«Σεβντάς». Αυτή ήταν η πρώτη λέξη που είπε ο Μιχάλης μόλις αντίκρυσε την Κατερίνα. Το ήξερε από την πρώτη στιγμή. Αυτός ο έρωτας θα ζούσε μέσα του για όλη του τη ζωή. Ένας έρωτας που θα τον σκότωνε και θα τον ανάσταινε ξανά και ξανά.
Η Κατερίνα χόρευε σαν μαγεμένη νεράιδα και εκείνος δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Κατέβασε το κρασί μονορούφι μπας και του κάψει τα σωθικά και σταματήσει ο πόνος στην καρδιά. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της χόρευαν και αυτά στον ρυθμό και το κορμί της στροβιλιζόταν στην μουσική.
«Ποια είναι;» μουρμούρισε στο αυτί του φίλου του.
«Η Κατερίνα του κυρ Χρήστου», πρόλαβε να ακούσει μέσα στην φασαρία.
Το όνομά της χαράχθηκε ανεξίτηλα στο νου του. Και μεμιάς πέρασε μπροστά από τα μάτια του η ζωή του μαζί της. Να πάει να την ζητήσει, να την παντρευτεί, να την φιλήσει, να την μυρίσει, να την αγγίξει σαν να ήταν ένα πλάσμα μαγικό και εύθραυστο. Ένα πλάσμα με μυρωδιές τριαντάφυλλου και νότες γιασεμιού. Μια αιθέρια ύπαρξη που ταξιδεύει κρυφά από τόπο σε τόπο και μαγεύει όποιον την συναντά. Αυτά τα όνειρα έκανε και ας μην ήξερε ότι δεν θα βγουν αληθινά.
Χτύπησε την πόρτα του πατρικού της, φορώντας ό,τι πιο ευπαρουσίαστο είχε σε ρούχα και παπούτσια. Έκοψε από τον μπαξέ ένα μπουκέτο λουλούδια και έκρυψε στην τσέπη του το δαχτυλίδι της μάνας του. Περίμενε υπομονετικά να ανοίξει η πόρτα. Να την δει ξανά. Λίγες μέρες πέρασαν από εκείνο το γλέντι που την είχε πρωτοδεί και κάθε μέρα μέχρι τότε έμοιαζε χαμένη μέρα. Σαν να έδωσε γεύση στη ζωή του και του την πήρε πάλι πίσω. Χτύπησε ξανά ανυπόμονα αυτή τη φορά. Βιαζόταν. Να δει ξανά τα μαύρα μάτια της. Εκείνα που φυλούσαν τα όνειρά του. Να αγγίξει το χέρι της σαν να ήταν το πιο πολύτιμο στολίδι. Να νιώσει το άρωμά της που θα ήταν το πιο μεθυστικό ποτό. Να γονατίσει μπροστά της και να ορκιστεί πως η ζωή του θα ήταν πια δική της.
Ο πατέρας της άνοιξε και μονομιάς έσμιξε τα φρύδια του. Κοίταξε από πάνω ως κάτω τον νεαρό άντρα με το μπαλωμένο παντελόνι και το φαρδύ σακάκι. Έριξε μια ματιά στα παλιά μα φρεσκοκαθαρισμένα του παπούτσια. Και ύστερα εξέτασε το πρόσωπό του, τα έντονα μάγουλα, τα πυκνά φρύδια και τα καστανά μάτια που έκρυβαν το μυστικό του έρωτα. Αναγνώρισε το τρέμουλο στα σκασμένα του χέρια που κρατούσαν εκείνα τα μυρωδάτα τριαντάφυλλα. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν πλυμένα και χτενισμένα στα πλάγια. Μύριζε λεμόνι και λαχτάρα. Μύριζε σεβντά.
Μόρφασε ο κυρ Χρήστος και έβγαλε έναν ακαταλαβίστικο ήχο. Μετά καθάρισε τον λαιμό του και ρώτησε:
«Ποιος είσαι του λόγου και ίντα θες εδώ πέρα;»
«Την κόρη σου θέλω, κυρ Χρήστο. Είμαι ο Μιχάλης. Ο γιος του Παντελή»
«Του Παντελή…», αγρίεψε ακόμα περισσότερο η ματιά του. «Και θες την μονάκριβή μου; Ε, πώς τα φέρνει η ζωή!», γέλασε περιφρονητικά.
Ο Μιχάλης στεκόταν κοκαλωμένος και απορούσε τι εννοούσε ο πατέρας της. Δεν ήξερε να είχαν οι οικογένειες τους καμία έχθρα. Η Κατερίνα που άκουσε τις ομιλίες από το δωμάτιό της, έστησε αυτί και κρυφάκουσε πίσω από την πόρτα.
«Και γιάντα δεν ήρθαν οι δικοί σου να τήνε ζητήξουν;»
«Είναι αποθαμένοι, κυρ Χρήστο»
«Ε, καλά είναι εκεί που είναι», γέλασε ξανά, κάνοντας τον Μιχάλη να σφίξει από τα νεύρα του το μπουκέτο στα χέρια του. «Θαρρείς εσύ τώρα ότι εγώ θα σου δώσω το Κατερινιώ μου; Σε γελάσανε! Αδερφούς δεν έχεις να σε ορμηνέψουν να μην έρθεις; Ή μήπως δεν ξέρουν; Δεν ξέρουν ότι ο πατέρας σου μου έκλεψε την Μαρίκα μου; Ή θαρρείς ότι μόνο εσύ έχεις σεβντά; Η μάνα σου ήταν προορισμένη για μένανε!», χτύπησε το μπέτη του με την γροθιά του. «Τώρα θα δεις ίντα θα πει να έχεις σεβντά! Να την θωρείς και να μην μπορείς να την έχεις. Να την θωρείς με άλλον άντρα ενώ είναι δικιά σου!»
Βρόντηξε την πόρτα ο κυρ Χρήστος στα μούτρα του Μιχάλη και έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο της Κατερίνας, να της ανακοινώσει ότι την παντρεύει! Είχαν έρθει και την είχαν ζητήσει πριν λίγες μέρες και είχε αρνηθεί, γιατί περίμενε να βρεθεί κάτι καλύτερο. Αλλά τώρα άλλαξαν τα πράγματα. Τώρα η Κατερίνα έπρεπε να παντρευτεί. Να την βλέπει ο άλλος και να μην μπορεί να την έχει. Να περάσει όσα πέρασε και αυτός που έχασε μέσα από τα χέρια του τον έρωτα της ζωής του. Και όποτε τύχαινε και έβλεπε την Μαρίκα με τον Παντελή και την οικογένειά της, έσπαγε η καρδιά του στα δύο. Έτσι έπρεπε να ματώσει και αυτός. Γιατί δεν φτάνει που του πήραν την γυναίκα, ήθελαν να του πάρουν και την κόρη!
«Δεν την αγαπούσες την μάνα;», ρώτησε η Κατερίνα και η ματιά του πατέρα της έπεσε πάνω της σαν κεραυνός. Το χέρι του δεν το σήκωνε, μα η ματιά του ήταν το ίδιο βαριά.
«Ίντα είναι αυτά που λες! Δεν ντρέπεσαι, κορίτσι πράμα; Ποτέ δεν της κακομίλησα, μήτε την χτύπησα. Βρες έναν άντρα σαν εμένα να μου τόνε δείξεις! Τώρα θα δείτε τι πέρασα! Κι αν δεν κάνεις ό,τι σου λέω, θα έχουμε κακά ξέτελα, να το ξέρεις!»
Έτσι έγινε και σε μια βδομάδα ορίστηκε ο γάμος της Κατερίνας με τον Αριστείδη, τον γιο του μπακάλη. Νύφη την ετοιμάζανε και μες την τρελή χαρά ήταν όλοι τους. Τα συμπεθέρια δεν πίστευαν στην τύχη τους που δέχτηκε τελικά ο μουντρούχος ο κυρ Χρήστος να τους δώσει το κορίτσι. Είχε φαγωθεί ο κανακάρης τους ότι αυτήν θέλει. Του έλεγαν πώς τέτοιο κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά με την αγγελική ομορφιά, δεν θα γυρνούσε ποτέ να τον κοιτάξει. Και αν ήταν αλλιώς οι καταστάσεις, ίσως ο πατέρας της να είχε ακούσει την γνώμη της. Αν είχε αγαπήσει κάποιον άλλον. Όμως όχι αυτόν! Όχι τον γιο του εχθρού του!
Η Κατερίνα δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της τον Μιχάλη. Έφερνε ξανά και ξανά στο νου της την μορφή του. Την στιγμή που τον είδε να στέκεται στην πόρτα κρατώντας εκείνα τα όμορφα λουλούδια για να της τα προσφέρει. Την φωνή του που ήταν χαμηλή και απαλή. Ακόμα και όταν τον πρόσβαλε ο πατέρας της, δεν ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Είχε αυτοσυγκράτηση. Τα παρατηρούσε αυτά η Κατερίνα, γιατί ήξερε ότι ήταν δείγμα καλού χαρακτήρα. Ήταν το αντίθετο από τον πατέρα της, που νευρίαζε τόσο εύκολα όσο παίρνει φωτιά ένα φυτίλι. Το βλέμμα του που ήταν ταπεινό και έπεφτε χαμηλά στο χώμα. Γιατί εκεί θα γυρίσουμε όλοι. Το ήξερε από την στιγμή που έθαψε την μάνα της. Πως μόνο η αγάπη είχε σημασία.
«Και πώς έμοιαζε;»
«Ήταν ψηλός. Μαζεμένος. Όμορφος», εξηγούσε στην ξαδέρφη της.
«Τι χρώμα μάτια;»
«Καφέ μου φάνηκαν. Δεν έβλεπα καλά ως την εξώπορτα»
«Μα καλά τόσο γρήγορα τον ερωτεύτηκες και εσύ;»
«Είναι ωραίος. Ωραίος άνθρωπος!»
«Ενώ ο Αριστείδης…», πήγε να γελάσει η ξαδέρφη, μα κρατήθηκε μην ξύσει κι άλλο την πληγή. «Ο Θεός μαζί σου», είπε τελικά και έσκυψε το κεφάλι. Γιατί καλά ήταν και τα αστεία, αλλά η πραγματικότητα που την περίμενε δεν θα είχε καθόλου γέλιο.
«Ο Θεός είναι μαζί μου. Ο πατέρας μου δεν είναι»
Την ημέρα του γάμου της, το σπίτι είχε γεμίσει κόσμο. Χαρές και ευχές για το νέο ζευγάρι. Να ζήσουν, να ευτυχίσουν. Ευχές που θα έμεναν στα λόγια. Η Κατερίνα κοίταζε τον εαυτό της στον καθρέφτη και στέναζε. Στολισμένη και καταδικασμένη ήταν. Το μέλλον της ήταν στα χέρια του πατέρα της. Τον φοβόταν όσο τίποτα άλλο. Ακόμα και από την μίζερη ζωή που την περίμενε.
Το ελαφρύ χτύπημα στο παράθυρο, της τράβηξε την προσοχή. Σηκώθηκε και πήγε και τράβηξε αργά την κεντημένη κουρτίνα.
«Μιχάλη…»
«Ξέρεις το όνομά μου»
Εκείνη χαμογέλασε. Το ήξερε ότι αυτός ο άντρας θα την έκανε να γελά.
«Ναι. Είχες έρθει να με ζητήσεις. Το ξέρω», κατέβασε απότομα τα μάτια της και ξεγλίστρησαν τα δάκρυα.
«Μην κλαις, κορίτσι μου»
Εκείνος άπλωσε το χέρι του στο μάγουλό της, μα δεν το άγγιξε από σεβασμό. Αυτή το πήρε και το έβαλε στην καρδιά της. Και τότε ένιωσε σαν να άγγιζε το πιο ιερό κομμάτι του κορμιού της.
«Θα με θυμάσαι;», τον ρώτησε.
«Πώς μπορώ να σε ξεχάσω; Έλα! Έλα να φύγουμε μαζί!»
«Δεν μπορώ να το κάνω», έπιασε το χέρι του και το φίλησε απαλά.
Ο Μιχάλης ήξερε ότι έτσι θα έμοιαζε το φιλί της. Σαν μια υπόσχεση.
«Θα σε ξαναδώ», της το ορκίστηκε.
Κατά τη διάρκεια του γάμου, η Κατερίνα παρακαλούσε τον Θεό να μην πονέσει. Μόνο αυτό ζητούσε.
Βγαίνοντας από την εκκλησία, είδε την μορφή του χαμένη μέσα στο πλήθος. Να ήταν όντως αυτός ή παραίσθηση; Έμοιαζε σαν άγγελο που την καλούσε κοντά του.
«Έμεινε και με είδε», σκέφτηκε και έσπασε η καρδιά της.
Ο πατέρας της την αγκάλιασε για μια τελευταία φορά πριν την στείλει στην φυλακή που της διάλεξε.
«Εσύ μου έδωσες ζωή, εσύ μου την πήρες πίσω»
Αυτή ήταν η τελευταία της κουβέντα. Ο κυρ Μιχάλης νοιάστηκε μόνο να δει αν τους άκουσε κανείς. Μα η κόρη του είχε την διακριτικότητα να του το ψιθυρίσει στο αυτί. Γιατί μόνο αυτός έπρεπε να το γνωρίζει. Δεν την ενδιέφερε να το ξέρει κανένας άλλος.
Τα χρόνια πέρασαν και ο Μιχάλης διάλεξε ποια ήθελε να έχει στο πλευρό του. Μπήκε στα καράβια και μπάρκαρε για όσο περισσότερο μπορούσε. Άλλες φορές έκανε δύο και άλλες τρία χρόνια να πατήσει στεριά. Μόνο την θάλασσα ήθελε κοντά του. Να ξεπλύνει τον πόνο του και να κάψει με το αλάτι τις πληγές του. Καμία άλλη δεν αγάπησε. Καμία άλλη δεν χώρεσε στην καρδιά του. Το ήξερε άλλωστε από την πρώτη στιγμή που είδε την Κατερίνα, πως αυτή και μόνο αυτή ήταν το πεπρωμένο του. Αυτή ήταν ο σεβντάς του.
Η Κατερίνα, από την αρχή του γάμου της ανέλαβε την φροντίδα του άντρα της που αρρώστησε ξαφνικά. Όλα τα έκανε μόνη της, μα δεν παραπονιόταν, γιατί ήξερε ότι ήταν η απάντηση στις προσευχές της. Χέρι δεν άπλωσε πάνω της ποτέ. Δεν πρόλαβε να την πονέσει. Ανήμπορος έπεσε σε ένα κρεβάτι και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Αυτή έφερνε βόλτα και το σπίτι και το μπακάλικο και τον άντρα της.
Μερικά χρόνια μετά, σε μια βάφτιση που έγινε στο χωριό, τον είδε ξανά. Ο Μιχάλης είχε γυρίσει για τα καλά. Τελείωσε με τα μπάρκα. Μεγάλωσε και ωρίμασε στην όψη. Έφυγε το νεανικό του δέρμα που το έγλυψε με το αλάτι της η θάλασσα. Άσπρες τρίχες ανακατεύονταν με τα μαύρα του μαλλιά. Λεπτές ρυτίδες αγκάλιαζαν τα μάτια του. Μα το βλέμμα του έπεφτε πάνω της με τον ίδιο πόθο σαν την πρώτη φορά.
«Αυτός είναι;», την ρώτησε η ξαδέρφη της.
«Ναι. Άραγε με θυμάται;»
«Αφού σε κοιτά σαν κάτι που ήταν δικό του και τώρα το έχει κάποιος άλλος»
«Κρίμα που δεν ζει ο πατέρας μου να δει που τα κατάφερε»
«Είναι πικρό το ποτήρι αυτό»
«Φαρμάκι!»
«Ακόμα τονε σκέφτεσαι;»
«Ακόμα»
Πέρασαν και άλλα χρόνια, μέρες και νύχτες γεμάτες δάκρυα, προσευχές και αναστεναγμούς. Όποτε τύχαινε να συναντηθούν, αντάλλασσαν με τα μάτια ό,τι είχαν να πουν. Εκείνη του έλεγε πόσο της λείπει. Και αυτός της έλεγε πόσο την αγαπά. Και χωρίζονταν μέχρι την επόμενη φορά. Δεν κρύβεται ο καημός. Όπου και να πας τον κουβαλάς πάνω σου.
«Ποτέ δεν σου φέρθηκα καλά», της είπε μια βραδιά ο άντρας της.
Η Κατερίνα σάστισε, γιατί ποτέ δεν της είχε πει τέτοια κουβέντα.
«Ακόμα και από το κρεβάτι πάνω που είμαι τόσα χρόνια, φρόντιζα να σε κακολογώ. Το έκανα γιατί ήξερα ότι η καρδιά σου ανήκει σε εκείνον. Και από εγωισμό τα έκανα όλα αυτά. Και τώρα με τιμωρεί ο Θεός»
«Δεν σε τιμωρεί, σου έδωσε μια ευκαιρία να μετανιώσεις»
«Μετανιώνω. Γιατί πήρα ένα λουλούδι στα χέρια μου και το μαράζωσα. Εσύ μετάνιωσες που χαράμισες την ζωή σου μαζί μου;»
Δεν του απάντησε. Κατάλαβε ότι ήταν οι τελευταίες του ώρες. Πέρασε την μισή της ζωή μαζί του. Από ανθρωπιά τον πρόσεχε τόσα χρόνια. Από καλοσύνη φρόντιζε έναν άνθρωπο που δεν αγαπούσε. Μισή ζωή μαζί του. Μισή ζωή χωρίς τον Μιχάλη.
«Ευχαριστώ», της είπε ο Αριστείδης και μόλις στέγνωσαν τα δάκρυα στα μάτια του αποκοιμήθηκε.
Η κηδεία του έγινε την επόμενη μέρα. Είχε φύγει στον ύπνο του. Η Κατερίνα φόρεσε τα μαύρα, αυτά που φορούσε τόσα χρόνια και στην ψυχή της. Και τον έκλαψε και τον πόνεσε και όλα τα μνημόσυνα τα φρόντισε η ίδια με επιμέλεια. Και κάθε βράδυ πριν ξαπλώσει στο άδειο πια κρεβάτι, του άναβε το καντηλάκι για να τον συγχωρέσει και ο Θεός.
Πέρασε ο χρόνος και είδε στον ύπνο της τον Μιχάλη. Συχνά τον ονειρευόταν και φανταζόταν πώς θα ήταν η ζωή της αν τον είχε παντρευτεί. Μα αυτή τη φορά κάτι ήταν διαφορετικό. Τον είδε να ανοίγει την πόρτα και να μπαίνει μέσα στο σπίτι κρατώντας ένα μπουκέτο μυρωδάτα τριαντάφυλλα. Της τα έδωσε, μα της είπε ότι το πιο όμορφο από όλα ήταν εκείνη. Ξύπνησε λουσμένη στον ιδρώτα και ένιωθε τόσο ζωντανό αυτό το όνειρο, σαν να σπαρταρούσε ακόμα στα χέρια της. Βγήκε από το δωμάτιο και τον έψαξε. Τον φώναξε. Και μετά πήγε και έριξε κρύο νερό στο πρόσωπό της να συνέλθει.
«Τι σημαίνει αυτό το όνειρο; Τι μου συμβαίνει, Θεέ μου;»
Ήταν Κυριακή, αφού σχόλασε η εκκλησία, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Αριστείδη. Η Κατερίνα χαιρέτισε τις φίλες της και βάδιζε αργά να γυρίσει στο σπίτι της. Στην διαδρομή σκεφτόταν όσα της είπαν οι γυναίκες. Πως αρκετά θρήνησε τον θάνατό του και την ζωή της μαζί. Πως ήταν ώρα να κοιτάξει τον εαυτό της. Ώρα να γυρίσει σελίδα. Να ζήσει αυτά που της χρωστούσε η ζωή. Να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Το έλεγαν με τόση σιγουριά. Σαν να ήξεραν.
Φτάνει στο σπίτι της και βλέπει τον Μιχάλη να στέκεται από έξω. Τελικά όντως ήξεραν οι γυναίκες. Στα χέρια του κρατούσε ένα μπουκέτο με τριαντάφυλλα που μοσχοβολούσαν.
«Δεν είναι δυνατόν», σκέφτηκε.
Πλησίασε και τον κοίταξε στα μάτια σαν να ήταν η πρώτη φορά.
«Με θωρείς;», την ρώτησε.
«Ναι», του απάντησε.
«Και τι βλέπεις;»
«Κράτησες την υπόσχεσή σου».
Δεν υπήρχε πια κανένας να τους χωρίσει. Δεν τους ένοιαζε η ηλικία τους. Τα ζαρωμένα χέρια και τα ασπρισμένα μαλλιά. Η καρδιά τους ήταν ακόμα νέα. Ήξεραν πάντα ότι αυτός ο σεβντάς δεν θα έσβηνε ποτέ.
CC
