘κείνη τη χρονιά, που ο θείος της απαγόρευσε, τελευταία στιγμή, να πάνε οικογενειακώς σπίτι του, δεν δέχτηκε ξανά καμιά πρόσκληση για την παραμονή της πρωτοχρονιάς.

Σκέφτηκε πρώτα τον Διονύση και μετά τον θείο της και μια πίκρα απλώθηκε στο γεμάτο σοκολάτα στόμα της, που έκανε τη γλυκιά μπουκιά δηλητηριώδη και δυσκολευόταν πια να την καταπιεί. Άδειασε το περιεχόμενο της στοματικής της κοιλότητας σ’ ένα χαρτομάντιλο που έβγαλε από την τσάντα της και το πέταξε στο καλαθάκι αχρήστων που βρισκόταν δίπλα της μαζί με το υπόλοιπο γλυκό. Ήπιε λίγο από τον πικρό της καφέ και ισορρόπησε το μέσα της. Εκείνη δεν είχε συνηθίσει τα γλυκά, δεν μπορούσε να τα διαχειριστεί. Μόνο στην πίκρα ένιωθε άνετα.

Το κοριτσάκι απέναντι, κρατούσε τώρα ένα τεράστιο μαλλί της γριάς, χρώματος ροζ.
«Τι αγόρασε ο θείος στο κορίτσι του;», το ρωτούσε η μαμά του, αλλά αυτό είχε χώσει όλο το μουτράκι τους μέσα στις ροζ ίνες και δεν έδινε καμία σημασία.

Έκλεισε τα μάτια της και ο νους της πήγε σ’ εκείνη την απαίσια Πρωτοχρονιά. Μέρες πριν την αλλαγή του χρόνου, έψαχνε ν’ αγοράσει ένα φόρεμα. Ήταν καλεσμένη όλη η οικογένειά της για ρεβεγιόν στον θείο της, τον μεγάλο αδερφό του πατέρα της κι ενώ την ίδια δεν την απασχολούσε καθόλου τι θα φορέσει, η μάνα της είχε κυριευτεί από φοβερό άγχος. Αυτή τη χρονιά θα είχε αρκετά άτομα πέραν του οικογενειακού κύκλου, αφού είχαν αρραβωνιαστεί και οι δύο της ξαδέρφες και όπως ήταν φυσικό, εκτός από τους γαμπρούς, θα ήταν μαζί και οι γονείς και τ’ αδέρφια τους.

Πήρε τις οικονομίες της μάνας της κι άρχισε απρόθυμα να ψάχνει φόρεμα για τα κυβικά της, αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Κάθε φορά που γύριζε στο σπίτι με άδεια, από αγορές, χέρια η μάνα της το έριχνε στο μοιρολόι. Τελικά, κατάφερε να βρει ένα πολύ ωραίο φόρεμα την προηγούμενη της παραμονής. Λες και την περίμενε για να το φορέσει. Τόσο ωραία της πήγαινε. Είχε ένα ζουμερό σώμα με καμπύλες, που όμως δεν έμπαινε στα φορέματα της αγοράς που ήταν φτιαγμένα για λιπόσαρκες κοπέλες. Αυτό, όχι μόνο την χώρεσε, αλλά και την αγκάλιασε με τόση φροντίδα, που την έκανε όμορφη κι εντυπωσιακή κι εκεί που το πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν της ήταν αδιάφορο, τώρα δεν έβλεπε την ώρα να πάει.

Στο σπίτι, το έκανε ξανά πρόβα, έκανε και μακιγιάζ και πέρασε ατέλειωτες ώρες στον καθρέφτη, θαυμάζοντας τον εαυτό της. Κανονικά, θα έπρεπε να βγει να πάει κάπου έξω για να τη θαυμάσει όλος ο κόσμος, αλλά με ποιον θα έβγαινε; Άλλα χρόνια τότε. Οι γονείς της επέτρεπαν τις βόλτες, αλλά οι γονείς των φιλενάδων της ήταν αυστηροί. Αναγκαστικά έμενε κι εκείνη μέσα.

«Καλό είναι και το ρεβεγιόν στον θείο. Θα είναι αρκετοί εκείνοι που θα σε δουν με το ωραίο φόρεμά σου», είχε πει ευτυχισμένη στο είδωλό της και του είχε δώσει ένα ρουφηχτό φιλί, αφήνοντας στο γυαλί το κοκκινάδι από τα χείλια της.

Αργά το ίδιο βράδυ, παραμονή Πρωτοχρονιάς, τηλεφώνησε ο θείος και τους ζήτησε να μην πάνε στο ρεβεγιόν. Η δικαιολογία για την απόφαση αυτή ήταν πως, επειδή εκείνος και ο αδερφός του, δηλαδή ο πατέρας της είχαν διαφορετικές απόψεις γενικώς και κυρίως για πολιτικής φύσεως θέματα και κατέληγαν να καυγαδίζουν, προτιμούσε να μην συμπεριλάβει στο πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν ούτε εκείνον ούτε την οικογένειά του. Δεν ήθελε, λέει, να ρεζιλευτεί μπροστά στα συμπεθεριά.

Άλλαξε το χρόνο φορώντας πυτζάμες, ενώ το φόρεμά της ήταν κρυμμένο στα σκοτάδια της ντουλάπας. Δεν αποδέχτηκε ποτέ ξανά πρόσκληση για ρεβεγιόν. Αρνιόταν κατηγορηματικά ν’ αγοράσει ρούχα και να στολιστεί για την αλλαγή του χρόνου, ενώ το όμορφό της φόρεμα, δεν το ντύθηκε ποτέ ξανά. Όταν, μετά από επιμονή της μάνας της, επιχείρησε να το ξαναφορέσει, συνειδητοποίησε πως δεν της έκανε πια, γιατί είχε παχύνει και το χάρισε σε μια γειτονοπούλα που της ταίριαζε γάντι.

Τούτη εδώ τη χρονιά όμως, επιθύμησε να φορέσει ένα φόρεμα και να τη βρει το νέο έτος αγκαλιά με τον Διονύση της, στο σπίτι του διευθυντή της που έκανε κάθε χρόνο ρεβεγιόν και την καλούσε, αλλά δεν πήγαινε. Είχε χάσει όλα της τα περιττά κιλά, αλλά κυρίως ήταν βαθιά ερωτευμένη. Μετά από πάρα πολλά χρόνια είχε αφεθεί ψυχή τε και σώματι σ’ έναν άντρα που την αγαπούσε και αισθανόταν αυτή την αγάπη να της ζεσταίνει το σώμα, τον νου, την ψυχή. Πρώτη φορά, εκείνη που δεν ήθελε να κάνει παιδιά, είχε αναρωτηθεί πώς θα ήταν το παιδί τους.

Όταν άρχισαν να μυρίζουν Χριστούγεννα, πρότεινε στον Διονύση ν’ αλλάξουν χρόνο παρέα κι εκείνος δέχτηκε. Έτσι, δέχτηκε κι εκείνη με τη σειρά της την πρόσκληση του διευθυντή της, εκπλήσσοντάς τον ευχάριστα και αγόρασε ένα πολύ όμορφο μαύρο φόρεμα που, αν και δεν έμοιαζε καθόλου μ’ εκείνο το παλιό, την έκανε να δείχνει λαμπερή και απαστράπτουσα. Εκείνος όμως άλλαξε ξαφνικά. Μια ανάσα πριν τις γιορτές άρχισε να μην της τηλεφωνεί να μην απαντάει εγκαίρως στα μηνύματά της, να περνάει όλη την ημέρα χωρίς να επικοινωνεί έστω για ένα λεπτό, έστω για να ρωτήσει, τι κάνει το κορίτσι του, όπως έκανε παλιά. Τελικά, της ξεφούρνισε πως δε θα ερχόταν να τη βρει, προβάλλοντας δικαιολογίες σχετικές με τη δουλειά του που ήταν πολλή και τα χρήματα που ήταν λίγα.

Αγόρασε εκείνη το εισιτήριό του για να μην επιβαρυνθεί οικονομικά κι έτσι τον έπεισε, ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε, αλλά με την προϋπόθεση ότι δε θα τον περίμενε νωρίτερα από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Κι όταν ήρθε η πολυπόθητη παραμονή κι ενώ εκείνη καμάρωνε το φόρεμά της και περίμενε να πάει 7 για να πάει να τον πάρει από το αεροδρόμιο, της έστειλε μήνυμα πως δε θα ερχόταν τελικά. Τον κάλεσε αμέσως στο τηλέφωνο, αλλά δεν της απάντησε. Μετά από καμία ώρα της τηλεφώνησε, για να της πει, μεταξύ άλλων, να μην τον ζαλίζει με τη γκρίνια της, όταν τον παρακάλεσε να το ξανασκεφτεί και να μην την αφήσει μόνη εκείνη τη νύχτα.

Του έκλεισε το τηλέφωνο, μα δεν την πήρε πίσω, όπως θα έκανε παλιά. Κοίταξε το φόρεμα που δε θα φορούσε απόψε στην αλλαγή του χρόνου και βγήκε στον δρόμο για να περπατήσει μήπως και σταματούσε η καρδιά της να χτυπάει τόσο γρήγορα και λυπημένα.

Αισθάνθηκε κάποιον να της χαϊδεύει το γόνατο κι έστρεψε ξαφνιασμένη την προσοχή της προς αυτό το σημείο. Είχε τόσο βυθιστεί στις σκέψεις της, που δεν είδε το ξανθομάλλικο κοριτσάκι που την είχε πλησιάσει και τη σκουντούσε στο γόνατο, αφού το μικροσκοπικό του κορμάκι δεν βοηθούσε για να σκουντήσει παραπάνω.
«Είσαι λυπημένη;», τη ρώτησε στη μωρουδιακή διάλεκτο, αλλά εκείνη αντί ν’ απαντήσει, αναζήτησε τη μαμά του κοριτσιού, βέβαιη ότι είχε ξεφύγει της προσοχής της. Η μαμά όμως, παρακολουθούσε άγρυπνη το σπλάχνο της από το απέναντι παγκάκι και χαμογελώντας, την ενημέρωσε πως, αν την ενοχλεί η μικρή, θα ερχόταν να την πάρει.

‘Όχι’ της έγνεψε, κουνώντας το κεφάλι της δεξιά-αριστερά κι ύστερα έστρεψε την προσοχή της προς το ανθρωπάκι που πάσχιζε να ανέβει στο παγκάκι. Όταν με λίγη βοήθεια τα κατάφερε, έβγαλε από την τσέπη του μικρού της μπουφάν ένα χαρτομάντιλο κι άρχισε να της σκουπίζει τα δάκρυα. Τότε μόνο κατάλαβε ότι έκλαιγε και απόρησε γι’ αυτό, αφού εδώ και χρόνια τα μάτια της αρνούνταν, πεισματικά, να κλάψουν. Ύστερα, η μικρή που είχε γονατίσει πάνω στην ποδιά της, την αγκάλιασε σφιχτά από το λαιμό και της έλεγε κάτι που δεν καταλάβαινε. Μόνο τις λέξεις «καις» και «κουμπιές» έπιανε. Η μαμά της είχε πια πλησιάσει και προσπαθούσε να την τραβήξει από πάνω της.

«Τι λέει;», ρώτησε από περιέργεια, όταν η γυναίκα που στεκόταν μπροστά της, την είχε απελευθερώσει από το σφιχτό αγκάλιασμα και κρατούσε το κοριτσάκι στη δική της αγκαλιά.
«Σου λέει να μην κλαις, γιατί όλα θα φτιάξουν και πως κι εκείνη είναι λυπημένη γιατί χάσαμε τον Κουραμπιέ, το σκυλάκι μας, αλλά υποσχέθηκε να μην κλαίει, αν θέλει να τον βρούμε. Ο πατέρας της, της είπε πως, αν κλαίει, δε θα βρούμε ποτέ τον Κουραμπιέ». Το κοριτσάκι είχε βάλει τώρα την πιπίλα στο στόμα και τη βύζαινε κουνώντας το κεφαλάκι της, επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα της μαμάς της.

Κυριεύτηκε από μια τρυφερότητα γι’ αυτό το μωρό. Σηκώθηκε και ζήτησε να το πάρει στην αγκαλιά της κι αυτό πήγε με ευχαρίστηση και κούρνιασε πάνω της θηλάζοντας την πιπίλα, σαν να την ήξερε από χρόνια. Την έσφιξε απαλά, φοβούμενη μην την πονέσει. κι ύστερα την φίλησε στο μαγουλάκι και την ευχαρίστησε για τις συμβουλές. Καθώς την επέστρεφε στη μαμά της, σκέφτηκε, χωρίς να το θέλει, πως κάπως έτσι θα ήταν και το δικό της παιδί.
«Το παιδί που δε θα γεννήσω ποτέ έτσι θα είναι», είπε η φωνή μέσα της.

Πρότεινε στη μαμά να της δώσει χρήματα για να πάρει ένα δώρο στη μικρή από ‘κείνη, έτσι για τα δάκρυα που της σκούπισε, αλλά η μαμά δε δέχτηκε. Της έδωσε μια μικρή αφίσα με τη φωτογραφία του Κουραμπιέ, το τηλέφωνο και τη διεύθυνση της οικογένειας και, επισημαίνοντας ότι το καλύτερο δώρο για τη μικρή θα ήταν να βρουν το σκυλάκι, ζήτησε να επικοινωνήσει αμέσως μαζί τους, αν το δει κάπου.

Η νύχτα είχε πέσει, αλλά δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι της. Περπατούσε με αργό βήμα, κοντοστεκόταν στις βιτρίνες, άκουγε τις συνομιλίες των άλλων, παρατηρούσε τις ζωές τους, όπως έκανε πάντα, αφού δεν είχε δική της ζωή και καθώς φαίνεται δε θα είχε ποτέ και προσπαθούσε να σχεδιάσει το υπόλοιπο της βραδιάς.
«Αυτό είναι το φόρεμα των ονείρων μου, αλλά είναι πολύ ακριβό», άκουσε μια γυναικεία φωνή δίπλα της και χωρίς να το θέλει στράφηκε να κοιτάξει. Ήταν η κοπέλα που έμενε στο κάτω από το δικό της διαμέρισμα κι έτσι όπως διασταυρώθηκαν οι ματιές τους, αναγνώρισαν η μία την άλλη και χαιρετήθηκαν, ενώ ποτέ πριν δεν είχαν ανταλλάξει ούτε «καλημέρα». Είπαν τις καθιερωμένες ευχές κι ύστερα η κοπέλα πήρε αγκαζέ τη φίλη της κι άρχισαν ν’ απομακρύνονται. Δεν πέρασαν όμως παρά λίγα δευτερόλεπτα, όταν την αισθάνθηκε πάλι δίπλα της. Της έδωσε ένα γούρι για καλή χρονιά. Είπε πως είχε πάρει κάμποσα για φίλους και γνωστούς και σκέφτηκε να δώσει και σε ‘κείνη ένα. Της το έδωσε, την αγκάλιασε, της ευχήθηκε κι εξαφανίστηκε, πριν προλάβει η ίδια να κάνει ή να πει οτιδήποτε.

Κοίταξε το χρυσό ρόδι με τα κόκκινα σπόρια που κρατούσε στα χέρια της και δεν ήξερε αν το κορίτσι που της το έδωσε ήταν πραγματικά η γειτόνισσα της ή ήταν άγγελος που πήρε για λίγο τη μορφή της.

Το τοποθέτησε με ευλαβική προσοχή μέσα στην τσάντα της κι ετοιμάστηκε να προχωρήσει, όταν έπεσε το βλέμμα της στην βιτρίνα του μαγαζιού στην οποία στεκόταν μπροστά και συνειδητοποίησε ότι η κοπέλα του κάτω διαμερίσματος θαύμαζε το φόρεμα που εκείνη είχε αγοράσει και που τελικά δε θα φορούσε.

Δεν πρόλαβε να κάνει κάποια άλλη σκέψη, γιατί άρχισε να κουδουνίζει το κινητό της και είδε πως την καλούσε ο Διονύσης. Το όνομα που άλλοτε έβλεπε στην οθόνη του κινητού της και τη γέμιζε χαρά, τώρα της ανακάτευε το στομάχι. Είχαν μαζευτεί πολλά πια για να του τα συγχωρήσει. Μία ανάσα πριν την αλλαγή του χρόνου και της ξεχείλισε το ποτήρι. Τόση λύπη, τόσα σενάρια για το τι συνέβη και άλλαξε ριζικά η συμπεριφορά του απέναντί της. Σκέτο μαρτύριο.

Ο Διονύσης δεν ήταν πια ο άντρας που ονειρεύτηκε να γίνει ο πατέρας του παιδιού της. Ήταν ο άντρας χάρη στον οποίο τριγυρνούσε στον δρόμο χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει και χωρίς να θέλει να γυρίσει σπίτι. Ήταν ο άντρας εξαιτίας του οποίου εκείνο το σαγηνευτικό φόρεμα αντί να κάνει τις βόλτες στον πρωτοχρονιάτικο αέρα, είναι ξαπλωμένο κι άρρωστο πάνω σ’ ένα στρωμένο κρεβάτι. Ήταν ο άντρας που, αν του έλεγε πόσο λυπόταν για όλα αυτά, θα της ζητούσε να μην τον ζαλίζει.

Του έκλεισε το τηλέφωνο και χαμήλωσε τον ήχο του κινητού, ενώ η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Αυτό δεν το είχε σκεφτεί και ομπρέλα δεν κρατούσε μαζί της. Μπήκε στην πρώτη καφετέρια που βρήκε μπροστά της και έκατσε στο γωνιακό τραπεζάκι πίσω από τη τζαμαρία, χάρη στην οποία έβλεπε, προστατευμένη από τη βροχή όλο το φωταγωγημένο πάρκο, στο οποίο ο Δήμαρχος και οι δημότες θα άλλαζαν τον χρόνο από κοινού, δίπλα στο στολισμένο δέντρο της πόλης.

Εδώ θα κατέστρωνε το σχέδιο της βραδιάς της. Στο σπίτι δεν μπορούσε να γυρίσει. Δεν μπορούσε και δεν ήθελε. Δεν ήθελε να πλησιάσει στο συγκεντρωμένο πλήθος, επομένως, θα άλλαζε τη χρονιά παρέα με τα παιδιά της καφετέριας κι ύστερα θα πήγαινε σε κάποιο ξενοδοχείο. Στο σπίτι δε θα επέστρεφε. Το σχέδιο αυτό την ανακούφισε. Χαλάρωσε, παρήγγειλε ένα τσάι και άρχισε να χαζεύει έξω από την τζαμαρία τον κόσμο που έτρεχε ν’ αποφύγει τη βροχή και το συγκεντρωμένο κάτω από τα υπόστεγα πλήθος, που περίμενε ν’ αλλάξει τον χρόνο στο δρόμο υπό τους ήχους της μουσικής, τον θόρυβο και τις λάμψεις των πυροτεχνημάτων και την παρουσία του Δημάρχου.

Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τα πυροτεχνήματα και είδε ένα να σκάει στον ουρανό σκορπίζοντας λάμψεις. Ακόμα κι αν της άρεσε το θέαμα, που δεν της άρεσε, δεν άντεχε τον κρότο που έκαναν. Την τάραζε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ωραίο έβρισκαν οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον σαματά. Κάλυψε τ’ αφτιά της με τις παλάμες των χεριών της και πάνω που ετοιμαζόταν να κλείσει και τα μάτια, της τράβηξε την προσοχή ο θάμνος απέναντι της που κουνιόταν.

Ένα λασπωμένο μικροσκοπικό πλασματάκι έβγαινε από εκεί και ξανάμπαινε στον θάμνο σαν τρελό. Σε κάθε θόρυβο εξαγριωνόταν. Έβγαινε, έτοιμο να τρέξει μακριά κι ύστερα σαν να το μετάνιωνε, ξαναχωνόταν στο φύλλωμά του για να κρυφτεί. Θυμήθηκε πως τα σκυλιά είναι κροτοφοβικά και κατάλαβε πως μάλλον επρόκειτο για σκυλί κι ας νόμιζε αρχικά πως ήταν γάτα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, βγήκε έξω στη βροχή κι έτρεξε κοντά του. Δε δυσκολεύτηκε να το πιάσει, αν και ήταν πολύ φοβισμένο. Το πήρε στα χέρια της ενώ αυτό πάλευε τρομαγμένο να κρυφτεί μέσα στο παλτό της. Ξεκούμπωσε, με βιασύνη, τα κουμπιά και το έκρυψε στο εσωτερικό του κι ενώ το αισθανόταν να τρέμει, θεώρησε ότι ησύχασε λιγάκι, αφού κούρνιασε στην αγκαλιά της και δεν κουνιόταν πια.

Επέστρεψε στο τραπέζι της και ζήτησε από το προσωπικό να της φέρουν μια πετσέτα να το σκουπίσει, φαγητό και νερό. Οι εργαζόμενοι έσπευσαν να βοηθήσουν στην περίθαλψή του και δεν νοιάστηκαν για τις λάσπες που γέμισαν τα χέρια τους και τα ρούχα τους. Όταν στέγνωσε κι έφαγε και ηρέμησε, χαλάρωσε κι εκείνη και έχοντάς το στην αγκαλιά της, ο νους της πήγε μόνος του στο κοριτσάκι που πριν λίγες ώρες ήταν κι αυτό κουρνιασμένο εκεί και της μιλούσε για τον «Κουμπιέ» που χάθηκε.
«Ο Κουραμπιές!», είπε δυνατά κι ένα λαμπιόνι άναψε μέσα στο κεφάλι της. Ήταν το σκυλάκι του παιδιού που είχε χαθεί. Έψαξε την τσάντα της, βρήκε την αφίσα και κάλεσε αμέσως το νούμερο του κινητού που αναγραφόταν πάνω της.

Δεν ήθελαν με τίποτα να την αφήσουν να φύγει. Η μικρή μπουκλωτή ξανθομαλλούσα, που θα μπορούσε να ήταν και δικό της παιδί, αν είχε κάνει, μόλις άφησε από την αγκαλιά της τον Κουραμπιέ, γαντζώθηκε πάνω της. Εκείνη δεν ήταν τόσο εκδηλωτική με τα παιδιά και δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά της μικρής. Τελικά, σκέφτηκε πως τα παιδιά, με την καθαρή ακόμα ψυχή τους, συναισθάνονται τον πόνο του άλλου σε όλη του την έκταση και δεν μπορούν ν’ αδιαφορήσουν όπως κάνουν οι μεγάλοι.

Πρώτη φορά στη ζωή της πέρασε τόσο όμορφα παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μπορεί να μη φόρεσε το φόρεμά της και να μην ήταν τόσο λαμπερή με το τζιν παντελόνι και το λασπωμένο φούτερ, αλλά κατάλαβε τι πάει να πει πραγματική οικογενειακή θαλπωρή και αλλαγή του χρόνου χωρίς καυγάδες και παρεξηγήσεις. Είδε τον εαυτό της να γελάει, να πίνει βότκα με λεμονάδα, όπως συνήθιζε να κάνει νεότερη, να παίζει μπιρίμπα που μέχρι τώρα δεν ήξερε να παίζει. Κι όλα αυτά μ’ ένα ξανθόμαλλο κοριτσάκι στην αγκαλιά, που αρνιόταν να την εγκαταλείψει κι ένα μικρόσωμο ασπρομάλλικο σκυλάκι κουλουριασμένο στα πόδια της.

Τελικά, όταν το ρεβεγιόν τελείωσε, της έστρωσαν να κοιμηθεί στον καναπέ. Δεν την άφησαν να πάει μόνη σπίτι κι εκείνη πρώτη φορά κοιμήθηκε τόσο ήσυχα και βαθιά στον καναπέ ενός σπιτιού που δεν της ήταν οικείο.

Ξύπνησε νωρίτερα απ’ όλους κι αναζήτησε μέσα στην τσάντα το κινητό της, του οποίου τον ήχο είχε χαμηλώσει την προηγούμενη. Είχε κλήσεις από τον Διονύση και μάλιστα αρκετές, πράγμα που την εξέπληξε, αφού δεν το συνήθιζε τελευταία. Κλήσεις από τη μαμά της, το διευθυντή της και κάποιους φίλους. Είχε κι ένα μήνυμα από τον Διονύση που έγραφε: «Πας καλά, κοπέλα μου; Απάντησε στο τηλέφωνο!». Κι ύστερα ένα άλλο που έγραφε «Δεν πας καθόλου καλά!».

Άφησε ευχαριστήριο σημείωμα στην οικογένεια που της δίδαξε πράγματα που δεν ήξερε μέχρι τώρα για τη ζωή κι έφυγε για το σπίτι της, με την υπόσχεση ότι θ’ ανταποδώσει οπωσδήποτε την φιλοξενία. Κάποιον τρόπο θα έβρισκε.

Τον βρήκε να κοιμάται μέσα σ’ ένα προφανώς νοικιασμένο αυτοκίνητο που είχε παρκάρει έξω από την πολυκατοικία που έμενε. Τον κοίταξε για λίγο και κατάλαβε ότι δεν την πείραζε τόσο που δεν τηλεφωνούσε πια συχνά, όσο την πείραζε πως σιγά-σιγά της είχε καλλιεργήσει το αίσθημα πως εκείνη ενοχλούσε, όταν προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Την πείραζε που έχανε την ψυχραιμία του, όταν τον ρωτούσε κάτι. Έδειχνε ολοφάνερα πως θεωρούσε χάσιμο χρόνου τη συζήτηση μαζί της. Ήταν φανερό πως ούτε τα χρήματα του έλειπαν, αν και το χρησιμοποίησε σαν δικαιολογία για να μην έρθει. Ο μόνος λόγος που ήρθε να τη βρει ήταν, σίγουρα, η λύπη του για το εισιτήριο που θα πήγαινε χαμένο κι όχι η επιθυμία του ν’ αλλάξει χρόνο μαζί της.

Ο άντρας που της έλεγε πως αυτοί δε θα χώριζαν ποτέ και πως είχαν γεννηθεί ο ένας για τον άλλον, μάλλον κατασπαράχτηκε από τούτον εδώ τον βρικόλακα που έφτασε ως την πόρτα της περισσότερο για να της χαλάσει το κέφι παρά για να της το φτιάξει.

Όχι, δεν πήγαινε καλά όσο ήταν μαζί του, δεν περνούσε καλά και ήταν κρίμα, γιατί ήταν πάντα ένα καλό κορίτσι και δεν της άξιζε να μην είναι καλά.

Προσπέρασε το αυτοκίνητο χωρίς να τον ξυπνήσει και μπήκε βιαστικά στην πολυκατοικία. Όταν έφτασε πια στο διαμέρισμά της, του έγραψε μήνυμα πως είναι εκτός πόλης και πως θα λείπει για μέρες και δεν απάντησε ξανά σε κανένα από τα μηνύματά του που την αποκαλούσαν τρελή κι ανισόρροπη.

Πριν μπει για μπάνιο, πακέταρε το φόρεμα που βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι και το πήγε ως την πόρτα της κοπέλας του κάτω ορόφου που το θαύμαζε το προηγούμενο βράδυ.
«Καλή Χρονιά.
Με αγάπη,
Αϊ- Βασίλης» έγραφε το σημείωμα.
Ήταν σίγουρη πως θα της εφάρμοζε τέλεια.

Γύρισε στο διαμέρισμά της και με συνοπτικές διαδικασίες μπήκε κάτω από το νερό να χαλαρώσει. Το μεσημέρι θα έτρωγε έξω με την «οικογένεια». Είχαν κλείσει τραπέζι, μέρες πριν, στο πιο ωραίο εστιατόριο της πόλης κι επέμεναν να φάει μαζί τους την πρώτη μέρα του χρόνου. Θερμός υποστηρικτής της πρόσκλησης ήταν, κυρίως, ο αδερφός της οικοδέσποινας που τη φλέρταρε όλο το προηγούμενο βράδυ και ήταν η αιτία που την τελευταία μέρα του χρόνου, γεννήθηκε μέσα της μια χαρούμενη και με πολύ χιούμορ γυναίκα που μέχρι τώρα δε γνώριζε ότι υπήρχε.

Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δε θα αγόραζε ποτέ ξανά φόρεμα για την παραμονή Πρωτοχρονιάς και ότι η αρχή του νέου έτους τη βρήκε να ξεχειλίζει από την αγάπη καλών ανθρώπων, τέτοιων που της άξιζαν να υπάρχουν στη ζωή της και μια ανεξήγητη αισιοδοξία για το μέλλον.

Μαίρη Βαβουράκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading