Το άγνωστο παιδί

Έφτασε στο σπίτι του μετά από δύο χρόνια, σέρνοντας το ταλαίπωρο του σώμα, ένα σκισμένο σάκο και ένα λιωμένο σακάκι. Χτύπησε την πόρτα και φώναξε δυνατά το όνομά της. Δύο χρόνια είχε να δει την γυναίκα του ο Γιώργος. Δύο βασανιστικά χρόνια. Εκείνη άνοιξε την πόρτα και γούρλωσε τα μάτια. Ήταν ζωντανός! Έπεσε πάνω του και τον έσφιξε με όλη της την δύναμη. Αυτός την αγκάλιασε σφιχτά και έκλεισε τα μάτια. Δόξασε τον Θεό που κατάφερε να επιστρέψει σώος. Επιτέλους ήταν ξανά κοντά της.

Σήκωσε το βλέμμα του όπως την είχε ακόμα στην αγκαλιά του και κοίταξε πίσω της. Ένα άγνωστο παιδί ήταν ξαπλωμένο πάνω σε μια κουβέρτα στο πάτωμα. Μα δεν μπορεί να έβλεπε καλά. Όχι, δεν μπορεί να ήταν αλήθεια. Την έδιωξε απότομα από την αγκαλιά του. Και ένιωσε σαν να ξεπάτωσε ταυτόχρονα τα σωθικά του. Σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι που δυο χρόνια ευχόταν να επιστρέψει. Δεν σταμάτησε ακόμα και όταν εκείνη έτρεξε ξοπίσω του και τον τράβηξε από τα ρούχα. Δεν σταμάτησε γιατί ένιωσε ότι επέζησε από τον πόλεμο για να τον σκοτώσει η γυναίκα που αγάπησε όσο καμία άλλη.

«Δέσποινα», μουρμούριζε στον ύπνο του ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο δίπλα στο ποτάμι. Εκεί πέρασε το βράδυ. Το όνομά της έλεγε και ξύπνιος και κοιμισμένος σαν τότε που μέσα στον θάνατο εκείνη ήταν η μόνη ζωή.

Δύο χρόνια, τα χειρότερα της ζωής του. Είδε πράγματα που δεν τα βάνει ο νους του ανθρώπου. Που δεν μπορείς να τα ξεχάσεις. Πολέμησε τον εχθρό με όλες του τις δυνάμεις για να βρει την προδοσία μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Θα μπορούσε να βάλει ένα τέλος, εκεί μέσα στο ποτάμι. Να πνίξει τον πόνο του, να ησυχάσει. Γιατί αλήθεια ήταν πως θα τρελαινόταν.

Δεν άντεχε την σκέψη πως άλλα χέρια άγγιξαν το δικό της κορμί. Στο μυαλό του τρύπωναν εικόνες ντροπιαστικές. Τραβούσε τα μαλλιά του να τα ξεπατώσει. Καιγόταν όλο του το σώμα. Σκότωσε ανθρώπους μα δεν μπορούσε να σκοτώσει την αγάπη. Τον είχε για νεκρό, για αυτό το έκανε. Αυτό έλεγε στον εαυτό του και την δικαιολογούσε.

Έβγαλε από τον σάκο ένα μπουκάλι με δύο γουλιές ουίσκι και τις κατάπιε μονορούφι. Δεν μπορούσε να μεθύσει το μυαλό του, να ξεχάσει, να μην θυμάται. Σηκώθηκε και πλύθηκε στο ποτάμι. Το νερό παγωμένο, ανατρίχιασε ολόκληρος. Κοίταξε γύρω του, όλα ήταν σε αρμονία. Ησυχία και ηρεμία. Παράδεισος. Μέσα του είχαν όλα καταρρεύσει. Φωτιά και θάνατος. Κόλαση.

Σηκώθηκε και άρπαξε τον σάκο του και τον πέταξε στην πλάτη. Έπιασε και το σακάκι του και τράβηξε για το καφενείο του χωριού. Ένα μπουκάλι ουίσκι ακόμα χρειαζόταν. Να πιει μέχρι να τα ξεχάσει όλα, ακόμα και το όνομά της.

Μπήκε μέσα στο καφενείο και όλοι τον υποδέχτηκαν και τον καλωσόρισαν. Ένας ήρωας που επέστρεψε ήταν στα μάτια τους. Μα ο Γιώργος δεν ένιωθε καθόλου σπουδαίος. Δεν είχε κερδίσει τίποτα. Αντίθετα τα έχασε όλα.

Μια ηλικιωμένη τον πλησίασε και του έπιασε πρώτη την κουβέντα. Ρωτούσε να μάθει για τον πόλεμο και τις μάχες που έδωσε. Πλησίασαν κοντά και οι υπόλοιποι και έκατσαν με περηφάνια να ακούσουν για την γενναιότητά του.

«Εγώ το βρήκα!», πετάχτηκε κάποια στιγμή και τον διέκοψε με ανυπομονησία η ηλικιωμένη.

«Ποιο;», την ρώτησε.

«Το μωρό! Εγώ το βρήκα!»

«Το παιδί», τους κοίταξε όλους βουρκωμένος.

«Να τ’ αγαπάς. Είναι ορφανό!»

Και όσο του εξηγούσε η ηλικιωμένη πώς βρήκε το μωρό που ούρλιαζε δίπλα στους νεκρούς γονείς του και μόνο ο Θεός ξέρει γιατί δεν το έσφαξαν και αυτό. Και πώς το πήρε και γύρισε στο χωριό και έφτασε στην πόρτα της Δέσποινας και της το άφησε στα χέρια και την παρακάλεσε να το πάρει. Και πώς εκείνη η γυναίκα με την καλή ψυχή το δέχτηκε και το μεγάλωνε σαν δικό της παιδί. Και πώς εκείνο το άγνωστο παιδί το αγκάλιασε όλο το χωριό να χορτάσει αγάπη, να μην του λείψει τίποτα ποτέ ξανά. Όσο του τα έλεγε αυτά, ο Γιώργος κρατούσε τον λυγμό του να μην ξεχυθεί μπροστά τους η ντροπή του και καταλάβουν ότι όλα αυτά δεν τα ήξερε. Και όσο τους κοιτούσε, τόσο σφιγγόταν η καρδιά του, γιατί τότε κατάλαβε γιατί τον θεωρούσαν σπουδαίο. Γιατί είχε την ευλογία μες στο σπίτι του. Είχε για γυναίκα του την Δέσποινα.

Σηκώθηκε και πλήρωσε και τους ευχαρίστησε πολλές φορές πριν βγει από την πόρτα. Κοίταξε μπροστά τον δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι του και ήταν ένα μονοπάτι που έπρεπε να διαβεί σαν άντρας όσο ντροπιασμένος κι αν ένιωθε με τον εαυτό του.

Στάθηκε και χτύπησε την πόρτα και φώναξε το όνομά της. Και η Δέσποινα του άνοιξε και τον κοίταξε απογοητευμένη. Και ο Γιώργος την κοίταζε και δεν μιλούσε, μόνο μάζευε τα δάκρυα που δεν σταματούσαν να τρέχουν από τα μάτια του. Γιατί δεν λύγισε μπροστά στον εχθρό μα μπροστά σε εκείνη τη γυναίκα.

«Νόμιζες ότι…», του είπε και σιχάθηκε στην σκέψη. «Πώς μπόρεσες;»

Την είδε να πλαντάζει στο κλάμα και να φταίει αυτός για τον πόνο που της προκάλεσε. Την έπιασε από τα χέρια και την έσπρωξε πάνω του. Προσπάθησε να την κρατήσει στη αγκαλιά του, μα εκείνη άρχισε να τον χτυπά και να φωνάζει πως μόνο εκείνον αγάπησε και μόνο εκείνος ήταν στην καρδιά της.

«Συγγνώμη, συγγνώμη», της έλεγε ξανά και ξανά και από ντροπή κατέρρευσε στα πόδια της και την παρακαλούσε σαν να ήταν η κάθε πνοή που έβγαινε η τελευταία του.

«Μπαμπά», ψέλλισε η μικρή στην μωρουδίστικη γλώσσα της που μπουσούλησε κοντά τους και χώθηκε και αυτή ανάμεσα στα πόδια της Δέσποινας.

Ο Γιώργος την πήρε στην αγκαλιά του και σηκώθηκε όρθιος. Την κοίταξε στα μάτια. Ήταν ένα πλάσμα φτιαγμένο με όλη την ομορφιά του κόσμου. Σαν την Δέσποινα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως για να στέκεται αντάξιος δίπλα της, έπρεπε να μάθει τι θα πει άντρας. Μπορεί να είχε πάει στον πόλεμο, αλλά είχε παρατήσει την μάχη για εκείνη που αγαπούσε. Θυμήθηκε πως η Δέσποινα έτρεξε ξοπίσω του για να του εξηγήσει. Πως του τραβούσε τα ρούχα για να τον σταματήσει. Και εκείνος δεν έκατσε να ακούσει ούτε μια λέξη από την γυναίκα που ορκιζόταν πως ήταν ο έρωτας της ζωής του. Τελικά, εκείνος την είχε προδώσει σαν να ήταν ο χειρότερος εχθρός της.

«Συγχώρα με και θα είναι η τελευταία φορά που θα το κάνεις», της ορκίστηκε και όντως θα το έκανε.

Η Δέσποινα που είχε μια καρδιά που έβλεπε μέσα στις άλλες ψυχές, είδε την μετάνοιά του. Κοίταξε το παιδί μέσα στα χέρια του και τους αγκάλιασε και τους δύο.

Και ο Γιώργος ήξερε ότι η αγάπη της γυναίκας του τον έκανε σπουδαίο άντρα. Η αγάπη της έκανε εκείνο το άγνωστο παιδί, δικό του για πάντα.

CC

One response to “Το άγνωστο παιδί”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading