Μια, κάποια Μαρία Παπαδοπούλου, μόλις άρχισε να χτυπάει αυγά, όταν τα φώτα τρεμοσβήνουν.
– Ωχ, σκέφτεται, μόνο αυτό μου λείπει….
Ρίχνει την ομελέτα στο τηγάνι, και να το πάλι!
– Θα φταίει εκείνος ο παλιός στύλος, απέναντι, πετάει σπίθες πού και πού, λογαριάζει….
Αψηφώντας τον κίνδυνο να καρβουνιάσει το βραδινό της, πηγαίνει στο παράθυρο και το μισανοίγει. Ο στύλος στη θέση του, κατάγερος, δίχως να φταίει σε τίποτα.
Αλλά, τα βαριά σύννεφα της μέρας, αποφάσισαν να ξεφορτώσουν μονομιάς και βρέχει πια με το τουλούμι. Σαν να μην έφτανε αυτό, φυσάει άγριος βοριάς, και κάνει πολλή παγωνιά. Ψυχή δεν κυκλοφορεί έξω.
Κλείνει βιαστικά, και πίσω πάλι, το πρόλαβε.
– Σιγά την απόσταση, καμαρούλα μια σταλιά η γκαρσονιέρα, ίσα – ίσα χωράω, μονολογεί.
Σερβίρει το φαγητό της, κόβει μια φέτα ψωμί, κόβει και μια ντομάτα, επειδή πιστεύει πως το σαλατικό είναι υγεία, βγάζει από το ψυγείο την φέτα, το νερό, κάθεται να δειπνήσει.
Μασάει γρήγορα, με απόλαυση.
Πεινασμένη είναι και κουρασμένη. Το ωράριο στο σούπερ μάρκετ, σκέτη ταλαιπωρία, δεν το ‘χει συνηθίσει ακόμα. Όμως χρειαζόταν δουλειά, μια οποιαδήποτε δουλειά. Την έδιωξαν από το γραφείο, όσο έτρεχε την μάνα της στα νοσοκομεία και στις χημειοθεραπείες. Οκτώ το βράδυ τελειώνει η βάρδιά της, και πτώμα από την κούραση, απόψε ξεροστάλιασε στη στάση, μέσα στο ψιλόβροχο, μέχρι να ‘ρθει το λεωφορείο.
Όταν τα φώτα τρεμοσβήνουν ξανά, εκείνη βρίσκεται στην τελευταία μπουκιά και, ενώ την καταπίνει, το βλέμμα της καρφώνεται ανήσυχα στο ταβάνι.
Φοβάται τη διακοπή του ηλεκτρικού. Το διαμέρισμα είναι ισόγειο, πάνω στο δρόμο, είναι μόνη και δεν ξέρει κανέναν στην πολυκατοικία, δεν πρόλαβε. Αυτό που ξέρει καλά είναι ότι τη νύχτα, εκεί έξω, τριγυρνάνε πολλά άγρια θηρία. Ληστές και πρεζόνια. Βιασtές και ανώμαλoi.
– Πώς πάγωσε έτσι ο κόσμος, χειμώνα – καλοκαίρι, πώς ξεψύχησαν η καλοσύνη και η συμπόνοια, πού χάθηκε η δικαιοσύνη, κι έγινε τόσο σκληρή η ζωή μου… Όλο και χειρότερη κάθε μέρα που ξημερώνει… σκέφτεται με πίκρα.
Μαζεύει το τραπέζι και πάει στο δωμάτιο. Ανοίγει την τηλεόραση κι αυτή δεν λειτουργεί, δεν έχει σήμα. Απόγνωση. Τούτη η οθόνη, έφτασε να είναι η μόνη παρέα της, πια.
Είναι 40 χρονών. Δίχως συγγενείς, φίλους, άντρα.
Η μάνα την είχε μοναχοπαίδι, ο πατέρας τις άφησε νωρίς. Η έρμη η μάνα έφυγε κι αυτή από τη ζωή, λίγους μήνες πριν. Εκείνη αναγκάστηκε να πουλήσει το σπιτάκι τους, να ξεπληρώσει τα χρέη της αρρώστιας και να μετακομίσει στη γκαρσονιέρα τούτης δω της άγνωστης γειτονιάς, όπου τα νοίκια είναι φτηνά. Μια και τα χαρτιά του σπιτιού είχαν μείνει στο όνομα του μακαρίτη πατέρα, φόροι, δικηγόροι, μηχανικοί, μεσίτες και συμβολαιογράφοι ροκάνισαν όσα της απόμειναν. Πιο γρήγορα από όσο η αρρώστια ροκάνισε την μάνα της και τις λιγοστές οικονομίες τους. Κι αυτός ο, ας πούμε, δεσμός της, γιατί ο Γιάννης, και παντρεμένος ήταν και ακριβοθώρητος, έγινε καπνός μόλις τόλμησε να μοιραστεί λίγα από τα βάσανά της μαζί του. Αυτός δεν τα μπορούσε τα στενάχωρα.
Τα φώτα σβήνουν. Ακούει καθαρά την θύελλα, τον μανιασμένο άνεμο που στέλνει τη βροχή να μαστιγώνει τα κλειστά παντζούρια. Από τις χαραμάδες τους, τρυπώνει η δυσοίωνη ανταύγεια των αστραπών. Δυνατές βροντές κατρακυλούν από τον ουρανό, είναι σαν να ταρακουνούν το σπίτι. Κουλουριάζεται πάνω στο κρεβάτι, σφίγγοντας στο χέρι το κινητό. Θα’ θελε να ‘χει κάποιον να προστρέξει, να βρει μια παρηγοριά μέσα στο σκοτάδι. Φτωχός φάρος, ο φακός του κινητού, αλλά κι αυτό χρειάζεται φόρτιση, πόσο να κρατήσει πια…
Τρέμει, και όχι από το κρύο. Το καλοριφέρ έσβησε κι αυτό, αλλά τουλάχιστον, είναι ακόμα ζεστά. Τρέμει από φόβο και μοναξιά. Δυο χρόνια τώρα, ζει πρώτα με την προοπτική της απώλειας, με την ίδια την απώλεια στη συνέχεια. Κλεισμένη στον εαυτό της, εκτελεί μηχανικά τις οδηγίες όλων αυτών των άλλων, που ορίζουν τη ζωή της.
Παλιά, την νανούριζε ο ήχος της βροχής, τώρα πια φοβάται να κοιμηθεί ακούγοντας την καταιγίδα. Φοβάται για όσα θα μπορούσε να φέρει μια νύχτα σαν κι αυτή, σ’ αυτό εδώ το μέρος που δεν την ξέρουν και δεν το ξέρει.
Το κινητό χτυπάει και ο ήχος την κάνει να αναπηδήσει. Άγνωστος αριθμός, όμως, έχει ανάγκη να ακούσει κάποιον, οποιονδήποτε. Κι ας είναι και λάθος.
Η φωνή είναι ευχάριστη γυναικεία, και τα λέει γρήγορα, αλλά ζεστά:
– Κυρία Παπαδοπούλου, η Ελπίδα είμαι, η διαχειρίστρια, από τον δεύτερο. Σας τηλεφωνώ, επειδή είστε καινούργια σε μας, και ίσως δεν το ξέρετε: Μην μένετε στα σκοτάδια, έτσι, ολομόναχη. Αν γυρίσετε τον διακόπτη που είναι δίπλα στον κεντρικό πίνακα του ηλεκτρικού, στο χωλάκι σας, θα ανάψουν αμέσως τα φώτα ασφαλείας. Ευτυχώς, τα προσθέσαμε σε όλα τα διαμερίσματα, λίγο πριν μας έρθετε. Α… και, αν χρειάζεστε κάποια βοήθεια, τώρα ή όποια άλλη στιγμή, μην ντρέπεστε, να με καλέσετε στον αριθμό που βλέπετε. Να πιούμε και έναν καφέ μαζί, να γνωρίσετε και τους άλλους. Εδώ, είμαστε ωραία, οικογενειακά, θα δείτε. Εντάξει;
Ελένη Ασμάνη
