Μόλις σχόλασε κι έτρεχε στο αυτοκίνητο, το οποίο όπως πάντα το είχε αφήσει μακριά. Αυτό το παρκάρισμα, πόσο βασανιστικό στις μεγάλες πόλεις. Μέλημά της να προλάβει τους άντρες της, να τα έχει όλα έτοιμα πριν γυρίσουν σπίτι.
Έτσι τους είχε μάθει η Ροζαλία. Να εκπληρώνει επιθυμίες, να βρίσκεται στην κουζίνα με τις ώρες, να φτιάχνει φαγητά και γλυκά της αρεσκείας τους, παράλληλα με το διάβασμα των δύο γιών της επί πολλά έτη, που ήταν αποκλειστικά δική της ευθύνη. Με διαφορά δύο χρόνια τα αγόρια της, στο δημοτικό, όπου και ήταν απαραίτητη η παρουσία της, τηρούσαν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για να τους προλαβαίνει και τους δύο. Αν σε αυτό το πρόγραμμα προσθέσεις ταυτόχρονα την επίβλεψη και τις δουλειές του σπιτιού, το μαγείρεμα, τις συζητήσεις με τα παιδιά γύρω από διάφορα θέματα της καθημερινότητας, τα επιτραπέζια, τις ταινίες με ποπ κορν στο σαλόνι, τις βόλτες όλοι μαζί σαν οικογένεια, υπήρχαν φορές που σκεφτόταν ότι οι είκοσι τέσσερις ώρες της ημέρας, δεν ήταν αρκετές. Δεν θα το άλλαζε παρόλα αυτά με τίποτα. Ο άντρας της και οι δύο της γιοί, ο πλούτος της ζωής της. Πεντάωρη λοιπόν, κατόπιν συνεννόησης, στην γραμματειακή υποστήριξη του ακτινολογικού κέντρου της κολλητής της φίλης, για να μη λείπει απογεύματα από την οικογένεια.
Τον Σωτήρη, της τον γνώρισε η κολλητή της, η Ματούλα. Συμφοιτητές στην ιατρική, ήταν τσιμπημένη μαζί του στο δεύτερο έτος, εκείνος όμως είχε μάτια μόνο για μια αιώνια φοιτήτρια της σχολής, που πατούσε σπάνια, έξι χρόνια μεγαλύτερή του, που φυσικά ούτε του έδινε σημασία. Στη ζωή συχνά, κολλάμε σε ανθρώπους που δεν πρέπει και δεν βλέπουμε αυτούς που είναι μπροστά μας και λιώνουν για μας. Μία μέρα, σε μια μεγάλη παρέα, που τον πείραζαν για τον έρωτα του που δεν είχε αντίκρισμα, πιάστηκε από κάτι που του είπε κάποιος “και τι να σε κάνει ρε εσένα; Αυτή είναι μεγάλη” και της ήρθε η ιδέα. “Αν σου αρέσουν οι μεγαλύτερες, να σου γνωρίσω την κολλητή μου. Δύο χρονάκια σε ρίχνει μόνο”. Όλοι γέλασαν, με τον Σωτήρη να κοκκινίζει.
– Έλα ρε Ροζαλία, τι σε πειράζει να τον γνωρίσεις;
– Είσαι με τα καλά σου; Για να είσαι εσύ κοντά του και εκτός Πανεπιστημίου, σου ήρθε στο μυαλό αυτό το χαζό σχέδιο κι εγώ πρέπει να δεχτώ;
– Για χάρη μου, please please please!
– Ρε αγάπη, γιατί δεν του λες στα ίσα του καψερού ότι σου αρέσει να τελειώνουμε;
– Ντρέπομαι! Αφού είναι καψούρης με την άλλη, την γεννημένη την εποχή των δεινοσαύρων.
– Ηρέμησε λίγο ρε φίλη! Άκου την εποχή των δεινοσαύρων! Ε και τι θα καταφέρουμε αν βγαίνουμε όλοι μαζί; Θα μπλέξουμε!
– Λίγες φορές μόνο, να πάθει έρωτα με μένα και μετά εσύ την κάνεις με ελαφρά πηδηματάκια.
– Αν σου μπει κάτι στο μυαλό ρε συ!
Η γνωριμία έγινε λίγες μέρες μετά, με την Ροζαλία να αποκτά κάτι από το όνομά της, στα μάγουλα, από την ντροπή. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν καθόλου έτσι όπως τα ήθελε η Ματούλα. Ο Σωτήρης από την πρώτη κιόλας στιγμή έδειξε να έλκεται από την φίλη της συμφοιτήτριας του. Η Ροζαλία έκανε ότι δεν καταλάβαινε και η Ματούλα ότι δεν την πείραζε κι ας συνέβαινε το εντελώς αντίθετο.
Η Ροζαλία της ζήτησε διακριτικά, χωρίς να τη φέρει σε δύσκολη θέση, να μην ξαναβγεί μαζί τους, αλλά η Ματούλα ήταν ανένδοτη. Στο δεύτερο ραντεβού κι ενώ η Ματούλα ήταν φανερά απογοητευμένη με την τροπή που πήρε το σχέδιό της, συνάντησε τον πραγματικό έρωτα, στα μάτια του κολλητού του Σωτήρη, που ήρθε να τους βρει, κατόπιν εντολής του, για να απασχολεί την συμφοιτήτριά του κι εκείνος να αφοσιωθεί στη κοπέλα που του πήρε το μυαλό και τον έκανε ως δια μαγείας να ξεχάσει την γιατρίνα της σχολής του. Οι συνωμοτικές ματιές έπεφταν βροχή κι άλλαζαν δυάδες. Η Ματούλα με το βλέμμα της φώναζε στην φίλη της “δεν μπορώ, χάνομαι, τι παίδαρος είναι αυτός!”, η Ροζαλία απαντούσε με την ματιά της “πού με έμπλεξες θεοπάλαβη, που ερωτεύεσαι κάθε μέρα κι άλλον!”, ο Σωτήρης είχε την έκφραση “μπράβο ρε Άκη αλάνι, με έσωσες” και ο Άκης “αδερφέ είχες δίκιο, ωραία και τα δύο τα μωρά”.
Η Ροζαλία σύντομα ένιωσε αισθήματα για τον Σωτήρη, αλλά επίσης ένιωθε απαίσια γιατί θεωρούσε ότι δεν έπρεπε. Έβγαιναν τετράδα κάθε μέρα. Όταν της ζήτησε να βγουν οι δυο τους μόνοι, καμιά δεκαριά μέρες μετά, σε μια ευκαιρία που του έδωσε ο φίλος του όταν σήκωσε την Ματούλα να χορέψουν, αρνήθηκε ευγενικά.
– Είσαι τρελή παιδάκι μου;, πήγε να την βρει στο καθαριστήριο των γονιών της, που δούλευε κι εκείνη.
– Καλημέρα και σε σένα. Τι έκανα καλέ;
– Σου ζήτησε να βγείτε μόνοι και είπες όχι;
– Ματούλα! Αφού….
– Ρε μην είσαι χαζή. Δεν κατάλαβα λες; Δεν βλέπω πώς τον κοιτάζεις; Δεν νιώθω τίποτα γι’ αυτόν, αλήθεια! Μου πέφτει λίγο ξενέρωτος ! Εγώ είμαι για τον Άκη το λουκουμάκι παιδάκι μου! Με εντάσεις, με ταρακούνημα, με τσαμπουκά! Αφού με ξέρεις! Εσείς, τα μυγούλια, ταιριάζετε μια χαρά! Άντε! Χαζό!
Κοιτάχτηκαν, αγκαλιάστηκαν, έκανε μια κίνηση η Ροζαλία να απολογηθεί, μα η φίλη της δεν την άφησε. Είχε βάλει την τελεία της σε αυτό το θέμα και το ίδιο περίμενε και από ‘κείνη.
Παντού μαζί, τετράδα, όπως στις ταινίες. Οι δύο κολλητοί με τις δύο κολλητές. Ταξίδια, μαζέματα σε σπίτια, γέλια, τσακωμοί, δάκρυα, όλα, όλοι μαζί τα περνούσαν. Παντρεύτηκαν έξι χρόνια μετά, την ίδια μέρα και ώρα σε διπλό γάμο και η ευτυχία όλων τους ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Η Ροζαλία έμεινε γρήγορα έγκυος κι έφερε στον κόσμο το πρώτο τους αγόρι. Η Ματούλα από την άλλη σχεδίαζε με χορηγούς, βοηθούς τους γονείς της, που ήταν και αυτοί γιατροί, να ανοίξει το δικό της ακτινολογικό ιατρείο οπότε μία εγκυμοσύνη δεν συμπεριλαμβανόταν σε αυτά τα σχέδια. Έψαχνε τον χώρο, τα μηχανήματα, τον εξοπλισμό. Όταν ήταν έτοιμο, το μωρό της κολλητής της ήταν δέκα μηνών. Της έκανε την πρόταση να αφήσει το καθαριστήριο στους γονείς και την αδερφή της και να γίνει η γραμματέας της στο ιατρείο. Χωρίς δεύτερη σκέψη δέχτηκε, αφού με το μωρό τα έξοδα αυξήθηκαν και ο μισθός του Σωτήρη από το νοσοκομείο δεν αρκούσε. Τα δικά τους σχέδια ήταν να μαζέψουν κάποια χρήματα για να μπορέσει να ανοίξει κάποια στιγμή το καρδιολογικό ιατρείο που ονειρευόταν και που όμως απαιτούσε πολλά έξοδα και θα έπαιρνε κάποια χρόνια. Δεν ήταν εύκολο ειδικά, όταν η επόμενη εγκυμοσύνη ήρθε πιο γρήγορα από όσο υπολόγιζαν.
Όταν ο πρώτος της γιος έφτασε πρώτη δημοτικού, ζήτησε να δουλεύει μόνο πρωί, για να αφιερώνει τα απογεύματα στο διάβασμά του, με το προνήπιο να κάνει τις ώρες εκείνες πιο δύσκολες, αφού θεωρούσε την μαμά του, δικό του μονοπώλιο. Η φίλη της και κουμπάρα της πια, αφού βάφτισε το δεύτερο παιδί της, δέχτηκε και από τη μία καμάρωνε την κολλητή της που τους φρόντιζε όλους τόσο πολύ και πνιγόταν σε παιδικές αγκαλιές και είχε τον Σωτήρη να την κοιτάζει μες στα μάτια, από την άλλη η ίδια, συνέχιζε να βάζει στην κορυφαία θέση της πυραμίδας την καριέρα της, έπειτα την κοινωνική ζωή της και στο τέλος το ενδεχόμενο ενός παιδιού. Πολλές φορές ήταν και ο λόγος έντονων καυγάδων με τον Άκη, ο οποίος λαχταρούσε σα τρελός ένα μωρό. Με το βαφτιστικό τους, ήταν εντελώς άλλος άνθρωπος από εκείνον τον γοητευτικό άντρα με τα μπρουτάλ χαρακτηριστικά και το σοβαρό ύφος. Γινόταν παιδί, έκανε αστείες γκριμάτσες, φορούσε στολές, γελούσε ασταμάτητα.
Τελευταίοι μήνες στο νοσοκομείο για τον Σωτήρη. Είχαν μαζέψει πια ένα σεβαστό ποσό για αρχή και με ένα μικρό δάνειο θα τα κατάφερναν. Ο μεγάλος γιος τελείωνε την τετάρτη δημοτικού κι ο μικρός την δευτέρα. Ήταν τόσο περήφανος για το μεγάλωμά τους και για την γυναίκα του. Σπουδαία μάνα, με αφοσίωση! Υπήρχε όμως ένα ‘αλλά’, ένα αγκάθι! Εκείνος ένιωθε ότι είχε χαθεί μεταξύ τους η σπίθα. Σα να την έβλεπε πιο πολύ σαν φίλη, σαν αδερφή. Πόσο καιρό είχαν να κάνουν έρωτα! Πάντα προτεραιότητα τα παιδιά, να τα ταΐσει, να τα κοιμήσει και μετά… κάποιες φορές την έβρισκε δίπλα στον μεγάλο αποκοιμισμένη. Άλλοτε, ενώ την πλησίαζε με ερωτική διάθεση, τον έκοβε λέγοντάς του ότι ήταν κουρασμένη. Κι όταν σπάνια πια βρίσκονταν τα σώματά τους, η Ροζαλία είχε το άγχος μην τους ακούσουν τα παιδιά, μη ξυπνήσει κάποιο, μην ανοίξει την πόρτα. Του έλεγε να τελειώνουν γρήγορα, μη τυχόν και γίνει καμία στραβή. Ο Σωτήρης έβλεπε ότι το έκανε σαν αγγαρεία, σαν από υποχρέωση κι όχι επειδή τον ποθούσε, επειδή είχε ανάγκη να τον νιώσει στο κορμί της και αυτό σιγά σιγά τον απομάκρυνε.
Σε μια νυχτερινή βάρδια, που ήταν ήσυχα, χωρίς περιστατικά, μιλούσε με έναν συνάδελφό του και ακουγόταν συνέχεια ήχοι από μηνύματα.
– Τι σαματάς είναι αυτός; Σε αναζητούν φιλαράκι!
– Παιχνίδι να γίνεται!
– Δηλαδή;
– Έχω μπει με ψεύτικο προφίλ στο Facebook και το παίζω ελεύθερος και ωραίος!, του είπε χαμηλώνοντας την φωνή του και με ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη.
– Αλήθεια; Καλά, γιατί;
– Τι γιατί ρε! Είσαι και νεαρός πράμα. Τα νιάτα σου να είχα! Πέντε ψεύτικα προφίλ θα είχα! Στέλνω αιτήματα φιλίας σε όποια βλέπω ότι μου αρέσει, πιάνω κουβέντα, αν είναι καμία κοντά, πάω, ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε.
– Φίλε, αυτά τα μπερδέματα είναι επικίνδυνα.
– Πού τον βλέπεις τον κίνδυνο; Σε άλλη πόλη ή περιοχή, να μη σε ξέρει κανείς, με άλλο όνομα! Οι πιο πολλές είναι κι αυτές παντρεμένες που θέλουν μια περιπέτεια της μιας βραδιάς, άντε των τριών συνευρέσεων. Χωρίς προσωπικά στοιχεία, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς γκρίνιες, χωρίς υποχρεώσεις.
– Α! Το έχεις αναγάγει σε επιστήμη!
– Κάθε μέρα φασολάδα δεν γίνεται Σωτηράκη! Καλή, χρυσή η γυναίκα μου, αλλά δεν βγάζει πια γούστα! Για το σπίτι καλή είναι! Για το κρεβάτι, όχι, τι να κάνω; Ε, άντρες είμαστε που να πάρει!
Όταν έμεινε μόνος, τριγυρνούσαν ξανά στο μυαλό του τα λόγια του. Λες και μιλούσε για την Ροζαλία! Καλή, χρυσή, αλλά σαν άντρα δεν τον ικανοποιούσε. Σίγουρα δεν θα έφτανε ποτέ σε αυτό το σημείο να αναλώνεται από δω κι από κει, αλλά μια αθώα περιπέτεια πίσω από ένα πληκτρολόγιο, χωρίς μπλεξίματα, ίσα ίσα να τον ιντριγκάρει λίγο, δεν θα ήταν πια και έγκλημα!
Πήρε το τηλέφωνο στα χέρια του και έφτιαξε ένα ψεύτικο προφίλ, βάζοντας την φωτογραφία του αγαπημένου του ζωγράφου Έντβαρντ Μουνκ και το όνομα Θέμης. Καθώς κυλούσε την οθόνη παρατηρώντας τα διάφορα προφίλ, είδε ένα, με φωτογραφία τον πίνακα “κραυγή” και όνομα Γεωργία Γεωργίου. Χωρίς δεύτερη σκέψη έστειλε αίτημα, αφού βρήκε μια σύνδεση, ένα κοινό στοιχείο ενδιαφέροντος. Συνέχιζε το ψάξιμο, σίγουρος ότι μες στα μαύρα μεσάνυχτα δεν θα απαντούσε καμία, αφού ο κόσμος κοιμόταν τέτοια ώρα, όταν χτύπησε μήνυμα αποδοχής. Δεν θα έχανε την ευκαιρία. Αφού μπήκε στον χορό…
“Γεια σου Θέμη. Δεν κοιμάσαι;”
“Καλησπέρα Γεωργία. Όχι! Αϋπνίες”
“Κι εγώ το ίδιο. Μας αρέσει ο ίδιος πίνακας ε;”
“Η κραυγή! Πόσα μπορεί να σημαίνει για τον καθένα.
“Από πού είσαι; Εγώ από Θεσσαλονίκη”
“Από Κατερίνη”
“Κοντοχωριανοί. Παντρεμένος;”
“Ναι, με δύο παιδιά. Εσύ;”
“Παντρεμένη αλλά δεν έχω ακόμα παιδιά”
“Πόσο χρονών είσαι;”
“25! Εσύ;”
“Παντρεύτηκες μικρή! Εγώ 35”.
“Γιατί ψάχνει ένας παντρεμένος τριανταπεντάρης με παιδιά, συνομιλία στο messenger;”
“Μάλλον για τον ίδιο λόγο που ψάχνει μια πιτσιρίκα παντρεμένη χωρίς παιδιά”
“Εγώ νιώθω να πνίγομαι στον γάμο μου”
“Είσαι πολύ μικρή για να νιώθεις από τώρα να πνίγεσαι”
“Η ηλικία είναι ένα νούμερο! Η ζωή δεν περιμένει!”
“Συμφωνώ απόλυτα!”
Οι συνομιλίες τους συνεχίστηκαν για δέκα μέρες. Όλα μπερδεμένα μέσα του. Το ξεκίνησε σαν μια απλή περιπέτεια που θα του έβαζε λίγο αλατοπίπερο στη ζωή του και ξαφνικά, μέσα σε λίγες μέρες ένιωθε την καρδιά του να χτυπά. Αυτό το νεαρό κορίτσι τον έκανε να νιώσει ξανά ζωντανός ερωτικά. Ντόμπρα και ξεκάθαρα, του είπε ότι είχε ανάγκη να κάνει έρωτα με έναν άνθρωπο που θα της ξυπνούσε πάλι την χαμένη της θηλυκότητα. Ο άντρας της απορροφημένος με την οικογενειακή επιχείρηση των γονιών του, την παραμελούσε.
Κόπηκαν οι εκδρομές τους, οι ώρες που μοιράζονταν ο ένας με τον άλλον, κόπηκε το καθημερινό σ 3ξ και ένιωθε σαν ηφαίστειο που της καταπίεζαν την λάβα. Οι γάμοι τους είχαν τον ίδιο παρονομαστή. Οι σύζυγοι απομακρύνθηκαν από αυτούς. Ένιωθαν μόνοι, χωρίς πάθος.
Κανόνισαν να βρεθούν για μία βραδιά στην Κατερίνη, στον τόπο της Γεωργίας. Του είπε ότι ήξερε ένα μέρος που δεν κινδύνευαν από καταστροφικές συναντήσεις. Όταν έπλαθε την φανταστική ιστορία περί αναζήτησης μηχανημάτων για το επικείμενο ιατρείο, που θα ήταν το άλλοθι της απουσίας του από το σπίτι το σαββατοκύριακο, ένιωθε μια τσιμπιά στο στήθος. Δεν ήταν και για ‘κείνον εύκολο. Την αγαπούσε την Ροζαλία. Ήταν η σιγουριά του, το λιμάνι του, αλλά είχε ανάγκες.
Θα φορούσε πουά κυπαρισσί πουκάμισο, για να την αναγνωρίσει κι εκείνος θα κρατούσε ένα λευκό τριαντάφυλλο. Ο Σωτήρης έφτασε με μία καθυστέρηση έξι λεπτών. Μπήκε στο απομακρυσμένο μπαράκι και έψαχνε την Γεωργία. Καθόταν πλάτη, αλλά διέκρινε το πουκάμισο – σημάδι αναγνώρισης. Όταν στάθηκε δίπλα της και γύρισε το κεφάλι της, τα πρόσωπα τους πάγωσαν.
– Ματούλα;
– Σωτήρη;
Παύση λίγων δευτερολέπτων μέχρι να συνειδητοποιήσουν τι γινόταν.
Πρώτος βρήκε την δύναμη ο Σωτήρης.
– Αυτά, μόνο σε ταινίες μπορούν να γίνουν.
– Ο Θέμης λοιπόν! Καλά δεν ντρέπεσαι;
– Ενώ εσύ; Γεωργία, εικοσιπέντε χρονών;
– Εγώ δεν έχω παιδιά!
– Κι αυτό σε κάνει λιγότερο ένοχη;
– Την φίλη μου ρε; Που σχίζεται για σένα και τα παιδιά;
– Σχίζεται… το ξέρω! Αλλά εγώ; Πρέπει να κλείσω ως άντρας; Αφού δεν θέλει, με χίλια ζόρια μια φορά τον μήνα. Πάντα προτεραιότητα τα παιδιά.
– Προβλήματα που έχει ο κόσμος!
– Ειρωνεύεσαι ενώ εσύ είσαι χειρότερη! Ο κολλητός μου σε λατρεύει, θέλει τόσο πολύ να κάνετε παιδιά!
– Αυτό δεν είναι λατρεία. Θηλιά είναι που με πνίγει. Δεν θέλω να κάνω παιδιά, τι να κάνουμε! Θέλω να είμαι γιατρός και γυναίκα, χωρίς να συνοδεύεται από την λέξη μάνα, τόσο κακό είναι;
Αφού βιάστηκαν να δικαιολογήσουν τους εαυτούς τους, μεταφέροντας τις ευθύνες στους συζύγους, άλλη μια παύση μεσολάβησε. Χτυπούσαν και οι δύο τα δάχτυλά τους στο τραπέζι νευρικά και κοιτούσαν οπουδήποτε αλλού, αλλά όχι ο ένας τον άλλον. Την σιωπή έσπασε το γκαρσόν.
– Τι θα πάρετε;
Κοιτάχτηκαν. Ο Σωτήρης πήρε πάλι πρώτος τον λόγο.
– Να το σκεφτούμε λίγο;
Κέρδισαν λίγο χρόνο και τότε η Ματούλα με αποφασιστικότητα είπε:
– Ας πιούμε ένα ρημάδι ποτό και φύγουμε στα σπίτια μας!
– Και την να πω στην Ροζαλία; Αφού ξέρει ότι γυρνάω αύριο το μεσημεράκι. Εγώ θα μείνω σε ένα ξενοδοχείο σήμερα κι αύριο ένα καφεδάκι και θα γυρίσω.
– Να κάτσω για παρέα; Θα φανεί ύποπτο, καλά λες.
– Και δεν κάθεσαι!
Παρήγγειλαν ένα μπουκάλι κρασί και συνέχισαν.
– Εσύ τι δικαιολογία είπες;
– Συνέδριο, όπως πάντα!
– Τον έχεις κάνει κερατά ρε τον κουμπάρο μου! Δηλαδή το συνηθίζεις;
– Ενώ εσύ; Όταν κερατώνετε οι άντρες είστε παιχτούρες, όταν σας κερατώνουμε εμείς δεν σας αρέσει, ε;
– Θα ήταν η πρώτη μου φορά, στον λόγο μου. Το πάλεψα, αλλά δεν την βλέπω πλέον ερωτικά την Ροζαλία, δεν κάνει τίποτα γ@μw το κέρατο μου γ@μw. Μου τελείωσε!
– Εμ, όταν ήταν να διαλέξεις, διάλεξες εκείνη αντί για μένα, καλά να πάθεις!
– Ματούλα σε πείραξε το κρασί;
– Σε γούσταρα κάποτε ρε βλάκα, στην γνώρισα για να είμαι συνέχεια μαζί σου αλλά εσύ, στον κόσμο σου. Πήγες και την ερωτεύτηκες κι όχι μόνο αυτό, την παντρεύτηκες κιόλας.
– Κουμπάρα δε μου τα λες καλά!
– Εγώ μια χαρά τα λέω! Εσύ δεν ήξερες ποτέ να επιλέγεις την σωστή. Πριν την Ροζαλία ήσουν κολλημένος με την άλλη που δεν πατούσε στο Πανεπιστήμιο, την μεγάλη που σε έριχνε είκοσι χρόνια.
– Πού την θυμήθηκες Χριστέ μου; Ε όχι και είκοσι χρόνια!, είπε και ξέσπασε σε γέλια.
Η ατμόσφαιρα έγινε ιδιαίτερα χαλαρή, θυμήθηκαν πολλά από τα φοιτητικά τους χρόνια, συγκινήθηκαν, γέλασαν. Τους φάνηκε ότι είχε περάσει πολύ γρήγορα η ώρα, όταν είδαν ότι είχαν μείνει μόνο οι δυο τους στο μπαράκι. Πλήρωσε ο Σωτήρης κι έφυγαν.
– Λοιπόν, δεν σε είδα, δεν με είδες κι όλα καλά! Καληνύχτα κουμπάρε!
– Δεν πρόκειται μες την άγρια νύχτα να σε αφήσω μόνη σου. Σε όποιο ξενοδοχείο πας θα έρθω κι εγώ να κλείσω εκεί δωμάτιο.
– Αχ, ιππότη μου!, του είπε γελώντας και παραπατώντας με τα ψηλοτάκουνα, έχασε την ισορροπία της κι έπεσε πάνω του.
Τα πρόσωπά τους σε απόσταση αναπνοής, οι ανάσες τους έγιναν γρήγορες και κοφτές.
– Αν δε με φιλήσεις τώρα, δεν θα σου δώσω ποτέ άλλη ευκαιρία, του είπε αποφασιστικά, διαπερνώντας τον με το βλέμμα της.
– Αν δεν σε φιλήσω τώρα, θα το μετανιώνω για όλη μου τη ζωή, της είπε και ο πόθος του ήταν εμφανής.
Στο ξενοδοχείο, από το ασανσέρ άρχισε να τον φιλάει στα χείλη, στον λαιμό και να του ψιθυρίζει: “θα δεις τι έχανες τόσα χρόνια”. Ο Σωτήρης σε λίγα λεπτά ένιωσε τόση έξαψη όση δεν ένιωσε ποτέ τόσα χρόνια με την γυναίκα του. Του ξεκούμπωνε παθιασμένα το παντελόνι, τον φιλούσε λαίμαργα στο στήθος και είχε το πάνω χέρι στο ερωτικό παιχνίδι. Άγνωστη παρτίδα αυτή για τον Σωτήρη, που πάντα είχε αυτός τον ρόλο του κυνηγού και η γυναίκα του απλά ακολουθούσε. Η Ματούλα ήταν το άγριο θηλυκό, που άφηνε τα σημάδια της στο σώμα του αρσενικού, χωρίς ταμπού, χωρίς όρια στο κρεβάτι.
Ξέπνοοι και οι δύο, γυμνοί, ξαπλωμένοι, ήθελαν χρόνο να συνέλθουν.
– Κουμπάρα, είσαι κανονική τίγρης.
– Έλα, κόφτο. Μη με λες κουμπάρα, με ξενερώνεις.
– Να σε λέω αγριμάκι μου;
– Καλύτερο αυτό! Έχω να σου δείξω κι άλλα, άπειρο αγόρι, που με την Ροζαλίτσα σου, ούτε στον ύπνο σου, του είπε και με μια κίνηση βρέθηκε πάνω του να τον ερεθίζει ξανά.
Το επόμενο πρωί καθώς έπιναν τον καφέ τους η Ματούλα φαινόταν διαφορετική. Το ύφος της αγριόγατας εξαφανίστηκε.
– Τι σε βασανίζει αγριμάκι μου;
– Τι θα κάνουμε Σωτήρη; Σα να μη συνέβη θα συνεχίσουμε τις ζωές μας; Δεν είσαι απλά, ένας από τους πολλούς που απάτησα τον φίλο σου! Το ξεχνάμε; Τους το λέμε; Τι; Πες μου!
– Κορίτσι μου, είναι τόσο μπερδεμένα όλα. Για μια περιπετειούλα ήρθα κι άλλαξε η ζωή μου. Σε θέλω σαν τρελός, μου ξύπνησες όλα τα ζωτικά μου όργανα, αλλά πώς θα τους το πούμε; Τι θέλεις; Να τινάξουμε στον αέρα τα πάντα;
– Δεν με νοιάζει! Δεν θέλω άλλο να σε έχει αυτή! Θέλω να είσαι δικός μου! Να με πhδ@ς στα φανερά κι όχι στα κρυφά. Θέλω να είσαι μόνο δικός μου.
– Μωρό μου αχόρταγο, με τρελαίνεις!
– Ναι! Το μωρό σου το αχόρταγο θέλω να είμαι!
Συνέχισαν να βρίσκονται παράνομα για κάποιες μέρες, κάνοντας πράξη όλες τις φαντασιώσεις του. Της ζήτησε να κάνει υπομονή, να ανοίξει πρώτα το ιατρείο. Στο σπίτι του ένιωθε ότι τον πλακώνουν οι τοίχοι. Έβγαζε έναν εκνευρισμό στην Ροζαλία, που συνέχιζε να τον περιποιείται όπως έκανε πάντα. Στο ακτινολογικό, η Ματούλα έγινε ξαφνικά ειρωνική απέναντί της και της μιλούσε απότομα. Για μια ακόμα φορά η Ροζαλία έκανε ότι δεν καταλάβαινε, την δικαιολόγησε μέσα της και συνέχισε.
Την ημέρα που άνοιξε το ιατρείο, η Ροζαλία πήγε παπά για να γίνει ο καθιερωμένος αγιασμός – ευχέλαιο. Παρευρέθηκαν όλοι και ήταν τόσο συγκινημένη. Οι κόποι και οι αγώνες ετών, βρήκαν την στέγη τους και οι αγαπημένοι τους φίλοι ήταν στο πλευρό τους. Όταν τελείωσαν και έφυγαν όλοι, οι κουμπάροι της θα γυρνούσαν σπίτι τους και ο Σωτήρης της είπε ότι θα πάει στον ιατρικό σύλλογο για κάτι λεπτομέρειες. Καθώς γυρνούσε σπίτι, κατάλαβε ότι ξέχασε στο ιατρείο όλα τα σύνεργα του ευχέλαιου που είχε ζητήσει ο πάτερ. Όταν άνοιξε την πόρτα, από το γραφείο μέσα, ακουγόταν βογγητά. Σιγά σιγά, χωρίς να κάνει θόρυβο, πλησίασε. Το θέαμα ήταν ντροπιαστικό. Η καλύτερη της φίλη, η γυναίκα που εμπιστεύθηκε να γίνει νονά του γιου της, γυμνή, πάνω στον άντρα της, στο ιατρικό κρεβάτι. Η Ματούλα τινάζοντας ηδονικά το κεφάλι της προς τα πίσω, την είδε. Οι δύο κολλητές κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια. Από τα μάτια της Ροζαλίας έτρεχαν δάκρυα προδοσίας, ενώ η Ματούλα, μη παίρνοντας το βλέμμα της από πάνω της, χαμογελώντας σαρκαστικά, άρπαξε το χέρι του Σωτήρη επιδεικτικά, το έβαλε στο στήθος της και με λάγνα φωνή τον ρωτούσε “μόνο εμένα θέλεις να γ@m@ς;”
Παίρνοντας για απάντηση από τον ξαναμμένο εραστή της, “μόνο εσένα κ@yλa μου”.
Η Ροζαλία δεν έκανε σκηνή, δεν φώναξε, δεν μαλλιοτραβήχτηκε, δεν ζήτησε εξηγήσεις. Έφυγε ήσυχα. Πήρε τα παιδιά, τα ρούχα, τα παιχνίδια τους και άφησε ένα κομμάτι χαρτί στο τραπέζι. “Μην τολμήσεις να αναζητήσεις τα παιδιά. Θα φροντίσω να μη μάθουν τις επιδόσεις σου με την φίλη φίδι, για το καλό τους. Αν δεν μου δίνεις την διατροφή που θα ζητήσω με το διαζύγιο, θα γίνεις η πρώτη είδηση της Θεσσαλονίκης. Δεν θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου, γελοίε”.
Η γη χανόταν ξαφνικά από τα πόδια του. Πήρε κατευθείαν τηλέφωνο την Ματούλα.
– Τα ξέρει όλα! Μου άφησε τελεσίγραφο. Καλά, πώς; Τι θα κάνουμε μωρό μου; Τι θα κάνουμε;
– Μη τρέμεις σα το ψάρι ρε! Τι χέστης είσαι εσύ;
– Χέστης; Ακούς τι σου λέω; Τα ξέρει όλα και ζητάει ήδη διατροφή και να μη βλέπω ούτε τα παιδιά μου.
– Ώπα η Ροζαλίτσα! Ξύπνησε το χάπατο.
– Ματούλα, η Ροζαλία είναι η καλύτερη σου φίλη, τι έπαθες;
– Τι έγινε Σωτηράκη, τώρα το θυμήθηκες πως είναι η καλύτερη μου φίλη; Όταν με πhδούσες το ξεχνούσες;
– Μωρό μου είμαι σε απόγνωση, μη μου μιλάς έτσι. Αν το πει παντού; Αν το μάθει ο Άκης; Θέλω να σε δω, να δούμε τι θα κάνουμε. Εσύ δεν φοβάσαι;
– Εγώ δεν ξέρω αν θέλω να δω έναν χέστη! Και στο κρεβάτι τελικά, άρχισα να σε βαριέμαι.
– Τι; Τι λες; Ματούλα τι συμβαίνει;
Στην άλλη γραμμή δεν υπήρχε κανείς, το είχε κλείσει. Την κάλεσε πολλές φορές, δεν το σήκωσε ποτέ. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν όλα τόσο μπλεγμένα και μπορούσαν να γίνουν απόλυτα καταστροφικά. Πώς άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί έτσι; Από τις ορμές του, από τα πάθη του, από μια γυναίκα δηλητήριο. Και τώρα; Ποιοι ήταν μαζί του και ποιους έχασε;
Θολωμένος, ταραγμένος, φοβισμένος καθώς ήταν, πήρε τηλέφωνο τον Άκη και του ζήτησε να βρεθούν.
– Σε άκουσα χάλια. Τι συμβαίνει; Τα παιδιά;
– Όχι, τα παιδιά είναι καλά. Εγώ έχω χοντρό πρόβλημα.
– Λέγε ρε, τι έγινε;
– Άκη… δεν ξέρω πως να το πω… δεν είχα σκοπό να πληγώσω κανέναν… αλήθεια, αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω…
– Με τρομάζεις ρε μ@λ@ka, τελείωνε!
– Θα το μάθεις που θα το μάθεις κάποια στιγμή… η Ροζαλία, με εγκατέλειψε.
– Τι λες τώρα ρε; Η γυναίκα σου σε λατρεύει!
– Ναι… αλλά… έκανα κάτι… πολύ κακό… Άκη, την απάτησα και το έμαθε.
– Ρε μ@λ@ka! Ρε μ@λ@ka! Δεν της άξιζε ρε φίλε! Κερί αναμμένο δίπλα σου, στα εύκολα, στα δύσκολα, σε στήριξε όσο καμία δε θα το έκανε. Γιατί ρε φίλε; Γιατί;
– Είμαι μ@λ@kas και μεγάλος μάλιστα. Πίστεψέ με έγιναν όλα τόσο….τόσο…
– Ρε τρέχα να την παρακαλέσεις, να πέσεις στα πόδια της.
– Φίλε, το τρίτο πρόσωπο ήταν η Ματούλα.
Καλύτερα να τον μαχαίρωνε εκείνη τη στιγμή, παρά να ξεστόμιζε την τελευταία φράση. Το ίδιο αίμα έτσι κι αλλιώς έφυγε από το σώμα του, από την καρδιά του. Δεν φώναξε, δεν έβγαλε καν μιλιά, δεν ζήτησε εξηγήσεις. Άφησε τα δάκρυά του να κυλήσουν, κοιτώντας τον.
Καλύτερα να του ορμούσε, να τον χτυπούσε, να τον έβριζε, παρά αυτή η σιωπή, παρά αυτό το άδειο βλέμμα.
– Άκη… συγγνώμη φίλε… θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις, μη με εγκαταλείψεις κι εσύ! Χτύπα με… χτύπα με, βγάλ’ το από μέσα σου, σε παρακαλώ!
Τίποτα. Γύρισε την πλάτη του κι έφυγε, έτσι απλά.
Όταν χτύπησε το κουδούνι του πατρικού της, η Ροζαλία άνοιξε με αποφασιστικότητα, αλλά δεν χρειάστηκε να την δείξει. Άλλαξε το ύφος της αμέσως.
– Άκη;
– Θέλω μόνο να μάθω πόσο καιρό το ξέρεις.
– Πριν λίγες ώρες. Μετά το ευχέλαιο.
– Τι; Πώς;
– Τους έπιασα να πhδιούνται Άκη. Στο ιατρείο, την τσουλάpa την δικιά σου, πάνω στον ελεεινό τον δικό μου και η σιχαμένη με κατάλαβε και έκανε πιο σκληρή την τσόντα, κοιτώντας με στα μάτια.
– Ροζαλία σταμάτα. Δεν αντέχω άλλο!
– Τι φίδια κρύβαμε στον κόρφο μας, μου λες; Στο ιατρείο, που μάζευα τους μισθούς μου με κόπο για να το ανοίξει! Αλλά εγώ δεν πhδιόμουν καλά βλέπεις, ούτε συχνά. Δεν είχα τον χρόνο, την ενέργεια, να βγάζω τα γούστα που ήθελε.
Δεν μπορούσε πια να συνεχίσει. Νόμιζε πως θα το αντιμετώπιζε όλο αυτό ψυχρά, με αηδία, όπως του άξιζε, αλλά η ώρα της κατάρρευσης είχε φτάσει. Έπεσε με τα γόνατα στο πάτωμα και διπλώθηκε κλαίγοντας. Δεν άντεχε να την βλέπει έτσι. Έπεσε κι εκείνος δίπλα της, ακούμπησε τα χέρια της και την συνόδευε με ένα βουβό κλάμα.
Συνήθως λένε, ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει! Συνήθως… Δεν γίνεται πάντα, δυστυχώς. Σε αυτήν την ιστορία όμως έγινε! Η Ροζαλία και ο Άκης έγιναν ζευγάρι και ο ένας στήριζε τον άλλον όπως ήξεραν να κάνουν τόσα χρόνια με τους ανθρώπους που αγαπούσαν. Μετακόμισαν στην γενέτειρα του Άκη, την Βέροια, αγόρασαν έναν παιδότοπο σε τιμή ευκαιρίας λόγω μετανάστευσης στο εξωτερικό ενός άλλου ζευγαριού και το δούλευαν με αγάπη. Ήταν ευτυχισμένοι και ήρεμοι και σύντομα του χάρισε ένα κοριτσάκι που τόσο ήθελε! Τα δύο αγόρια, με βοήθεια ψυχολόγου και τους γονείς τους κέρβερους προσαρμόστηκαν στη νέα πραγματικότητα και λάτρευαν την αδερφή τους.
Ο Σωτήρης δεν μπόρεσε να ορθοποδήσει. Το νέο μαθεύτηκε. Τον απομάκρυνε κόσμος πολύς. Με τα παιδιά του δεν είχε επαφές. Το ιατρείο δεν πήγε τόσο καλά όσο περίμενε. Έβγαζε λεφτά, όχι τόσα όσα ήθελε. Η διατροφή μεγάλη, το δάνειο εκκρεμούσε. Έκανε εφήμερες σχέσεις χωρίς να τον γεμίζει τίποτα. Άρχισε να πίνει, να γίνεται έρμαιο των παθών του και να αυτοκαταστρέφεται.
Η Ματούλα συνέχισε ακάθεκτη να αναλώνει το σώμα της χωρίς φραγμούς, έμεινε έγκυος δύο φορές, έκανε έκτρωση και τις δύο και ζούσε ανάμεσα σε επικριτικά βλέμματα και υβριστικά κουτσομπολιά, χωρίς να δίνει δεκάρα. Οι παντρεμένοι ήταν για ‘κείνη λάφυρα που έτρεφαν το εγώ της. Έκλεβε τους άντρες των άλλων γυναικών που θεωρούσε υποδεέστερες και ικανοποιούσε την αυταρέσκειά της. Μέχρι που βρέθηκε μία πιο οργισμένη απατημένη σύζυγος, που δεν έμεινε στον πόνο της προδοσίας. Μόλις έμαθε ότι ήταν αυτή που εισχώρησε στον γάμο της, αποφάσισε να πάρει εκδίκηση για όλες εκείνες που διέλυσε ψυχικά. Το θολωμένο μυαλό, η τσαλαπατημένη καρδιά, κάποιες φορές οδηγούν σε ολέθριες αποφάσεις. Έμαθε πού μένει, παρακολούθησε τον σύζυγό της, είδε ότι μπήκε στο σπίτι της, παραβίασε την πόρτα της και τους είδε. Ο άντρας της παθιασμένος όσο ποτέ, πάνω της. Ούρλιαξε “μωρή ποyt@νa, θα σε σκοτwσω!”. Το παράνομο ζευγάρι πανικόβλητο πετάχτηκε και προσπαθούσαν να την ηρεμήσουν.
Η Ματούλα, στη θέα του όπλου δεν είχε πια την ματιά της υπεροχής, της γυναίκας που σαν αρπαχτικό έκλεβε την ευτυχία των άλλων γυναικών. Το βλέμμα της παρακαλούσε, τα δάκρυά της έτρεχαν, η χροιά της φωνής της φοβισμένη, ζητούσε συγγνώμη. Τίποτα δεν την σταματούσε. Πυροβόλησε πολλές φορές, στοχεύοντας χαμηλά. Την πέτυχε μία σφαίρα στο αριστερό γόνατο και μία λίγο πιο χαμηλά, στο δεξί καλάμι. Έμεινε ανάπηρη και πέρασε την υπόλοιπη ζωή της κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς.
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Προδομένες ζωές”
[…] Προδομένες ζωές Ο διευθυντής […]