Σχέσεις επαγγελματικές

Η Τέα διέσχιζε με γρήγορο βήμα το δρομάκι που οδηγούσε σπίτι της, μιας και ήταν περασμένες 11 και τα φώτα καθόλου επαρκή για να καλύψουν κάθε γωνιά, κάθε στενού στα γύρω τετράγωνα. Είχε το κινητό στη μία τσέπη του μπουφάν και τα κλειδιά στην άλλη, ενώ λόγω του κρύου είχε περάσει ένα κασκόλ γύρω από το λαιμό, μέχρι το ύψος της μύτης και το κεφάλι της κάλυπτε η μαύρη κουκούλα.

Φτάνοντας στον προορισμό της, είδε στην είσοδο του απέναντι κτηρίου μια γνώριμη φιγούρα να στέκεται όρθια μπροστά στην εξώπορτα και να καπνίζει. Τόλμησε να κοιτάξει και δεύτερη φορά και αφού βεβαιώθηκε, πέρασε τον δρόμο απέναντι.
“Τέα;”, την ρώτησε γεμάτος απορία ο άντρας και έσβησε το τσιγάρο
“Ώστε είδα καλά”, είπε και κατέβασε το κασκόλ στο ύψος του λαιμού για να μπορεί να μιλήσει πιο ελεύθερα. “Μην μου πεις ότι με έψαχνες για το meeting της Δευτέρας και δεν το σήκωνα;!”, είπε ταραγμένη η Τέα και έβγαλε το κινητό από τη τσέπη της
“Όχι, όχι”, απάντησε ο Μίλτος και τότε ξεφύσηξε από ανακούφιση και έπιασε το κούτελο της.

“Εδώ μένεις;”, τη ρώτησε όταν κατάλαβε ότι είχε ηρεμήσει πια
“Ναι, απέναντι. Εσύ, όμως, τι δουλειά έχεις στον Άλιμο; Μένεις στα δυτικά προάστια αν θυμάμαι καλά. Έχει προκύψει κάτι άλλο με τη δουλειά;”, ρώτησε πάλι αγχωμένη
“Τέα, ηρέμησε!”, σχεδόν της φώναξε ο Μίλτος και την έπιασε από τους ώμους.

Αφού οι ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια της υποχώρησαν, πήρε τα χέρια του και άναψε ένα καινούργιο τσιγάρο. Φύσηξε τον καπνό προς τα πάνω και είπε: “Εδώ που φτάσαμε, δεν μπορώ παρά να σου πω…”, παύση. Η καρδιά της Τέας άρχισε να χτυπάει ακανόνιστα. “Σε αυτό το κτήριο μένει η κοπέλα μου, η πρώην μου, δεν ξέρω. Τσακωθήκαμε πολύ χτες βράδυ και όλη μέρα δεν μιλήσαμε. Προσπάθησα να τη βρω στα τηλέφωνα αλλά δεν το σηκώνει. Έτσι, ήρθα να τη δω από κοντά, να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Συγνώμη που σου φορτώνω τα προβλήματά μου, δεν σε νοιάζουν κιόλας”.

Η Τέα ένιωσε το σώμα της να μυρμηγκιάζει. “Αχ Τέα, τι αφελής που είσαι!”, σκέφτηκε και αφού έβαλε τα χέρια στις τσέπες της για να κρύψει την αμηχανία της, του απάντησε: “Είμαστε συνάδελφοι μια πενταετία, έχουμε κι έχουμε πει, παρόλα αυτά δεν ήξερα ότι έχεις… είχες… σχέση”, γέλασε αμήχανα. “Είδες άμα συζητάς μόνο μέσα στα πλαίσια του γραφείου… Τέλος πάντων, κακώς φλυαρώ. Ελπίζω να τα βρείτε. Αν θες να μιλήσεις πάντως…”, του έδειξε το κτήριο απέναντι, του χαμογέλασε μαγκωμένα κι έφυγε.

*****
Το τελευταίο διάστημα είχαν αποκτήσει μια παραπάνω οικειότητα και εκείνος ήταν πιο διαχυτικός και ομιλητικός απ’ ότι στις αρχές. Υπήρχαν αγκαλιές, αγγίγματα, κοιτάγματα, χαμόγελα, θυμόταν σημαντικές, για εκείνη, ημερομηνίες και της έφερνε την αγαπημένη της σοκολάτα… για να βρεθεί απόψε μπροστά του και να της μιλήσει για μια προσπάθεια επανασύνδεσης με μια άλλη γυναίκα για την ύπαρξη της οποίας δεν είχε ιδέα!

*****
Ούτε το καυτό νερό στο ντουζ, ούτε η αγαπημένη της σειρά μπόρεσαν να κατευνάσουν τις σκέψεις της, με κυρίαρχη το γιατί δεν της είχε πει τίποτα για αυτή τη σχέση και τη φράση του: “Εδώ που φτάσαμε, δεν μπορώ παρά να σου πω”. Σαν να ήθελε να μείνει κρυφό, αλλά πριν λίγες ώρες της το ξεφούρνισε με μεγάλη ευκολία!

Ένα φως που έλαμψε στο κινητό δίπλα της την απέσπασε. Με σκούρα γράμματα αναγραφόταν στο μπλε ‘συννεφάκι’ Μίλτος και από κάτω ένα κείμενο:
“Με συγχωρείς για την ώρα. Κανονικά δεν θα έπρεπε να σε ενοχλήσω, αλλά είσαι ίσως ο μόνος άνθρωπος που μπορώ να μιλήσω ανοιχτά. Θα κατέβεις;”

Το κινητό τρεμόπαιζε στα χέρια της Τέας και το στόμα της είχε στεγνώσει. Δεν το πολυσκέφτηκε όμως. Άφησε το κινητό πάνω στον πάγκο της κουζίνας, φόρεσε ένα κολάν και ένα φούτερ, άρπαξε τα κλειδιά από το τραπέζι στο χολ και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Άνοιξε την εξώπορτα και η ανάσα της κόπηκε. Μπροστά της στεκόταν ο Μίλτος πιο ευάλωτος από ποτέ. Από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, είχε τα χέρια στις τσέπες και το σώμα ελαφρώς καμπουριασμένο. Άνοιξε την αγκαλιά της κι εκείνος έχωσε το πρόσωπό του μέσα στο λαιμό της. Τον ένιωθε που έκλαιγε βουβά και η καρδιά της είχε σπάσει σε χίλια κομμάτια.

Του χάιδεψε την πλάτη και έμειναν και οι δύο σιωπηλοί για αρκετά λεπτά. Τότε άρχισε κι εκείνη να τρέμει από το κρύο και ο Μίλτος σήκωσε το κεφάλι του. Βρέθηκαν πολύ κοντά, αλλά τα χείλη της που τρεμόπαιζαν, του τράβηξαν την προσοχή. “Είμαι απαράδεκτος. Σε έχω και τουρτουρίζεις στο κρύο. Κακώς ήρθα. Δεν έπρεπε να με δεις έτσι. Φεύγω”
Η Τέα τον άρπαξε από το μπράτσο “Πού θα πας σ’ αυτά τα χάλια;”
“Είμαι τόσο χάλια ε;”, είπε και της χαμογέλασε σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα
“Ε λίγο… Έλα, πάμε πάνω που είναι ζεστά. Θα σου φτιάξω κάτι να πιείς και νομίζω ότι είναι καλό να μιλήσεις αφού το θες”, του πρότεινε κι εκείνος χωρίς να το πολυσκεφτεί, δέχτηκε.

Του έφτιαξε ένα ζεστό τσάι, ενώ ο ίδιος τυλίχτηκε με μια κουβέρτα που υπήρχε στον καναπέ μέχρι να ‘πιάσει’ θερμοκρασία. Η Τέα έκατσε απέναντί του οκλαδόν και του έκανε νόημα να ξεκινήσει.
“Τι να σου πω… Αφού την πήρα πέντε ακόμη φορές τηλέφωνο, το σήκωσε. Μου είπε να σηκωθώ να φύγω, αλλά επέμεινα. Κατέβηκε τελικά και στάθηκε απέναντί μου”. ήπιε μια γουλιά από το αχνιστό τσάι. “Της είπα ότι, προφανώς, δεν είναι υγιές αυτό που συμβαίνει μεταξύ μας. Την αγαπώ σαν άνθρωπο, αλλά δεν μπορώ να είμαι πια μαζί της όταν μου επιβάλει με ποιόν θα μιλάω και με ποιόν όχι. Το φαντάζεσαι ότι ακόμα κι εκείνη τη στιγμή ύψωσε τον τόνο της φωνής της και μου έκανε σκηνή που μιλούσα μαζί σου;! Κρυφοκοίταγε από το παράθυρό της, αλλά τα τηλέφωνα ήξερε να μην τα σηκώνει!”, φώναξε και ζήτησε συγνώμη που ύψωσε τον τόνο της φωνής του

“Αν μου επιτρέπεις…”, πήρε τον λόγο η Τέα, “είστε μεγάλοι άνθρωποι. Δεν γίνεται να μην μπορείτε να συνεννοηθείτε και να τσακώνεστε σαν έφηβοι. Αν ο διάλογος δεν πιάνει τόπο, πόσο μάλλον αν έχεις κάνει τόση προσπάθεια, δεν ξέρω αν αξίζει γενικά…”
“Έχει και συνέχεια”
“Ωχ”
“Την τελευταία φορά που βρεθήκαμε… καταλαβαίνεις… μόνοι μας… μου είπε να διαλέξω ανάμεσα σε σένα κι εκείνη…”

Η Τέα ενιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι και απλά περίμενε την απάντησή του. Ο Μίλτος, αφού πήρε στα χέρια του τη κούπα του τσαγιού και την έφερε μερικές βόλτες, την ακούμπησε στο τραπεζάκι που υπήρχε μπροστά του και την κοίταξε στα μάτια. Το στόμα της στέγνωσε και οι παλάμες της ίδρωσαν.
“Της εξήγησα ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Είμαστε συνάδελφοι τόσα χρόνια. Δεν διαλύονται έτσι αυτές οι σχέσεις”
“Οι επαγγελματικές”, είπε κοφτά η Τέα
“Οι επαγγελματικές…”, επανέλαβε ο Μίλτος και συνέχισε, “η άρνησή μου στις παράλογες απαιτήσεις της, οδήγησε σε τσακωμό που ήταν και ο τελειωτικός πια”

“Και το αποψινό;”, ρώτησε η Τέα
“Απόψε ήρθα για να της ξεκαθαρίσω, όπως σου είπα και όταν με είδες κάτω από το σπίτι της, τη θέση μου. Προσωπικά, δεν έχω σκοπό να επιτρέψω στον εαυτό μου να ξαναμπεί σε σχέση. Προσπάθησα και πόνεσα πολύ”
“Άρα επιλέγεις να μείνεις μόνος σου”
“Κοίτα, μέσα μου θέλω την Νίκη ακόμη. Αλλά δεν μπορώ να χωρίζω και να στεναχωριέμαι άλλο κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου, ότι η επόμενη φορά θα είναι καλύτερη”
“Πήρες μια δύσκολη αλλά ώριμη απόφαση. Να είσαι περήφανος για αυτό. Δεν βλέπουν όλοι εύκολα το πρόβλημα στη σχέση, ούτε δίνουν τέτοια λύση. Συνήθως εθελοτυφλούν και προτιμούν αυτό που έκανες όλες τις προηγούμενες φορές”
“Σε ευχαριστώ πολύ Τέα. Είσαι πάντα τόσο υποστηρικτική”, της είπε με ήρεμη φωνή, σηκώθηκε από τον καναπέ και την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη ένιωθε το άρωμά του να κατακλύζει τα πνευμόνια της, το οξυγόνο της να λιγοστεύει και την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Ωστόσο, απλά σήκωσε αργά τα χέρια και ανταπέδωσε την αγκαλιά.

“Να σε αφήσω να ξεκουραστείς. Ήδη σου χάλασα το βράδυ της Παρασκευής σου”, είπε ο Μίλτος και έβαλε το μπουφάν του
“Όλα καλά”, του απάντησε με δυσκολία η Τέα. Την αγκάλιασε ξανά και ανανέωσαν το ραντεβού τους για την Δευτέρα στο γραφείο.

Μόλις έκλεισε η εξώπορτα, η Τέα σωριάστηκε στον καναπέ και μέσα στο μυαλό της γυρνούσαν ασταμάτητα δύο φράσεις: “Δεν διαλύονται έτσι αυτές οι σχέσεις… οι επαγγελματικές”, “Μέσα μου θέλω τη Νίκη ακόμα”.

Η κούραση όλης της ημέρας βάρυνε τα βλέφαρά της και τελικά την πήρε ο ύπνος.

Το επόμενο πρωί, αν και είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, ξύπνησε ξεκούραστη. Μόνο σωματικά. Μέσα στο μυαλό της είχαν μπερδευτεί τα πάντα και σκέφτηκε ότι ένα πρωινό περπάτημα θα της έκανε καλό. Φόρεσε το αγαπημένο της αθλητικό σετ και μετά από λίγο βρισκόταν στο πάρκο. Ολοκληρώνοντας τον κύκλο, κόντεψε να χάσει την ισορροπία της. Στο τελευταίο παγκάκι κάθονταν ο Μίλτος και η, μέχρι χτες, “δεν-πρόκειται-να-τα-ξαναβρούμε” Νίκη. Κρατούσαν ο ένας σφιχτά το χέρι του άλλου και βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής. Η τελευταία ελπίδα της Τέας να υπάρξει κάποια στιγμή δίπλα στον Μίλτο, μόλις έγινε κομμάτια, όπως και το μέσα της. Ένιωσε τα άκρα της να παγώνουν και το σαγόνι της να σφίγγεται. Έκανε μεταβολή και γύρισε σπίτι.

Την Δευτέρα, στη συνάντηση των στελεχών του γραφείου, ο Μίλτος ήταν, όπως πάντα, ευγενικός και διαχυτικός απέναντί της. Όμως όσο κι αν ήθελε να διατηρήσει ένα επίπεδο η Τέα, δεν τα κατάφερε και τον ρώτησε: “Τα ξαναβρήκατε;”
Ο Μίλτος την κοίταξε με μάτια κενά. “Είναι έγκυος. Δεν γινόταν να μην τα ξαναβρούμε”
Παύση. Για λίγο και οι δύο τους δεν ανέπνεαν.

“Λυπάμαι”, απάντησε η Τέα χωρίς να το σκεφτεί και προσπάθησε να το διορθώσει. “Λυπάμαι που έπρεπε να τσακωθείτε πρώτα για να μάθεις ένα τόσο ευχάριστο γεγονός”, είπε μαγκωμένη
“Κι εγώ λυπάμαι”, της απάντησε ο Μίλτος και πέρασε μια τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της. “Δεν θα ξεχάσω όσα έκανες για μένα την Παρασκευή. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα…”
Η Τέα βούρκωσε. Δεν άφησε, όμως, ούτε ένα δάκρυ να της ξεφύγει.
“Αν” ψιθύρισε, αγκάλιασε με τα χέρια της το πρόσωπ;o του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. “Στο τώρα όμως είσαι μαζί της” είπε και κατέβασε τα χέρια της.
Η σιωπηρή εξομολόγηση του Μίλτου ήταν αρκετή για να φύγει με το κεφάλι ψηλά αλλά την καρδιά σκισμένη στα δύο.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading