Μπήκε ο χειμώνας και κανείς από τους δύο δεν είχε κάνει κίνηση να ξαναμιλήσουν. Ο Πέτρος παραιτήθηκε από το εστιατόριο που δούλευε και πέρασε από συνεντεύξεις για μια θέση σε ένα δικηγορικό γραφείο. Περισσότερο όμως έψαχνε ακόμα την θέση του στον κόσμο. Η Αέλια έκανε ανακατατάξεις στο γραφείο. Η γραμματέας της εγκατέλειψε την θέση λόγω εγκυμοσύνης και δεν είχε σκοπό να επιστρέψει. Έτσι, είχε αφοσιωθεί πλέον στην δουλειά και στις ετοιμασίες της βάφτισης. Θα γινόταν νονά για το μικρό κοριτσάκι που θα γεννιόταν σε λίγες εβδομάδες.
Δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων και η Αέλια κρατούσε την μικρή Αναστασία τυλιγμένη με κεντημένα λαδόπανα στην αγκαλιά της. Η μικρή κοιμόταν καθ’ όλη τη διάρκεια του μυστηρίου σε εκείνο το μικρό πετρόχτιστο εκκλησάκι λίγο έξω από την πόλη. Οι γονείς της ήρθαν στην Ελλάδα για να παρευρεθούν στην βάφτιση και στέκονταν συγκινημένοι δίπλα της.
Μετά την αλλαγή του χρόνου, ετοίμασαν ξανά τις βαλίτσες τους. Την ημέρα που έφευγαν για το αεροδρόμιο, είδαν τον Πέτρο να βγαίνει από την πολυκατοικία και τον σταμάτησαν πριν μπει στο αυτοκίνητό του. Περπατούσε σκυφτός, φορούσε σκούρο κοστούμι και κρατούσε χαρτοφύλακα.
«Χρυσέ μου, πώς είσαι;», αναφώνησε με την τσιριχτή φωνή της η Ναταλί και πήγε προς το μέρος του.
«Κυρία Ναταλί, φαίνεστε υπέροχη όπως πάντα», την αγκάλιασε.
«Ευγενικός από μικρός», είπε ο πατέρας της και του έσφιξε δυνατά το χέρι.
«Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω, κύριε Χριστόφορε»
«Έγινες ολόκληρος άντρας πια. Μα πού είναι η κόρη μου; Αέλια! Έλα να χαιρετήσεις. Είναι ο Πέτρος!»
«Καλημέρα. Τι κάνεις;», του είπε γρήγορα και κοφτά.
«Καλημέρα. Πολύ καλά, ξεκίνησα δουλειά σε γραφείο, όπως μάλλον κατάλαβες»
«Ναι, συγχαρητήρια, καλή αρχή», προσπάθησε να μην καταλάβουν οι γονείς της ότι συνέβαινε κάτι μεταξύ τους.
«Μα πόσο καιρό είσαι εδώ;», ρώτησε ο πατέρας της.
«Περίπου ένα χρόνο, κύριε»
«Και δεν είπες κουβέντα!», μάλωσε η Ναταλί την κόρη της. «Κρίμα που φεύγουμε, θα ήθελα πολύ να φάμε όλοι μαζί την επόμενη φορά»
«Την επόμενη φορά, κυρία Ναταλί», συμφώνησε ο Πέτρος.
«Μη σε κρατάμε άλλο αγόρι μου, πήγαινε στη δουλειά σου μην αργήσεις», τον παρότρυνε ο Χριστόφορος.
«Καλό ταξίδι να έχετε. Θα τα ξαναπούμε»
«Μπαμπά;», χώθηκε στην αγκαλιά του. «Γιατί κλαις; Μη σε δει!»
«Ήταν σαν να είδα τον πατέρα του, παιδί μου…»
Η οικογένεια ταξίδεψε ένα μήνα αργότερα στη Σαουδική Αραβία και έκλεισε μια νέα συμφωνία με ένα ναυλομεσιτικό γραφείο. Η Αέλια διοργάνωσε ένα μεγάλο πάρτι στον Όμιλο για να το γιορτάσει. Ήταν η δεύτερη φορά που αισθανόταν τόσο μόνη σε πάρτι. Της έλειπε αφόρητα ο Πέτρος. Τον έβλεπε κάθε πρωί να βγαίνει από το διαμέρισμά του, άλλοτε μόνος και άλλοτε με κάποια καινούρια κοπέλα και ξεκινούσε και εκείνη ανόρεκτα και αδιάφορα για το γραφείο. Ο Πέτρος παρατηρούσε τα αυτοκίνητα που κατά καιρούς την έφερναν, αλλά δεν είδε ποτέ κανέναν να μπαίνει σπίτι της. Μόνο βλέμματα αντάλλαζαν, κυριευμένοι και οι δύο από την ιδέα ότι η φιλία τους είχε πια τελειώσει. Έθαψαν βαθιά μέσα τους τις κουβέντες τους, τα παράπονα και τις αμφιβολίες τους. Μα εκείνη δεν έκανε το πρώτο βήμα μέχρι να ακούσει τον Πέτρο να λέει ξανά το όνομά της.
Ήταν το πρώτο απόγευμα του καλοκαιριού, όταν ο Πέτρος είπε τελικά το όνομά της. Ξαπλωμένοι και οι δύο στον κήπο, πάνω σε ένα καρό τραπεζομάντηλο με δύο μπουκάλια λευκό κρασί δίπλα τους και έναν κόκκινο ήλιο να δύει απέναντί τους. Άνοιξαν το κουτί με τις αλήθειες τους, αλλά η Πανδώρα δεν έλεγε να μεθύσει.
«Δεν μπορώ να καταλάβω τι κάνω λάθος. Ζητάς έναν φίλο χωρίς παρορμήσεις. Εγώ θέλω να κάνω ό,τι θέλω την στιγμή που το θέλω»
«Ζητάω έναν φίλο με προτεραιότητες, Πέτρο»
«Να είσαι εσύ η προτεραιότητα; Προτεραιότητά μου είναι το συναίσθημα, έτσι ένιωσα έτσι έκανα. Είδα μια ωραία γυναίκα και την έκανα δική μου»
«Μάλιστα. Και το δικό μου συναίσθημα ποιο ήταν;»
«Υπό άλλες συνθήκες θα έλεγα ότι ζήλεψες. Αλλά μάλλον εννοείς ότι αισθάνθηκες άβολα στο πάρτι σου»
«Την ζήλια δεν την σχολιάζω καν, στα υπόλοιπα συμφωνώ»
«Ίσως αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά την μοναξιά, επειδή δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ένιωθες μόνη με τόσους φίλους γύρω σου»
«Ίσως αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά την φιλία. Ούτε εγώ μπορώ να καταλάβω γιατί με έκανες να αισθάνομαι τόσο περίεργα»
«Σε μια φιλία θέλω να νιώθω ελεύθερος και όχι να σκέφτομαι ότι μια μου κίνηση μπορεί να εκνευρίσει τον άλλον»
«Άρα προτεραιότητά σου είναι μόνο το δικό σου συναίσθημα;»
«Και δική σου προτεραιότητα να μην αναστατώνεται ο τέλεια σχεδιασμένος κόσμος σου. Εκτός και αν δεν σου φτάνει πια αυτός ο κόσμος»
«Ποτέ δεν μου έφτανε»
«Όταν είμαι μαζί σου σου φτάνει;»
«Δεν ξέρω», απάντησε και ξαναγέμισε το ποτήρι της. «Ίσως με προσγειώνεις κάποιες φορές»
«Αυτό που έζησα όμως εγώ με απογείωσε!»
Σφίχτηκε το στήθος της όταν θυμήθηκε τον Πέτρο να φιλάει εκείνη την κοπέλα στο πάρτι της. Και δεν απάντησε.
«Εκτός λοιπόν από μια φίλη», συνέχισε εκείνος, «έχω ανάγκη και μια ωραία γυναίκα. Θέλω να περνάω καλά και να μην χάνω καμία ευκαιρία»
«Δεν σε κρίνω για τις πρόσκαιρες σχέσεις σου αλλά…»
«Αλλά δεν είναι αποδεκτές στον κύκλο σας», την διέκοψε.
«Την θέση μου σε όλο αυτό προσπαθώ να αντιληφθώ. Πού χωράω εγώ; Θα μπαίνω στη μέση να σταματώ τα κορίτσια που ξεμαλλιάζονται για πάρτη σου; Ή θα σου κρατάω το φανάρι;», ύψωσε τον τόνο της φωνής της.
«Αρχικά δεν θα πήγαινα σε τέτοιο πάρτι με σαμπάνιες και την υψηλή κοινωνία! Το έκανα για εσένα! Δεν ταιριάζω στον κόσμο σου, αλλά προσπάθησα για σένα. Όμως εσύ δεν αντέχεις να είσαι τίποτα λιγότερο από πρωταγωνίστρια!»
«Ε, όχι και έτσι!», πετάχτηκε από τη θέση της.
«Αυτό ακριβώς έχετε μάθει, να διεκδικείτε πάντα την πρώτη θέση», είπε τρίβοντας τα χέρια του που την κατάφερε να ρίξει τη μάσκα της.
«Δεν το εννοούσα έτσι. Έχεις βρεθεί δίπλα μου σε τόσο σημαντικές στιγμές και αυτό έχεις καταλάβει για εμένα;»
«Ερώτηση ενός διπλωμάτη. Αλλά σου έχω απάντηση. Μπορώ να κάνω ένα τσιγάρο πρώτα;»
«Αν σε βοηθάει να σκεφτείς», απάντησε γυρνώντας την πλάτη της και ο Πέτρος ανταπέδωσε την ειρωνεία με χαμόγελο.
Η κυρία Φράνσις πλησίασε κρατώντας έναν δίσκο και τους πρόσφερε μερικά καναπεδάκια.
«Ειδοποίησε τον οδηγό κυρία Φράνσις. Εγώ και η Αέλια θα βγούμε ραντεβού απόψε!», είπε ξαφνιάζοντας και τις δύο.
*****
Μόλις έδεσε το κούμπωμα στα ψηλά της πέδιλα, καθισμένη στον βελούδινο καναπέ, άκουσε χτύπημα στην πόρτα του δωματίου της.
«Παρακαλώ», αποκρίθηκε.
«Επιτρέπονται άντρες στο δωμάτιό σου;»
«Πολύ αστείο! Όλα τα βλέπεις από απέναντι; Τέλος πάντων… Τι θες; Δεν είχαμε πει ότι θα συναντηθούμε κάτω;»
«Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι πρώτα»
«Πέρασε, αν και σίγουρα δεν έχει ξαναμπεί εδώ μέσα άντρας με λουλουδάτο πουκάμισο»
«Μακάρι να μπορούσα να ανταποδώσω το σχόλιο, αλλά μπροστά μου δεν έχω τίποτα λιγότερο από μια καλλονή με μίνι μαύρο φόρεμα»
«Και μετά λες εμένα διπλωμάτη, Πέτρο»
«Λοιπόν, θα το φορέσεις απόψε; Αυτό ήθελα να σε ρωτήσω»
«Ποιο να φορέσω;»
«Το δώρο μου»
«Ποιο δώρο;»
«Αυτό που σου έκανα στα γενέθλιά σου»
«Δεν ξέρω ποιο εννοείς, δεν το έχω ανοίξει ακόμα»
«Δεν το έχεις ανοίξει ακόμα;», επανέλαβε έκπληκτος. «Έχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος και δεν το έχεις δει;»
«Όχι, δεν ήθελα να το δω»
«Ήσουν τόσο θυμωμένη μαζί μου;»
«Προσπαθούσα να ξεχάσω», μουρμούρισε.
«Θα το φέρεις σε παρακαλώ;»
Η Αέλια άνοιξε το πρώτο συρτάρι στο κομοδίνο της και έβγαλε ένα μικρό πράσινο κουτάκι τυλιγμένο με φιόγκο.
«Το είχες κοντά σου όμως. Θέλεις να το ανοίξεις;», πρόσθεσε με ήρεμη φωνή.
Τον κοίταξε δήθεν αδιάφορα, κρύβοντας τη λύπη της και έλυσε τον φιόγκο. Το πράσινο σμαράγδι γυάλιζε πάνω στην λεπτή χρυσή αλυσίδα και τα μάτια της γυάλισαν και αυτά.
«Δεν καταλαβαίνω. Δεν πωλήθηκε στη δημοπρασία;»
«Το αγόρασα για να στο κάνω δώρο»
«Τι έκανες; Ξέρεις πότε το φόρεσα πρώτη φορά αυτό;»
«Ξέρω»
«Όχι, δεν ήταν μόνο η νύχτα που πήγαν να μας ληστέψουν με τα κορίτσια»
«Ξέρω σου λέω. Και θέλω να το φορέσεις και απόψε που θα χορεύεις μαζί μου»
«Ξέρεις;», ρώτησε κρύβοντας με το χέρι το στόμα της. «Θυμάσαι;»
«Φυσικά και θυμάμαι. Όλα ήταν τόσο μαύρα γύρω μου και το μόνο χρώμα που είδα στην κηδεία των γονιών μου ήταν το πράσινο σμαράγδι στον λαιμό σου. Μου θυμίζει την ελπίδα. Θέλω να το φοράς. Θέλω να σε βλέπω να το φοράς»
Το μέρος που πήγαιναν, η Αέλια δεν το ήξερε. Κοιτώντας έξω από το παράθυρο της λιμουζίνας, κατάλαβε ότι πήγαιναν παραλιακά, ίσως σε κάποιο από αυτά τα παραθαλάσσια μπαρ με τις ψάθινες τέντες. Σκεφτόταν πως θα το άντεχε όμως για χάρη της φιλίας τους.
Ο Πέτρος πίστευε ότι σε ένα μέρος σαν αυτό που πήγαιναν, θα της έδινε την απάντηση που ζητούσε. Θα την βοηθούσε να τονώσει την αυτοεκτίμησή της και να γίνει η τέλεια φίλη για να μπορεί να έχει την ελευθερία του. Έτσι όλοι θα ήταν ικανοποιημένοι. Ίσως να καταλάβαινε και ακόμα περισσότερα που ούτε ο ίδιος τα γνώριζε ακόμα.
Και όπως ήταν αναμενόμενο, μόλις πάτησαν το πόδι τους σε εκείνο το ανοιχτό μπαρ με τα ξύλινα τραπέζια και τα μπαμπού καθίσματα, η Αέλια έγινε αμέσως το θέμα συζήτησης και ο ένας μετά τον άλλον ήθελαν να την γνωρίσουν. Νέο αίμα, όμορφη, ευκατάστατη, αριστοκρατική ανάμεσα σε εραστές της τζαζ και της ροκ.
Έπιασε αμέσως το νόημα ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Παρήγγειλε τεκίλα με το που πλησίασαν στην μπάρα.
«Ενδιαφέρουσα επιλογή», της είπε. «Δεν είμαστε όμως εδώ για να δεις τον κόσμο μου, αλλά για να βρεις τον δικό σου»
«Και εγώ που νόμιζα ότι με τιμωρείς για όλες τις δεξιώσεις που σε έχω τραβήξει. Αλλά μάλλον με τιμωρείς για τα μάτια της επόμενης κατάκτησής σου»
«Βλέπεις, αυτό μου αρέσει σε σένα. Είσαι δύσκολο μάθημα και πρέπει να είμαι καλός δάσκαλος»
«Στην υγεία μας», είπε παίρνοντας το ποτήρι της. «Σε λίγο πρόκειται να γίνω τόσο γνωστή εδώ μέσα, που από μόνη μου θα θέλω να μένω στο παρασκήνιο. Για αυτό πρόσεξε, μη με αφήσεις μόνη μου απόψε. Έτσι για αλλαγή»
«Μην ανησυχείς, θέλω μόνο να πάρεις την απάντηση που σου χρωστάω»
«Σε ποιο ερώτημα;», ρώτησε και το βλέμμα της καρφώθηκε σε έναν τύπο που την κοιτούσε και ο Πέτρος γύρισε το κεφάλι του και γέλασε.
«Στο τι ζητάς από εμένα, τι ζητάς από εσένα, τι ζητάς από εμάς. Και πίστεψέ με, αυτός εκεί ο ψευτογόης δεν πρόκειται να σου δώσει τις απαντήσεις»
«Όλα αυτά σε μια βραδιά;»
«Οι δικές μου βραδιές είναι ολόκληρες ιστορίες»
«Περιλαμβάνουν και φλερτ για μένα ή μόνο για σένα;»
«Αν ήξερα ότι καίγεσαι τόσο πολύ, θα το είχα κανονίσει. Σταμάτα τώρα να κοιτάς εκείνον τον λιγούρη και πάμε να σε γνωρίσω στην παρέα μου»
«Καλώς τα παιδιά», είπε πρώτη μια νεαρή κοπέλα καλωσορίζοντάς τους στο τραπέζι. Πρέπει να ήταν γύρω στα 20, με μακριά μαύρα μαλλιά και αφέλειες που σχεδόν έκρυβαν τα μάτια της. «Τέο, πιάσε ένα γύρο ακόμα», φώναξε στον μπάρμαν.
«Από εδώ η Σου. Δίπλα είναι η Κάτια και ο Κώστας, τον θυμάσαι νομίζω, η Έλλη και ο φουσκωτός δίπλα είναι ο Τόνι ή αλλιώς το φουγάρο».
«Ωραία με σύστησες στην κοπέλα, με υποχρέωσες», του απάντησε με την βραχνή φωνή του.
«Από εκεί ο Μηνάς, ο Τάκης, ο μικρότερος μας ο Άρης και η γλυκιά μας Αγγελική. Παιδιά, από εδώ η παιδική μου φίλη, η Αέλια»
«Γνωστή φυσιογνωμία, κάπου σε έχω δει», είπε η Αγγελική και έβαλε τα χέρια πάνω στο τραπέζι. «Έτσι δεν είναι παιδιά; Φαίνεται γνωστή»
«Μην ζορίζεσαι, σιγά μην συχνάζει στα μέρη μας»
«Μην πετάγεσαι, βρε Μηνά, κάτσε να μας πει η κοπέλα», τον σταμάτησε η Έλλη.
«Παιδιά, παιδιά, θα σας πω εγώ», πήρε το λόγο ο Τόνι στρίβοντας ένα τσιγάρο. «Την κοπέλα την ξέρουμε εγώ και ο Κωστής, αλλά πάει καιρός πια και δεν θέλω να της χαλάσω τη διάθεση», είπε χωρίς να αποκαλύψει στην παρέα την απόπειρα ληστείας πέρσι. «Οι υπόλοιποι την έχετε δει σε εξώφυλλα και κοσμικά περιοδικά με φιλανθρωπικά και τέτοια»
«Είναι ο μπαμπάς σου εφοπλιστής;», την διέκοψε ξανά ο Μηνάς πριν προλάβει να συνεχίσει.
«Είναι ο Παπαγεωργίου. Ο στόλος που έχουμε στην Ελλάδα και ίσως έχετε ακούσει είναι η Μαρίν», είπε διστακτικά.
«Το φόρεμά σου είναι μάρκα; Είναι φανταστικό», αναφώνησε η Κάτια τυλίγοντας με το δάχτυλό της μια τούφα από τα μαλλιά στην γωνία του προσώπου της.
«Είναι Dolce&Gabbana», ζορίστηκε αλλά το είπε.
«Τους ξέρεις;», είπε αστειευόμενος ο Τάκης.
«Ναι, είχαμε φάει πριν χρόνια ένα μεσημέρι στην έπαυλη μας στην Σικελία»
«Κλείσε τώρα το στόμα σου, Τάκη», είπε η Σου και έκλεισε το μάτι στην Αέλια.
«Δεν την περίμενες αυτή την απάντηση», σχολίασε ο Πέτρος.
«Όχι ρε φίλε, εγώ για πλάκα ρώτησα»
«Ας ακούσουμε και εσάς τώρα, πείτε τα νέα σας»
«Έβγαλα δίπλωμα, χώρισα, έπιασα δουλειά σε ένα εργοστάσιο, πήγα σε μια πορεία διαμαρτυρίας, δίνω το τελευταίο μάθημα…». Τόσο απλά και καθημερινά για εκείνους, τόσο ασυνήθιστα για την Αέλια. που για πρώτη φορά δεν άκουγε άνευ λόγου παράπονα όπως συνήθιζε ο κύκλος της.
Είδε την Σου να πετάγεται από το τραπέζι όταν ακούστηκε το αγαπημένο της τραγούδι και τον Άρη δίπλα της να παριστάνει ότι παίζει κιθάρα. Στο επόμενο τραγούδι ξεσήκωσαν και τους υπόλοιπους και ο Πέτρος τράβηξε την Αέλια στο πλήθος.
«Σειρά σου Πέτρο!»
«Για ποιο πράγμα;», ρώτησε η Αέλια.
«Έλα μαζί μου ή κάτσε να βλέπεις, ό,τι θέλεις», άφησε το χέρι της για να ανέβει σε μια μικρή αυτοσχέδια σκηνή και να πιάσει το μικρόφωνο σαν να το είχε κάνει πολλές φορές πριν.
«Δεν έχεις ξαναδεί καραόκε;», την ρώτησε η Αγγελική.
«Δεν έχω ξαναδεί τον Πέτρο να τραγουδάει»
«Το επόμενο τραγούδι είναι δικό μου», φώναξε ενθουσιασμένη η Κάτια και πήρε γρήγορα την θέση του Πέτρου.
«Δεν ανέβηκες», της είπε όταν πήγε κοντά της.
«Εγώ, Πέτρο, δεν… τραγουδάω μπροστά σε κόσμο»
«Εδώ είναι το Μακαντέμια, δεν θα τραγουδάς εσύ, η τεκίλα τραγουδάει. Τέο! Βάλε δύο ακόμα. Έλα να σου γνωρίσω τον Τέο», της είπε και στάθηκαν μπροστά από το μπαρ.
«Καλός ήσουν σήμερα», του είπε ο μπάρμαν, ενώ ο συνάδελφός του ξεφόρτωσε δίπλα του έναν δίσκο με καθαρά ποτήρια.
«Ευχαριστώ, φίλε. Για πες μας ποιο είναι το μότο σου στη ζωή»
«Τίποτα δεν γίνεται τυχαία», απάντησε και ανασήκωσε τους ώμους.
«Καλό», απάντησε ο Πέτρος και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα. «Μπορώ;», ρώτησε την Αέλια.
«Φυσικά. Ποια είμαι και ρωτάς;»
«Η συνοδός μου και απόψε έχεις λόγο για όλα»
«Θα μπορούσα να το εκμεταλλευτώ αυτό… Αλλά θα σου ζητήσω πάλι να μην με αφήσεις μόνη μου»
«Δεν έχω σκοπό να σταματήσω να ζητάω τη γνώμη σου, οπότε θα έχεις ξανά την ευκαιρία. Και ξέρεις αυτό που έκανα και θύμωσες…», είπε και έσκυψε προς το μέρος της. «Δεν γίνεται μπροστά σε άλλους»
Έστρεψε το βλέμμα της αλλού για να μην τον κοιτάξει, αλλά τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα.
«Άλλη ερώτηση», τους διέκοψε ο Τέο.
«Αγαπημένος τραγουδιστής», είπε εκείνη και έβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό της.
«Έλβις. Είμαι μεγαλύτερός σας εγώ»
«Δεν σου φαίνεται!» αποκρίθηκε εκείνη και ο μπάρμαν χαμογέλασε.
Έσκυψε προς το μέρος της και έκανε κίνηση να χαϊδέψει το χέρι της. Ο Πέτρος τους σταμάτησε δήθεν γιατί τους έψαχναν και την πήρε πίσω στο τραπέζι. Ο Τέο συνέχισε τη δουλειά του χαμογελώντας. Ήταν ικανοποιημένος που αντέδρασε έτσι ο Πέτρος. Του φαίνονταν ωραίοι αυτοί οι δύο μαζί.
«Βλέπεις εκείνη τη σκηνή;», βολεύτηκε στην χαμηλή καρέκλα. «Την πρώτη φορά που ανέβηκα, πάγωσα. Είχα έρθει Ελλάδα για να ξεφύγω και να μεθύσω. Λοιπόν, ανέβηκα, έκλεισα τα μάτια, άνοιξα την ψυχή μου και κάτι μαγικό έγινε. Όταν κατέβηκα από τη σκηνή είχα ξανά οικογένεια», είπε δείχνοντας με τα δάχτυλα που κρατούσε το τσιγάρο την παρέα του που χόρευε.
Η Αέλια χαμογέλασε και τον κοίταξε στα μάτια. Χάρηκε που ο Πέτρος είχε φίλους που κοντά τους μπορούσε να είναι ο εαυτός του. Και ήθελε και εκείνη να είναι μια από αυτούς.
«Να παραγγείλουμε σάντουιτς;», πετάχτηκε ο Τάκης και τους έπιασε από τους ώμους.
«Αμέ, μόλις κάτσουμε θα φάμε κάτι. Έλα, Αέλια, αυτό το κομμάτι είναι πολύ καλό, μην το χάσουμε»
«Ποιο είναι το δικό σου μότο, Πέτρο;»
«Δεν το έχω βρει ακόμα», είπε και την έκανε μια στροφή γυρίζοντάς την στην αγκαλιά του. «Το δικό σου;»
«Κάτι για την αγάπη, αλλά δεν το θυμάμαι τώρα», είπε δυνατά και αφέθηκε στον χορό μπλέκοντας τα χέρια στα μαλλιά της.
«Αυτό είναι», είπε μέσα από τα δόντια του ο Πέτρος. «Αν έβλεπες αυτό που βλέπω…»
«Τα κατάφερες. Η νεράιδα σου πλανήθηκε»
«Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα, Ρεγγίνα. Πώς είσαι;»
«Καλά… Καιρό είχαμε να σε δούμε στα μέρη μας. Μου έλειψες. Θα έρθεις σπίτι μου απόψε;»
«Όχι απόψε», απάντησε.
«Τι θα πει ‘όχι’; Δεν μου έχεις ξαναπεί όχι»
«Άλλη φορά, Ρεγγίνα. Να περάσεις καλά απόψε»
«Καλά, Πέτρο. Εσύ θα χάσεις. Μην κάνεις τον κόπο να με ψάξεις όταν το μετανιώσεις»
«Είσαι τρελός;», όρμησε πάνω του ο Τόνι και τον πήρε σε μια άκρη. «Την Ρεγγίνα άδειασες;»
«Τι έγινε, ρε παιδιά;»
«Ο Πέτρος καψουρεύτηκε την καινούργια»
«Για ποια μιλάμε;», ρώτησε ο Τάκης
«Για την πλούσια μάλλον», είπε ο Μηνάς.
«Ποια; Την Dolce&Gabbana; Αυτή γουστάρει;»
«Όχι ρε παιδιά. Δεν την θέλω», απάντησε ο Πέτρος.
«Τέλος, παιδιά. Αφήστε τον, πολλά είπατε», τους σταμάτησε η Σου.
«Άσε μας βρε συ, που θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέραμε», ξεφύσηξε ο Τόνι.
«Μεγάλη αναστάτωση έφερες απόψε. Καιρό είχαν να ανάψουν τα αίματα», του είπε η Σου.
Εκείνος ένιωσε άβολα και με το βλέμμα του έψαξε την Αέλια. Πήγε προς το μέρος της και την έπιασε από πίσω.
«Σε τρόμαξα;», την ρώτησε όταν είδε ότι τινάχτηκε στο άγγιγμά του.
«Δεν ήσουν ο πρώτος», μάσησε τα λόγια της. «Δεν ξέρουν οι άντρες εδώ μέσα ότι πρέπει να ρωτήσουν πριν απλώσουν τα χέρια τους…»
«Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Θα προσέχω περισσότερο. Έλα πιο κοντά, να σου δείξω πώς χορεύεται αυτό το κομμάτι»
Την τράβηξε κοντά του και εκείνη έβαλε τα χέρια της πίσω από το λαιμό του και ακούμπησε το πρόσωπό της στο στήθος του.
«Δεν μου αρέσει»
«Το τραγούδι;»
«Όχι, που όλοι με κοιτάνε»
«Έχεις όλα τα βλέμματα πάνω σου απόψε, μπορείς να έχεις όποιον θες. Είσαι η πρωταγωνίστρια»
«Δεν θέλω κανέναν! Θέλω μόνο να χορεύω μαζί σου γιατί φοβάμαι και νυστάζω και…»
Ο Πέτρος γέλασε και φίλησε τα μαλλιά της.
«Πάμε μια βόλτα», της είπε.
Περπάτησαν κατά μήκος της παραλίας αφήνοντας πίσω τους μουσικές, κατακτήσεις, φασαρίες και πατημασιές στην άμμο. Από πάνω τους στρωμένος ο ουρανός με αστέρια. Στα χέρια του κρατούσε τα αθλητικά του, στα δικά της τα ψηλοτάκουνα πέδιλα. Της έλεγε ιστορίες που έφτιαχνε με το μυαλό του και εκείνη άκουγε και ηρεμούσε. Της έδωσε το χέρι του και την παρέσυρε σε βήματα βαλς που έγιναν τανγκό και άλλους χορούς που έβγαιναν από την καρδιά τους. Και τα γέλια τους κάλυψαν τα κύματα και τον ήχο της τρικυμίας στην ψυχή τους.
Ανέβηκαν με άμμο στα πόδια και βρεγμένα ρούχα στην σκηνή και τραγούδησαν μια μπαλάντα που άκουγαν παλιά, όταν ήταν παιδιά, τότε που η ζωή ήταν ακόμα ωραία. Εκείνη δάκρυσε και ο Πέτρος ερωτεύτηκε αυτό το δάκρυ. Δεν είχε αγαπήσει ξανά γυναίκα με αυτόν τον τρόπο. Ούτε φιλιά ούτε αναστεναγμοί. Μόνο μία ψυχή για να γράφει πάνω τις ιστορίες του.
«Περίμενε με εδώ, πάω να πληρώσω», της είπε στο τέλος της βραδιάς.
«Είναι κερασμένα απόψε», απάντησε εκείνη και ο Πέτρος έτρεξε στον Τέο να διαπιστώσει πότε πρόλαβε και έκανε τέτοια κίνηση χωρίς να την καταλάβει.
Εκείνη φορούσε πια ένα πλατύ αληθινό χαμόγελο και κοιτούσε γύρω της. Δεν άκουγε την μουσική, ούτε τις συζητήσεις, δεν έβλεπε πρόσωπα. Κοιτούσε την σκηνή, τον χορό, τον κόσμο σαν σε αργή κίνηση, από έξω. Όχι πια σαν πρωταγωνίστρια. Και ένιωθε συναρπαστικά.
Γύρισε την πλάτη της και δύο χέρια την τράβηξαν από την μέση τόσο απότομα που της κόπηκε η ανάσα.
«Δεν μπορώ να σου αντισταθώ άλλο», της είπε.
«Άφησέ με, έχεις πιει»
«Δεν μπορώ, σε θέλω πολύ»
«Σταμάτα, θα σε δει ο Πέτρος!»
«Ας με δει! Δεν σε θέλει είπε!»
«Φύγε σου λέω. Άφησε με, Άρη, είπα φύγε!»
Γύρισε το πρόσωπό της και είδε ένα μπράτσο να τυλίγεται γύρω από το λαιμό του Άρη με ένα τατουάζ πάνω από τον αγκώνα, μια ημερομηνία χαραγμένη και έκλαψε δυνατά, γιατί ήθελε αυτά τα χέρια να την πάρουν αγκαλιά. Ο Πέτρος τον έσυρε μέχρι την άλλη άκρη του μπαρ τραβώντας τον από τον λαιμό και τον χαστούκισε δυνατά.
Τα αγόρια χωρίστηκαν με την παρέμβαση της υπόλοιπης παρέας ενώ ο Άρης ζητούσε ασταμάτητα συγγνώμη. Η Αέλια σάστισε βλέποντας τους δύο φίλους να τσακώνονται και θυμήθηκε την Φραντσέσκα που μάλωσε με την φίλη της για τον Πέτρο. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η φιλία τους έφερνε τέτοια αναστάτωση στους γύρω τους. Ο Πέτρος την πήρε από το χέρι και βγήκαν γρήγορα έξω από το μπαρ ενώ εκείνη καλούσε τον οδηγό να τους παραλάβει.
«Σταμάτα να χτυπάς το κάθισμα και να τα βάζεις με τον εαυτό σου», είπε κλείνοντας τα μάτια και τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της.
Έφτασαν στη γειτονιά τους και της ζήτησε να ανέβει στο διαμέρισμά του για να μην μείνει μόνη. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και την πλησίασε αλλά εκείνη αποτραβήχτηκε σαν χαμένη.
«Δεν είμαι αυτός. Ποτέ δεν θα είμαι. Δεν έπρεπε να σε αφήσω»
*****
Το διαμέρισμά του ήταν φωτεινό από τις πρώτες αχτίνες του ήλιου, φορτωμένο με δίσκους και βιβλία. Δεξιά από την πόρτα, υπήρχε αντί για καναπές, ένα χαμηλό κρεβάτι κρυμμένο πίσω από ένα παραβάν και από πάνω αφίσες με μουσικούς. Απέναντι η μεγάλη μπαλκονόπορτα. Ο Πέτρος μπήκε σε ένα δωμάτιο σαν αποθήκη που μέσα φαινόταν να έχει ντουλάπες και μια ανοιχτή σιδερώστρα. Βγήκε κρατώντας ένα φαρδύ φούτερ και της το έδωσε.
Τράβηξε τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας και εκείνη μισόκλεισε τα μάτια και τα σκούπισε με τα δάχτυλά της. Στον ενιαίο χώρο υπήρχε μια μεγάλη μαύρη βιβλιοθήκη, το πικάπ, μια γωνία με μπαρ και μια ροτόντα με ξύλινες καρέκλες. Στο βάθος η κουζίνα με μαύρο πάγκο, μια παλιά καφετιέρα και ένα βάζο με ξύλινες κουτάλες.
Από την άλλη πλευρά ήταν άλλα δύο δωμάτια, ένα γραφείο και το μπάνιο. Από εκεί βγήκε η Αέλια περπατώντας αργά και κρύφτηκε κάτω από τα καλύμματα του κρεβατιού, ενώ εκείνος βγήκε στο μπαλκόνι και άφησε τα τσιγάρα του στο τραπεζάκι. Βούλιαξε στην καρέκλα και γύρισε το πρόσωπό του προς την Αέλια που είχε ήδη αποκοιμηθεί. Στο μυαλό του έπαιζε ένα τζαζ κομμάτι με μπερδεμένους στίχους. Ήταν όμως ένα καλό κομμάτι.
Μέχρι που μπορεί να σε πάει ένα καλό κομμάτι τζαζ; Λεπτός καρπός, δύο χρυσά βραχιόλια, τσιγάρο, γαλλικό μανικιούρ. Εκείνος ρολόι, κομποσκοίνι και ουίσκι. Ψιλόβροχο και γυαλισμένα σοκάκια. Μαύρο ξύλο, σαξόφωνα και ψίθυροι. Χαμόγελα, σπίθες στα μάτια και φωτιές στο μυαλό. Σκέψεις που σάλπαραν χωρίς προορισμό, όνειρα που ετοίμασαν πετάγματα στο άγνωστο και προσευχές που ακούστηκαν μέχρι τον Θεό. Πρόσωπα, μάσκες, γυμνές ψυχές, καλύπτεσαι, αφήνεσαι, πετάς. Τσούζει λίγο η ψυχή σου όταν την κοιτάς. Λες το όνομά της με χείλη κλειστά. Είναι το όνειρό σου με μάτια ανοιχτά. Το βλέμμα της σε συναντά, δεν φοβάται το σκοτάδι, κρατάει το μικρό σου μυστικό. Σε ποιον δρόμο θες να χορέψεις, σε ποιον ουρανό να κρυφτείς; Μη σε νοιάζει πού πας, γιατί ο προορισμός σου είναι αυτή.
Ξύπνησε απότομα από τον ήλιο στα μάτια του και είδε την Αέλια ξεσκέπαστη. Πήγε κοντά της και τράβηξε το κάλυμμα από την μέση στους ώμους της. Εκείνη μουρμούρισε «δεν σε θέλει» και γύρισε πλευρό. Το κινητό της χτύπησε και ο Πέτρος το έφερε στο κρεβάτι και της είπε χαμηλόφωνα.
«Είναι ο μπαμπάς σου στο τηλέφωνο. Θα το σηκώσεις;»
Εκείνη μισάνοιξε τα μάτια της και απάντησε στην κλήση.
«Γειά σου, μπαμπά»
«Τι κάνεις, γλυκιά μου. Όλα καλά;»
«Ναι, μπαμπά μου»
«Ερχόμαστε Ελλάδα απόψε, κορίτσι μου», είπε διστακτικά.
«Έγινε κάτι; Σε ακούω στεναχωρημένο», τον ρώτησε και ανασηκώθηκε από την θέση της.
«Ο κύριος Δημήτρης, ο υποδιευθυντής μας, έπαθε ανακοπή χτες τη νύχτα. Κηδεύεται αύριο το μεσημέρι»
«Λυπάμαι πολύ, μπαμπά. Θα σας περιμένω»
«Τι έγινε;», την ρώτησε μόλις έκλεισε το τηλέφωνο και εκείνη του εξήγησε.
Ο Πέτρος έβαλε στο πικάπ να παίζει ένας δίσκος και πήγε στην κουζίνα. Έβγαλε στον πάγκο αλεύρι, γάλα και αυγά και ένα βάζο μέλι. Έστυψε χυμό πορτοκάλι σε μια κανάτα και έψησε τηγανίτες.
«Πολύ ξαφνικό αυτό», αναλογίστηκε παίρνοντας το πιάτο της.
«Κάθε εργένης πρέπει να ξέρει να μαγειρεύει»
Εκείνη έκοψε με τα μαχαιροπίρουνα τις τηγανίτες και δοκίμασε χωρίς να απαντήσει.
«Ξέρω τι εννοούσες», είπε ο Πέτρος. «Ήθελα μόνο να σου φτιάξω το κέφι. Λυπάμαι που έφυγε ο άνθρωπος, ίσως άφησε και οικογένεια πίσω του»
«Είχε δύο κόρες»
«Σωστά. Λυπάμαι όμως και για χτες που σε άφησα μόνη σου»
«Έχεις παρατηρήσει ότι όλο και πιο συχνά τσακωνόμαστε με τον περίγυρό μας για εμάς;»
«Τι εννοείς;»
«Τίποτα, άστο, μάλλον δεν έπρεπε να το πω»
«Πιστεύεις ότι έχουν μπερδευτεί επειδή είμαστε μόνο φίλοι;»
«Δεν ξέρω, ίσως. Δεν ήθελα να τσακωθείς με τον Άρη, ούτε μου αρέσει που μάλωσα με την Φραντσέσκα»
«Ναι, αλλά δεν φταίμε εμείς σε αυτό»
«Δεν φταίμε;» τον ρώτησε.
Η βελόνα του πικάπ κόλλησε και ο Πέτρος πήγε να τη φτιάξει. Σηκώθηκε και εκείνη από το τραπέζι και έβαλε το πιάτο της στον πάγκο της κουζίνας.
«Θα σου επιστρέψω αύριο τα ρούχα»
«Μείνε λίγο ακόμα»
«Όχι, πρέπει να φύγω. Σε ευχαριστώ για την φιλοξενία»
«Θα μου πεις τουλάχιστον γιατί φταίμε εμείς;», την ρώτησε και εκείνη τον κοίταξε στα μάτια.
«Δεν σε θέλει είπε», του απάντησε με τη φράση που της είπε ο Άρης και έκλεισε πίσω της την πόρτα.
*****
Η κηδεία έγινε το επόμενο μεσημέρι με πλήθος κόσμου. Το επόμενο βράδυ, τα στελέχη του Ομίλου συγκεντρώθηκαν για να αποφασίσουν πώς θα διαχειριστούν το κενό που άφησε ο συνάδελφός τους. Ήταν δύσκολο να βρουν έναν άνθρωπο τόσο έμπιστο και ικανό και για αυτό τοποθετήθηκε προσωρινά ο νέος γραμματέας της Αέλιας, ώστε να έχει εκείνη τα μάτια της πάνω του.
Λόγω φόρτου εργασίας, βρήκε με δυσκολία κενό χρόνο για να συναντήσει τα κορίτσια στο σπίτι της Αναστασίας. Ο αδερφός της είχε ανταποκριθεί περισσότερο θετικά σε αυτή τη νέα θεραπεία και ήταν για πρώτη φορά αισιόδοξοι για την εξέλιξη της. Η Αέλια δεν είχε σταματήσει να χρηματοδοτεί την κλινική. Δεν θα σταματούσε μέχρι να έβλεπε τον Κίμωνα να στέκεται ξανά στα πόδια του.
«Μπορώ να τον δω;», ρώτησε την Αναστασία και εκείνη τον οδήγησε στο δωμάτιο του αδερφού της.
«Κίμωνά μου, ήρθε να σε δει η Αέλια», του είπε και εκείνος χαμογέλασε.
«Καλέ μου, πώς είσαι; Θέλεις να δούμε μια ταινία απόψε;», τον ρώτησε. Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν πειράζει», συνέχισε εκείνη. «Έφερα ένα βιβλίο που σου άρεσε όταν ήσουν μικρός, θέλεις να σου διαβάσω λίγο;»
‘Τα δελφινάκια του Αμβρακικού’, έγραφε στο εξώφυλλο. Ήταν το πρώτο δώρο που του είχε κάνει όταν τον γνώρισε στα 15 του. Ένα χρόνο μετά διαγνώστηκε με μια σπάνια μορφή παραπληγίας. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια ήταν γολγοθάς για εκείνον και την Αναστασία. Ο πατέρας τους, που ήταν ανέκαθεν αδιάφορος, εξαφανίστηκε και η μητέρα τους ακολούθησε τον νέο της έρωτα στην Πορτογαλία και σπάνια τους έπαιρνε τηλέφωνο. Η Αναστασία που ήταν τότε 23, είχε τελειώσει την δραματική σχολή και έφυγε με υποτροφία στο Λονδίνο, αναλαμβάνοντας και την κηδεμονία του Κίμωνα. Εκεί ξεκίνησε την πρώτη του θεραπεία, που θα ήταν μια από τις πολλές που θα δοκίμαζε στην ζωή του.
Εκείνο το βράδυ, έσβησε με τη βοήθεια της αδερφής του 20 κεράκια σε μια μικρή σοκολατένια τούρτα που ετοίμασε η Στέλλα για εκείνον. Ανακοίνωσε και την ημερομηνία του γάμου της με τον Ιάσωνα και τα κορίτσια χωρίστηκαν μέχρι το επόμενο ραντεβού τους, ένα μήνα μετά, στον οίκο νυφικών για την πρώτη πρόβα.
*****
Η σαμπάνια άνοιξε και τα ποτήρια ξεχείλισαν, ενώ η Στέλλα έκανε στροφή με το μακρύ νυφικό από γαλλική δαντέλα και μετάξι να κινείται σαν σατέν σύννεφο γύρω της. Οι φίλες της, καθισμένες σε πολυθρόνες, βαθμολογούσαν τα νυφικά που δοκίμαζε, μέχρι να καταλήξει στο ένα και μοναδικό. Έκαναν πρόβα και τις δικές τους τουαλέτες στο χρώμα της σαμπάνιας με τις οποίες θα περιστοίχιζαν την νύφη την ημέρα της τελετής.
Πήραν μεσημεριανό σε κεντρικό εστιατόριο και συζήτησαν τις λεπτομέρειες για το ταξίδι τους στην Γαλλία, όπου τις προσκάλεσε η Κική για το επόμενο τουρνουά ξιφασκίας.
«Πόσες μέρες θα λείψεις;», ρώτησε δυνατά ο Πέτρος.
«Τέσσερις, πέντε. Ανάλογα», απάντησε η Αέλια διπλώνοντας στα δύο μια φούστα πάνω από την ανοιχτή βαλίτσα.
Ο Πέτρος είχε βγει στο μπαλκόνι να κάνει τσιγάρο και μπήκε μέσα τρέμοντας από το κρύο.
«Φθινοπώριασε για τα καλά», παραπονέθηκε και έβγαλε το τζάκετ του.
«Το τουρνουά είναι στις Κάννες, αλλά αν προλάβουμε θα πάμε και στο Μονακό. Εκτός απροόπτου θα είμαι πίσω σε πέντε μέρες»
«Εκτός απροόπτου;», ρώτησε και πήρε στα χέρια του μερικές ταινίες για να διαλέξει εκείνη που θα έβλεπαν.
«Μπορεί να γνωρίσω κανέναν γοητευτικό Γάλλο, ποιος ξέρει», απάντησε πονηρά.
«Να ανησυχώ;»
«Όχι βέβαια. Θα του πω τα καλύτερα για σένα και θα σε συμπαθεί ήδη όταν σε γνωρίσει»
«Αποφασισμένη σε βλέπω»
«Είμαι. Σκέφτηκα ότι η καλύτερη λύση είναι να κάνουμε σχέση»
«Εμείς οι δύο;»
«Όχι μεταξύ μας, συγκεντρώσου», γέλασε. «Θα βρούμε δύο συντρόφους και θα είμαστε ήσυχοι ότι δεν θα έχουμε άλλες παρεξηγήσεις. Τι λες;»
«Εγώ δεν είμαι σταθερός. Το ξέρεις»
«Δείξε λίγη καλή θέληση»
«Σε έχουν πιάσει μοναξιές νομίζω και θα την πληρώσω εγώ»
Έκλεισε την βαλίτσα της χωρίς να μπορέσει να τον κοιτάξει στα μάτια.
«Και να συμβαίνει αυτό που λες, πού είναι το κακό στην πρότασή μου;»
«Στο ότι εγώ δεν έχω μοναξιές», είπε και της έκλεισε το μάτι.
«Άσε τα αυτά σε μένα! Να είσαι ειλικρινής! Θες να μου πεις ότι όλες αυτές οι γυναίκες που μπαινοβγαίνουν σπίτι σου, σου δίνουν κάτι παραπάνω εκτός…»
«Εκτός;»
«Εκτός από συγκινήσεις! Αμάν, βρε Πέτρο! Το ίδιο είναι να βρεις μια γυναίκα που θα την αγαπάς τόσο πολύ που καμιά δεν θα είναι αντάξιά της και το μόνο που θα σε ενδιαφέρει θα είναι να είσαι μόνο μαζί της;»
«Έχω εσένα για αυτά τα συναισθηματικά»
«Θλιβερό!», είπε και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
«Μπορεί να είσαι η αδερφή ψυχή μου, πού ξέρεις; Τι λες να δούμε αυτήν εδώ;»
«Αν εννοείς το άλλο σου μισό, να ξέρεις ότι όταν θα βρίσκεται δίπλα σου, θα καίγεσαι ολόκληρος», είπε και πήρε την ταινία στα χέρια της. Ένιωσε το χέρι του ιδρωμένο και κοιτάχτηκαν. «Όχι. Καζαμπλάνκα θα δούμε», του είπε απότομα.
Βολεύτηκαν στον καναπέ και ο Πέτρος έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της. Κοιτώντας το τατουάζ πάνω από τον αγκώνα του, διάβασε τους αριθμούς 26/10/07. Η ημερομηνία που έχασε τους γονείς του. Θυμήθηκε ξαφνικά ότι αύριο ήταν η επέτειος του θανάτου τους.
*****
Η Αέλια σηκώθηκε και ετοιμάστηκε με το πρώτο φως του ήλιου. Περίμενε έξω από το ανθοπωλείο να ανοίξει και διάλεξε μια ανθοδέσμη με κατακόκκινα τριαντάφυλλα, το χρώμα του έρωτα.
Περπάτησε ανάμεσα στα μνήματα, ενώ ο οδηγός την περίμενε έξω από το νεκροταφείο. Προσπαθούσε να θυμηθεί πού ήταν, αλλά τα βήματά της την πήγαιναν μόνα τους. Στάθηκε δίπλα από τον τάφο των γονιών του, ενώ μια γυναίκα που φορούσε μαύρα ρούχα και μαντήλι στα μαλλιά, είχε ανάψει το καντηλάκι και σκούπιζε τα χέρια της σε μια πετσέτα.
«Χριστίνα», τόλμησε να πει.
«Ναι. Καλημέρα. Ποια είσαι;»
«Εγώ…»
«Μη μου πεις! Η κόρη του Χριστόφορου. Δεν το πιστεύω!»
«Ναι, η Αέλια είμαι»
«Χρόνια και ζαμάνια κοριτσάκι μου, ολόιδια η μαμά σου. Πώς; Γιατί είσαι εδώ;»
«Έφερα αυτά», είπε και άφησε προσεχτικά την ανθοδέσμη πάνω στο μνήμα.
«Ο Πέτρος;»
«Δεν θέλω να το μάθει»
«Το ανώνυμο γράμμα… Που έλεγε ότι επέστρεψε στην Ελλάδα…», κόμπιασε. «Εσύ ήσουν;»
«Κράτησέ τα για σένα αυτά, μην του πεις κάτι, σε παρακαλώ»
Η Χριστίνα την αγκάλιασε με όλη της την δύναμη και η Αέλια επέστρεψε στο αυτοκίνητο πριν την δει κάποιος άλλος. Η καρδιά της ήταν έτοιμη να σπάσει. Αγαπούσε τον Πέτρο λίγο παραπάνω για τη δύναμή του να αντέχει να ζει χωρίς εκείνους, να χαμογελάει, να ελπίζει, να ονειρεύεται ακόμα. Αλλά δεν ήξερε αν θα την αγαπούσε και εκείνος αν μάθαινε την αλήθεια. Όλη την αλήθεια.
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 3ο”
[…] Προηγούμενο […]