Όσα κρατάμε

Η ορκωμοσία τελείωσε. Αμέτρητες φωτογραφίες, χειραψίες, χαμόγελα και χειροκροτήματα είχαν ήδη καταγραφεί στη μνήμη του. Ένα παιδικό του όνειρο είχε αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά. Πρωτοετής στρατιωτικής σχολής πλέον!

Οι στιγμές κυλούσαν γρήγορα, αλλά για εκείνον υπήρχε μόνο μια σκέψη: να κάνει αυτό που η μαμά του είχε προτείνει με παιχνιδιάρικη φωνή: “Κάνε της μια έκπληξη! Θα χαρεί πολύ! Τόσο καιρό έχετε να συναντηθείτε!”.

Καθώς κατέβαινε στο πατρικό του με το αυτοκίνητο των γονιών του, οι δρόμοι ήταν ακόμα βρεγμένοι από την πρόσφατη βροχή. Οι σταγόνες στο τζάμι έλαμπαν απαλά κάτω από τα φώτα του δρόμου. Εκείνος και εκείνη ήταν φίλοι από παιδιά— μια φιλία χτισμένη με τα χρόνια, γεμάτη αναμνήσεις και αληθινή εμπιστοσύνη. Κάθε χιλιόμετρο που περνούσε, η καρδιά του χτυπούσε πιο γρήγορα.
Επιτέλους έφτασαν!

Χτύπησε το κουδούνι. Εκείνη ανυποψίαστη άνοιξε την πόρτα. Τα μάτια της άστραφταν, γεμάτα έκπληξη και ζεστασιά, ενώ οι γονείς τους στέκονταν πίσω, παρακολουθώντας με αμηχανία αλλά και τρυφερότητα. Εκείνος στάθηκε για μια στιγμή, ντροπαλός, και είπε απλά: “Καλησπέρα”.
Και τότε, χωρίς δεύτερη σκέψη, εκείνη έτρεξε προς αυτόν. Τον αγκάλιασε σφιχτά, τα χέρια της τυλιγμένα γύρω του, και εκείνος την κράτησε πάνω του, χωρίς να νοιάζεται αν τους βλέπουν οι γονείς τους. Δεν είχε προλάβει καν να βγάλει γάντια και καπέλο, αλλά αυτό ήταν ασήμαντο μπροστά στην ένταση της στιγμής.

Η αγκαλιά ήταν ζεστή, δυνατή, αληθινή. Η αναπνοή της γρήγορη, τα δάκρυα έτοιμα να κυλήσουν. Εκείνος την κρατούσε τρυφερα, τα χέρια του τυλιγμένα γύρω της, με ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη του — μια υπόσχεση σιωπηλή αλλά ξεκάθαρη.

“Πρέπει να πάω σπίτι να κάνω μπάνιο και να αλλάξω!”, της είπε διστακτικά κάποια στιγμή. Εκείνη γαντζώθηκε πάνω του και στα μάτια της σχηματίστηκε μια σιωπηλή ερώτηση: “Θα με πάρεις μετά;”.
Εκείνος δεν χρειάστηκε να μιλήσει. Η αγκαλιά τους μιλούσε από μόνη της.

Οι μέρες που ακολούθησαν κυλούσαν ήρεμα και όμορφα. Τηλεφωνήματα, μικρές βόλτες, γέλια, καφέδες και ήσυχες συζητήσεις — κάθε στιγμή μαζί τους έφερνε ζεστασιά, σαν να ήταν φυσικό κομμάτι της καθημερινότητάς τους.

Ώσπου ήρθε η στιγμή να γυρίσουν στις σχολές τους. Εκείνος έπρεπε φύγει πρώτος. Στάθηκε για λίγο στην είσοδο, πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε στο δρόμο που τώρα ήταν καλυμμένος από μια ελαφριά βροχή. Εκείνη, πίσω από το τζάμι, τον κοιτούσε να απομακρύνεται. Η καρδιά της σφιγγόταν, τα μάτια της υγρά, και ένα δάκρυ κυλούσε αργά.

Και καθώς η σιωπή τους γέμιζε τον χώρο, στο μυαλό της αντήχησε σαν ψιθυριστή σκέψη ο στίχος από το Unforgiven: “What I ’ve felt, what I ’ve known, never shined through in what I ’ve shown…”.
Ήταν σαν η φράση να περιέγραφε όσα ένιωθαν και δεν είχαν πει. Η αγκαλιά τους, οι καρδιές τους, τα βλέμματά τους — όλα μιλούσαν χωρίς λόγια, γεμάτα αλήθεια, ένταση και υπόσχεση για όσα έρχονταν.

Ίρις

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading