Σχεδόν μαζί – Μέρος 4ο

Προηγούμενο

Δεν έγινε απότομα. Η απόφαση δεν ήρθε σαν σκέψη που ζητούσε απάντηση. Ήρθε σαν σωματική κόπωση. Σαν κάτι που δεν αντέχεις πια να κρατάς, όχι γιατί είναι βαρύ, αλλά γιατί δεν σου επιστρέφει τίποτα.

Η Αλεξάνδρα άρχισε να το νιώθει στα μικρά.
Στον τρόπο που γύριζε το κλειδί στην πόρτα και δεν περίμενε πια να ακουστεί κάποιος από μέσα.
Στο πώς καθόταν στον καναπέ χωρίς να μετακινείται λίγο για να χωρέσει κι άλλος.
Στο ότι δεν υπήρχε πια ερώτηση: πού είσαι;
Μόνο μια βεβαιότητα: είμαστε εδώ.

Κι αυτό το «εδώ» είχε καταντήσει στενό.

Ένα βράδυ, καθώς έτρωγαν απέναντι ο ένας από τον άλλον, η σιωπή δεν ήταν απλώς άνετη. Ήταν αδιάφορη.

Ο Βλαδίμηρος μιλούσε για τη μέρα του. Για ανθρώπους που δεν είχε ανάγκη να θυμάται. Για πράγματα που θα γίνονταν ούτως ή άλλως. Η Αλεξάνδρα τον άκουγε και σκεφτόταν κάτι απλό και επικίνδυνο: Αν φύγω, τίποτα δεν θα καταρρεύσει.

Αυτό ήταν το σημείο. Όχι γιατί δεν αγαπιόντουσαν. Αλλά γιατί είχαν σταματήσει να θέλουν ο ένας τον άλλον με επίγνωση. Είχαν μείνει από συνήθεια, όχι από επιθυμία.

Η Αλεξάνδρα άφησε το πιρούνι στο πιάτο της. Δεν έκανε θόρυβο. Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε όπως δεν τον είχε κοιτάξει εδώ και καιρό, όχι για να δει αν είναι καλά, αλλά για να δει αν είναι εκεί.

«Βλαδίμηρε», είπε ήρεμα.

Εκείνος συνέχισε να μιλά για μια λεπτομέρεια της δουλειάς του, χωρίς να καταλάβει αμέσως ότι τον είχε διακόψει. Όταν το κατάλαβε, σταμάτησε.

«Ναι;»

Δεν βιάστηκε. Δεν ήθελε να το πει σωστά. Ήθελε να το πει αληθινά.

«Πότε ήταν η τελευταία φορά που με ήθελες;»

Η ερώτηση δεν είχε πρόκληση. Είχε κενό.

Ο Βλαδίμηρος συνοφρυώθηκε ελαφρά. Όχι ενοχλημένος. Περισσότερο ξαφνιασμένος.

«Τι εννοείς;»

Η Αλέξανδρα έγειρε λίγο πίσω στην καρέκλα της.

«Όχι από ανάγκη. Όχι επειδή ήμουν εδώ. Όχι επειδή έτσι είναι τα πράγματα»

Έκανε μια μικρή παύση.

«Πότε με διάλεξες τελευταία φορά;»

Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν βαριά. Ήταν αποκαλυπτική.

Ο Βλαδίμηρος πέρασε το χέρι του από το μέτωπό του, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι που δεν είχε χαθεί, απλώς δεν είχε δοθεί σημασία.

«Δεν είναι ότι δεν σε θέλω,» είπε τελικά. «Απλώς… είμαστε καλά»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε. Όχι πικρά. Σχεδόν τρυφερά.

«Αυτό είναι το πρόβλημα,» είπε. «Είμαστε καλά. Δεν είμαστε ζωντανοί»

Εκείνος την κοίταξε τώρα πιο προσεκτικά.

«Θες να πεις ότι δεν σε αγαπάω;»

«Όχι,» απάντησε αμέσως. «Σε αγαπώ κι εγώ. Αλλά δεν σε θέλω πια όπως θέλει κανείς κάποιον που τον επιλέγει κάθε μέρα»

Η φράση έμεινε ανάμεσά τους. Όχι σαν κατηγορία. Σαν διάγνωση.

Ο Βλαδίμηρος πήρε μια ανάσα.

«Οι σχέσεις δεν είναι πάντα ένταση,» είπε. «Κάποια στιγμή γίνονται πιο ήσυχες»

Η Αλέξανδρα έγνεψε.

«Ναι. Αλλά δεν γίνονται αδιάφορες»

Σήκωσε το ποτήρι της, ήπιε μια μικρή γουλιά, το άφησε κάτω.

«Εμείς δεν είμαστε ήσυχοι. Είμαστε ακίνητοι»

Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Όχι γιατί δεν είχε τι να πει. Αλλά γιατί δεν είχε τι να αντικρούσει.

«Δεν μου λείπεις», συνέχισε εκείνη, πιο χαμηλά τώρα. «Κι αυτό είναι το πιο τίμιο που μπορώ να σου πω»

Ο Βλαδίμηρος την κοίταξε. Τα μάτια του δεν γέμισαν. Δεν σκλήρυναν.

«Ούτε εσύ μου λείπεις,» είπε τελικά. Και το είπε χωρίς σκληρότητα. Σχεδόν με ανακούφιση.

Η Αλέξανδρα άφησε έναν αργό αναστεναγμό.

«Είμαστε…», σταμάτησε, ψάχνοντας τη λέξη.

«Σχεδόν μαζί» είπε εκείνος, πριν προλάβει εκείνη.

Η λέξη έπεσε ανάμεσά τους σαν κάτι που και οι δύο αναγνώρισαν αμέσως.

Σχεδόν.
Όχι αρκετά.
Όχι πια.

Δεν χρειάστηκε να πουν περισσότερα. Δεν μίλησαν για το ποιος φταίει. Δεν μίλησαν για το παρελθόν. Μίλησαν για το πότε θα φύγει εκείνος. Για το τι θα πάρει. Για το ότι δεν είχε νόημα να κρατήσουν πράγματα που είχαν αποκτήσει χωρίς σκέψη.

Ο χωρισμός τους δεν είχε κορύφωση. Είχε ευθυγράμμιση.

Το τελευταίο βράδυ κοιμήθηκαν σε διαφορετικά δωμάτια. Όχι από ψυχρότητα. Από σεβασμό.

Το πρωί, ο Βλαδίμηρος στάθηκε στην πόρτα με το μπουφάν του στο χέρι.

«Ελπίζω… να είσαι καλά», είπε τελικά. Και το είπε σαν να μην ήξερε τι σημαίνει πια αυτό.

Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε. Έκλεισε η πόρτα. Και αυτή τη φορά, δεν έμεινε τίποτα μισό πίσω.

Τις μέρες που ακολούθησαν, δεν υπήρξε αναστάτωση. Κανένα άδειασμα. Καμία βιασύνη να αλλάξει κάτι. Το σπίτι έμεινε ήσυχο με έναν τρόπο που δεν την τρόμαζε. Όχι άδειο, ελεύθερο.

Η Αλεξάνδρα ξυπνούσε χωρίς να χρειάζεται να προσαρμοστεί σε ρυθμούς που δεν της ανήκαν πια. Δεν άκουγε κλειδιά. Δεν περίμενε βήματα. Δεν υπήρχε πια εκείνο το ανεπαίσθητο τέντωμα μέσα της, το «να είμαι εδώ για κάποιον». Έφτιαχνε καφέ για έναν. Και για πρώτη φορά, δεν ένιωθε ότι κάτι λείπει από το τραπέζι.

Οι μέρες κύλησαν ήρεμα, σχεδόν απροσδιόριστα. Η δουλειά, οι διαδρομές, τα ίδια πεζοδρόμια. Όλα έμοιαζαν ίδια αλλά δεν ήταν. Γιατί τώρα, όταν γύριζε σπίτι, δεν έπρεπε να χωρέσει. Καθόταν όπου ήθελε. Άφηνε πράγματα στη μέση. Σιωπούσε χωρίς να απολογείται. Κάποιες στιγμές, την έπιανε εκείνη η γνώριμη παρόρμηση: να πιάσει το κινητό και να πει κάτι που δεν χρειαζόταν. Δεν το έκανε. Όχι από δύναμη. Από καθαρότητα.

Ένα βράδυ, άνοιξε το παράθυρο και άφησε τον αέρα να μπει χωρίς να τον μετρήσει. Στάθηκε εκεί για ώρα. Δεν σκεφτόταν το παρελθόν. Δεν φανταζόταν το μετά. Απλώς ήταν. Και κατάλαβε κάτι απλό: όταν δεν χρειάζεται να εξηγείς γιατί έφυγες, τότε έφυγες την σωστή στιγμή.

Την τρίτη ή τέταρτη μέρα, δεν ήξερε πια. Χτύπησε το κινητό της. Όχι από εκείνον. Δεν το περίμενε. Ήταν μήνυμα. Από την Ελεονώρα. «Χάθηκα λίγο, το ξέρω. Αλλά σκέφτηκα ότι ίσως θες να το ξέρεις: ο Μάξιμος είναι Ελλάδα για λίγες μέρες. Χωρίς πρόγραμμα. Αυτό μόνο».

Η Αλεξάνδρα διάβασε το μήνυμα μία φορά. Μετά άλλη μία. Δεν ένιωσε αναστάτωση. Ούτε ενθουσιασμό. Ένιωσε κάτι πιο σπάνιο: διαθεσιμότητα. Όχι ανάγκη. Όχι προσδοκία. Τη δυνατότητα να κινηθεί χωρίς να προδίδει τίποτα πίσω της.

— Πού είναι;

Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως. Όχι βιαστική. Σαν να την περίμενε.

— Στο κέντρο. Μένει προσωρινά κοντά στο Θησείο.
— Δεν το έχει πει σε πολλούς.
— Αν πας, πήγαινε απλά.

Η λέξη απλά στάθηκε λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν.

Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε. Δεν υπήρχε κάτι να διευκρινίσει. Έβαλε το κινητό στην τσέπη και φόρεσε τα παπούτσια της χωρίς να κοιτάξει τον καθρέφτη. Πήρε τα κλειδιά. Όχι σαν απόφαση. Σαν συνέχεια.

Ο δρόμος ήταν ήσυχος, με εκείνο το φως που δεν υπόσχεται τίποτα αλλά αφήνει χώρο. Κατέβηκε τα σκαλιά του μετρό και ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια λίγο πιο πέρα, εκεί όπου η πόλη ανοίγει. Περπάτησε προς τον λόφο χωρίς να βιάζεται. Δεν ήθελε να φτάσει πριν φτάσει.

Τον είδε πρώτα από πίσω. Στεκόταν κοντά στο κιγκλίδωμα, με την πόλη απλωμένη μπροστά του. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Δεν κοιτούσε το κινητό του. Ήταν εκεί, όπως είναι οι άνθρωποι που ξέρουν γιατί στέκονται.

Πλησίασε. Όχι αθόρυβα. Ούτε επιδεικτικά.

Γύρισε. Η έκπληξη πέρασε από το πρόσωπό του σαν σκιά που αναγνωρίζει το φως. Δεν είπε αμέσως τίποτα. Χαμογέλασε, όχι από χαρά, από βεβαιότητα. Έγειρε λίγο το κεφάλι, όπως κάνει κανείς όταν προσπαθεί να χωρέσει μια εικόνα που δεν περίμενε, αλλά του ταιριάζει.

Η Αλεξάνδρα στεκόταν απέναντί του, με τα χέρια χαλαρά στο πλάι. Δεν είχε φορέσει κάτι ιδιαίτερο. Κι όμως, δεν υπήρχε τίποτα πάνω της πρόχειρο. Ήταν εκεί όπως είναι οι άνθρωποι όταν δεν έχουν πια ρόλο να υποδυθούν.

«Νόμιζα ότι…» ξεκίνησε εκείνος και σταμάτησε. Χαμογέλασε αχνά. «Όχι. Ήξερα ότι θα έρθεις. Απλώς δεν ήξερα πότε»

Η Αλεξάνδρα έκανε ένα μικρό βήμα πιο κοντά. Ο αέρας ανάμεσά τους άλλαξε, σαν να ζεστάθηκε.

«Δεν ήρθα νωρίτερα γιατί δεν θα στεκόμουν έτσι», είπε χαμηλά. «Και δεν ήθελα να σε δω μισή»

Ο Μάξιμος την κοίταξε τότε όπως κοιτάς κάτι που δεν χρειάζεται να το κερδίσεις, μόνο να μην το προδώσεις. Τα μάτια του σκοτείνιασαν ελάχιστα, όχι από φόβο, από βάθος.

«Ξέρεις τι είναι αυτό που με τρόμαζε πάντα;», είπε. «Ότι ήσουν αληθινή πριν από μένα»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε. Όχι πικρά. Όχι θριαμβευτικά. Σαν άνθρωπος που αναγνωρίζει κάτι που επιτέλους ειπώθηκε σωστά.

«Κι εγώ φοβόμουν ότι θα σε δω πριν είμαι έτοιμη να μείνω»

Για λίγο δεν υπήρχαν λέξεις. Μόνο η πόλη από κάτω τους, τα φώτα που άναβαν ένα-ένα, ο ήχος ενός λεωφορείου που πέρασε μακριά. Ο κόσμος συνέχιζε. Εκείνοι είχαν σταματήσει.

Ο Μάξιμος άπλωσε το χέρι του. Όχι γρήγορα. Όχι διστακτικά. Το άπλωσε και περίμενε. Η Αλεξάνδρα δεν το έπιασε αμέσως. Τον κοίταξε πρώτα. Και μέσα σε εκείνο το βλέμμα υπήρχε όλο το πριν και καμία ανάγκη να το κουβαλήσουν μαζί τους.

Ακούμπησε τα δάχτυλά της στο χέρι του. Η επαφή ήταν ήρεμη. Σίγουρη. Δεν είχε τίποτα από τον πυρετό των αρχών. Είχε κάτι πολύ πιο σπάνιο: διάρκεια.

Ο Μάξιμος έσκυψε λίγο προς το μέρος της. Το μέτωπό του ακούμπησε για μια στιγμή στο δικό της. Δεν τη φίλησε αμέσως. Σαν να ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί ότι ήταν εκεί.

«Δεν χρειάζεται να μου πεις τίποτα άλλο», είπε. «Το βλέπω»

Η Αλεξάνδρα έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Όχι για να κρατήσει τη στιγμή. Αλλά για να την αφήσει να συμβεί. Όταν τα άνοιξε, ένιωσε κάτι απλό και ανατριχιαστικά καθαρό: δεν προσπαθούσε να αγαπηθεί. Δεν αποδείκνυε τίποτα. Δεν έμπαινε σε κάτι για να καλύψει κενό. Ήταν εκεί γιατί μπορούσε να σταθεί.

Έκαναν μαζί το πρώτο βήμα προς τον δρόμο. Χωρίς σχέδιο. Χωρίς υπόσχεση ειπωμένη δυνατά. Μόνο με εκείνη τη σιωπηλή συμφωνία που δεν χρειάζεται λέξεις για να κρατήσει.

Και για πρώτη φορά στη ζωή της, η Αλεξάνδρα δεν ήταν σχεδόν μαζί με κάποιον. Ήταν παρούσα. Ολόκληρη.

Αφροδίτη Αυγερινού

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading