Ψευδώς θετικό

Η Βέρα βρισκόταν ήδη κοντά δύο μήνες στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού, όταν έμαθε πως ήταν έγκυος. Ένα τέτοιο νέο, μέσα σε ένα κελί που η υγρασία έμοιαζε να ανεβαίνει από τα θεμέλια και να κολλάει πάνω σου σαν βρεγμένο ρούχο, μόνο χαρά δεν μπορούσε να φέρει. Φόβο, ναι. Απόγνωση, ναι. Αλλά όχι χαρά.

Κι έπειτα, δεν ήταν μόνο η φυλακή. Ήταν κι ο λόγος που βρισκόταν εκεί. Αυτός ο λόγος ήταν που έκανε τη σκέψη της εγκυμοσύνης της ακόμα πιο αφόρητη κι οδυνηρή.

Λίγα πράγματα θυμόταν από τη σύλληψή της και την ανάκριση. Μόνο ότι την είχαν μεταφέρει στον έβδομο όροφο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, στο Τμήμα Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής. Ένας μακρύς διάδρομος που μύριζε κλεισούρα και μπαγιάτικο καφέ, το γραφείο του ανακριτή με τον πάκο από φακέλους και τα σκόρπια χαρτιά, η καρέκλα του με τα ροδάκια που έτριζαν ελαφρά, κι ο εαυτός της να κάθεται αποσβολωμένη κι ακίνητη απέναντι από το γραφείο του με τα χέρια της κάπως χαλαρά δεμένα μπροστά. Αυτό που θυμόταν πιο ξεκάθαρα ήταν το γδαρμένο ξύλινο τραπέζι. Εκεί, ανάμεσα σε φακέλους και φωτογραφίες, βρισκόταν το αποτέλεσμα των εξετάσεων. Μια λεπτή λωρίδα χαρτιού, με αριθμούς και όρους που δεν καταλάβαινε. Καταλάβαινε όμως τη λέξη που είχε ειπωθεί ξανά και ξανά. Τη λέξη που της αφαίρεσε τη μητρότητα. Αντιψυκτικό.

«Στο αίμα του παιδιού σας βρέθηκε ουσία που δεν μπορεί να βρεθεί τυχαία», είπε ο ανακριτής, χωρίς να την κοιτάζει. «Κάποιος την έδωσε». Η Βέρα άνοιξε το στόμα της, αλλά δεν βγήκε ήχος. Δεν ήταν ότι δεν είχε να πει κάτι. Ήταν ότι όσα ήξερε δεν είχαν καμία θέση εκεί μέσα.

Δύο μήνες αργότερα, προφυλακισμένη μέσα στο κρύο κελί και βουλιαγμένη στη θλίψη της απώλειας, βρήκε μόνο δυο στεγνές φράσεις να πει στον γιατρό της φυλακής που της ανακοίνωσε την νέα εγκυμοσύνη. «Θέλω… θέλω να κάνω έκτρωση. Πείτε μου μόνο… γίνεται;».
«Λυπάμαι, αλλά η εγκυμοσύνη σου είναι αρκετά προχωρημένη. Πέρα από το ότι αυτό το κάνει ιατρικά πιο δύσκολο, υπάρχουν και συγκεκριμένα νομικά όρια. Σύμφωνα με αυτά, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε διακοπή σε αυτό το στάδιο».
«Τι εννοείτε προχωρημένη; Πόσο;».
«Αρκετά ώστε να θεωρείται αργά πλέον για την επιλογή που ζητάς».

Θα γινόταν πάλι μητέρα λοιπόν. Ο νους της έτρεξε με μεγάλες δρασκελιές πίσω στη μέρα που συνέβη το αδιανόητο. Το μωρό της είχε αρρωστήσει ξαφνικά. Έκανε εμετούς, δεν έτρωγε, κοιμόταν ασταμάτητα. Το δέρμα του είχε πάρει μια απόχρωση γκρίζα, σαν να είχε φύγει από μέσα του το φως. Η αναπνοή του γινόταν όλο και πιο ρηχή. Η Βέρα θυμόταν τα πάντα από εκείνη τη μέρα. Τη στιγμή που το έδενε στο καρεκλάκι του αυτοκινήτου για να το πάει στα επείγοντα. Το βάρος του, ελαφρύτερο απ’ όσο έπρεπε. Το κεφάλι του που έγειρε στο στήθος της καθώς έμπαινε τρέχοντας στο νοσοκομείο. Θυμόταν τη σιωπή που ακολούθησε την ανακοίνωση του μοιραίου, μια σιωπή τόσο πυκνή που νόμιζε πως θα τη συνθλίψει. Δεν θυμόταν, όμως, καμία δηλητηρίαση.

Ωστόσο, οι γιατροί έμεναν αμετακίνητοι στις βεβαιότητές τους. Η γλώσσα της επιστήμης δε σήκωνε αντιρρήσεις. Τα ευρήματα ήταν σαφή, τα συμπτώματα χαρακτηριστικά και η εξήγηση μοναδική. Δηλητηρίαση από αντιψυκτική ουσία. Αιθυλενογλυκόλη. Κάλεσαν άμεσα την αστυνομία, που συνέλαβε την αποσβολωμένη Βέρα και την οδήγησε στον εισαγγελέα κι από κει στη φυλακή μέχρι να δικαστεί για τη δολοφονία του γιου της με χορήγηση αντιψυκτικού. Το κίνητρο, ωστόσο, ήταν ασαφές. Κάποιες φορές, είπαν, οι μητέρες σπάνε. Ειδικά αυτές σαν τη Βέρα που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους. Η Βέρα όντως έσπασε. Έσπασε σε χίλια κομμάτια αλλά από την απώλεια, όχι από τη μητρότητα.

Στη φυλακή ο χρόνος δεν κυλούσε. Στάλαζε. Κάθε μέρα ίδια με την προηγούμενη, με μόνη διαφορά το βάρος που μαζευόταν στο στήθος της και την κοιλιά της που μεγάλωνε μέρα τη μέρα. Εκεί, ανάμεσα σε τοίχους που είχαν ακούσει κι άλλες ιστορίες αθωότητας και ενοχής, η Βέρα έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της. Γέννησε σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο και δεν της έδωσαν το μωρό να το κρατήσει. Δεν έμαθε καν αν ήταν αγόρι ή κορίτσι. Το είδε μόνο από μακριά, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα, να κλαίει. Ένα κλάμα καθαρό, δυνατό, ζωντανό. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που θα άκουγε το κλάμα του. Η απόφαση είχε ήδη κλειδώσει μέσα της από την στιγμή που έμαθε για την εγκυμοσύνη της. Είχε προαποφασίσει το παιδί να δοθεί αμέσως σε ανάδοχη οικογένεια.

Ο καιρός συνέχιζε να κυλά βασανιστικά και επίπεδα για τη Βέρα. Οι ώρες απλώνονταν βαριές και σέρνονταν μονότονα σα γέρικα βήματα. Όλα επαναλαμβάνονταν κάθε μέρα με την ίδια σειρά. Ο θολός καφές μοιρασμένος στα πλαστικά ποτήρια, οι ίδιες χαμηλόφωνες κουβέντες, η δουλειά στο μαγειρείο ίσα για να δίνει μια ψευδαίσθηση χρησιμότητας, η καθαριότητα, ο ουρανός κομμένος σε λωρίδες. Μετά η αυλή, λίγη κίνηση, λίγος αέρας κι ύστερα το απογευματινό διάβασμα, η βραδινή καταμέτρηση κι οι πόρτες που κλείνανε ξανά για να υποδεχτούν την επόμενη ίδια μέρα. Και κάπως έτσι αυτή η μονότονη αλυσίδα δεν ήταν απλώς πρόγραμμα. Η ρουτίνα στη φυλακή ήταν τρόπος να αντέχεις περιμένοντας κάτι αόριστο. Μια άδεια, μια απόφαση, μια είδηση. Για τη Βέρα ήταν το τελευταίο που άλλαξε τον ρου της ιστορίας της.

Λίγο καιρό μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της, το τηλέφωνο χτύπησε στο γραφείο του διευθυντή της φυλακής. Το βρέφος είχε εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο και τα συμπτώματα ήταν παραπάνω από γνώριμα. Εμετοί, λήθαργος, αναπνοή που κόβεται. Οι γιατροί κινήθηκαν γρήγορα και οι εξετάσεις έγιναν ξανά. Τα αποτελέσματα ήρθαν ίδια, σχεδόν πανομοιότυπα με την προηγούμενη φορά. Με τη διαφορά πως αυτή τη φορά η Βέρα δεν είχε έρθει ούτε για μια στιγμή σε επαφή με το βρέφος από τη στιγμή που γεννήθηκε. Δεν το είχε καν δει, δε γνώριζε ούτε το φύλο του. Δεν ήθελε να το μάθει. Κάποιος είπε τη λέξη σύμπτωση, κάποιος άλλος είπε τη λέξη κληρονομικό. Και τότε, για πρώτη φορά, κάποιος κοίταξε πέρα από το προφανές.

Ο νεαρός βιοχημικός Νίκος Αλεξίου, καινούργιος στο τμήμα, κοιτάζοντας τα δεδομένα φαινόταν σκεπτικός. Βαθιά προβληματισμένος, γύρισε προς τον διευθυντή του και του απευθύνθηκε κάπως επιφυλακτικά, σαν να προέβλεπε τις αντιρρήσεις του:
«Προϊστάμενε, έριξα άλλη μια ματιά σε τούτα εδώ και κάτι δεν μου κάθεται».
«Τι εννοείς “δεν σου κάθεται”; Όλα δείχνουν δηλητηρίαση. Τα κλασικά».
«Τα κλασικά, ναι… αλλά οι τιμές δεν κουμπώνουν με το σενάριο. Είναι σαν να το μιμούνται. Σαν να είναι κάτι από μέσα».
«Από μέσα; Δηλαδή;».
«Θέλω να ζητήσω επιπλέον εξετάσεις. Όχι τις συνηθισμένες. Πιο εξειδικευμένες».
«Εξειδικευμένες, ε; Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Χρόνο. Χρήμα. Έγκριση. Και θα καθυστερήσεις μια υπόθεση που τρέχει».
«Το ξέρω. Αλλά αν είναι λάθος; Αν κυνηγάμε δηλητήριο που δεν υπάρχει;».

«Έχεις κάποια ένδειξη ή απλώς ένστικτο;».
«Ένδειξη. Το μοτίβο είναι παράλογο για εξωγενή ουσία. Οι μεταβολίτες… δεν συμπεριφέρονται σαν να μπήκε κάτι. Συμπεριφέρονται σαν να λείπει κάτι. Κάτι… σαν ένζυμο».
«Αλεξίου, δεν είμαστε κλινική γενετικής! Είμαστε εργαστήριο που πρέπει να απαντάει γρήγορα!», αποκρίθηκε φανερά ξεβολεμένος ο άλλος .
«Το γνωρίζω, προϊστάμενε. Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να είμαστε σωστοί. Αν το λάθος μας “γράψει” δηλητήριο, θα ψάχνουν άνθρωπο. Αν είναι πάθηση, θα ψάχνουν φταίχτη εκεί που δεν υπάρχει!», επέμεινε ο Αλεξίου.

Εκείνη τη στιγμή ο τοξικολόγος δρ. Σταθάκης έτυχε να μπαίνει στο γραφείο κι έπεσε πάνω στην κουβέντα. «Μιλάτε για τον φάκελο του περιστατικού; Οι αστυνομικοί περιμένουν απάντηση».
«Εδώ… ο καινούργιος θέλει, λέει, επιπλέον εξετάσεις. Ακριβές και χρονοβόρες!», αντέδρασε πάλι ο διευθυντής.
«Ας μαντέψω! Σπάνιο σενάριο;», απάντησε με μισό χαμόγελο ο Σταθάκης.
«Όχι σενάριο. Πιθανότητα. Υπάρχουν διαταραχές που μοιάζουν τρομακτικά με δηλητηρίαση», αντέτεινε σθεναρά αυτή τη φορά ο Νίκος.
«Όντως, υπάρχουν και τέτοιες», επιβεβαίωσε ο τοξικολόγος.
Ο διευθυντής, κοιτώντας μια το Νίκο και μια το Σταθάκη, μουρμούρισε απρόθυμα:
«Εντάξει, λοιπόν. Πέρνα τες στο σύστημα. Αλλά θα φας εσύ την ευθύνη της καθυστέρησης. Κι αν βγει τίποτα… θα μου το εξηγήσεις λέξη-λέξη. Σύμφωνοι;»,
«Απολύτως», απάντησε ικανοποιημένος ο Νίκος.

Ένα μήνα αργότερα, αργά το απόγευμα, στο τοξικολογικό εργαστήριο της ΕΛ.ΑΣ. ο Νίκος στεκόταν μπροστά στον εκτυπωτή και περίμενε με αγωνία το χαρτί που άρχιζε να βγαίνει αργά, σαν να ήξερε το σεισμό που θα προκαλούσε.
«Ήρθαν!», είπε με μια αίσθηση προσμονής.
Ο προϊστάμενος σήκωσε το βλέμμα αδιάφορα. «Τι ήρθε;», ρώτησε.
«Τα ειδικά. Τα ακριβά και χρονoβόρα», είπε ο Νίκος.
«Ωραία. Να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία. Πού είναι η αιθυλενογλυκόλη;», συνέχισε στον ίδιο αδιάφορο τόνο ο προϊστάμενος.

Ο Νίκος κοίταξε τα χαρτιά σιωπηλός. Έπειτα, χαμογέλασε αινιγματικά, έδωσε τις σελίδες στον τοξικολόγο Σταθάκη και αναφώνησε:
«Η κορυφή που νομίζαμε για αιθυλενογλυκόλη… είναι προπιονικό οξύ! Δεν είναι δηλητήριο! Είναι… μεταβολικό. Είναι… εννοώ προέρχεται από μέσα, όχι απ’ έξω!».

Ο Σταθάκης κοίταξε κι αυτός τις σελίδες με σφιγμένα με χείλη. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έγραφαν.
«Δηλαδή κυνηγούσαμε λάθος ουσία», ψέλλισε εμφανώς αποσβολωμένος.
«Ή κυνηγούσαμε λάθος ιστορία», αντέτεινε ο Νίκος.

Το εξειδικευμένο εργαστήριο του εξωτερικού όπου είχαν σταλεί τα δείγματα για ανάλυση από το μπιμπερό του υιοθετημένου βρέφους της Βέρας, είχε προσθέσει στο τέλος του εγγράφου τη σημείωση που έδινε τη λύση του γρίφου. “Συμβατά με οργανική οξυαιμία”.

Ο Νίκος πήρε ξανά το λόγο, ενώ ο προϊστάμενος κρεμόταν πλέον από τα χείλη του:
«Αυτό που σας έλεγα. Μοιάζει με δηλητηρίαση, αλλά δεν είναι. Θυμόμουν μια σχετική διάλεξη που είχα παρακολουθήσει ως φοιτητής στο μεταπτυχιακό. Η νόσος που φτιάχνει οξέα στο σώμα και που μπορεί να ξεγελάσει και τα πιο έμπειρα μάτια. Το σώμα μιμείται το δηλητήριο τόσο πειστικά, που νομίζεις πως πρόκειται για κοινή δηλητηρίαση».
«Δηλαδή, ρε επιστήμονες», εξανέστη ο προϊστάμενος «δε μας το κάνετε λίγο πιο λιανά και για μας τους αδαείς;».

Το λόγο πήρε τώρα ο τοξικολόγος Σταθάκης.
«Η νόσος ονομάζεται μεθυλμαλονική οξυαιμία (MMA). Είναι μια κληρονομική μεταβολική διαταραχή, όπου ο οργανισμός λόγω έλλειψης ενός ενζύμου αδυνατεί να διασπάσει ορισμένα αμινοξέα και λίπη. Αυτό οδηγεί στη συσσώρευση οξέος, το οποίο στις εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να μπερδευτεί με την αιθυλενογλυκόλη».
«Το αντιψυκτικό που νομίζαμε ότι είχαμε εντοπίσει στο πρώτο βρέφος που πέθανε….», ψέλλισε με συντριβή τώρα ο προϊστάμενος.
«Ακριβώς…», απάντησε ο Νίκος. Και συνέχισε ρωτώντας με ειλικρίνεια: «Και τώρα τι κάνουμε;».
«Τώρα στέλνουμε την αναφορά εκεί που πρέπει και βγάζουμε από τη φυλακή έναν αθώο», απάντησε αποφασιστικά ο προϊστάμενός του.

Η Βέρα αποφυλακίστηκε ένα πρωί του Δεκέμβρη σαν όλα τα άλλα. Ο αέρας έξω ήταν καθαρός, σχεδόν προκλητικά απαλός, και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε πώς να τον αναπνεύσει. Είχε μάθει να ζει με την ανάσα κομμένη από συνήθεια. Στην πύλη δεν την περίμενε κανείς. Δεν διεκδίκησε ποτέ να πάρει πίσω την κηδεμονία του δεύτερου παιδιού της, το οποίο είχε αρχίσει άμεσα να παίρνει θεραπευτική αγωγή για τη νόσο του και η υγεία του βελτιωνόταν συνεχώς.

Δεν ζήτησε καμία υλική αποζημίωση για την βλάβη που υπέστη. Ζήτησε μόνο να μην ξανασυμβεί. Να μην χρειαστεί άλλος γονιός να μάθει το όνομα μιας σπάνιας νόσου μέσα από κάγκελα. Να μην γίνει άλλο παιδί ένδειξη σε μια υπόθεση. Κι ευχήθηκε κάπου, σε ένα εργαστήριο που θα μύριζε κρύο καφέ και απολυμαντικό, να υπάρχει πάντα κάποιος νέος επιστήμονας που θα κρατήσει μια αναφορά στα χέρια του λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται.

Ειρήνη Κουτσουβέλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading