Ο Τελευταίος Βαλεντίνος

Η Μίλι κάθισε στο γραφείο της. Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω στα λούτρινα αρκουδάκια με τις κεντημένες καρδούλες στην κοιλιά τους, που έγραφαν όλες την ίδια φράση: «Σε αγαπώ». Πάνω στο ράφι, ένα ξύλινο κουτί έκρυβε αποξηραμένα τριαντάφυλλα: ένα κάθε χρόνο, στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Δίπλα, ήταν ακουμπισμένες ευλαβικά, απειράριθμες κάρτες, γεμάτες ερωτόλογα και υποσχέσεις.

Στην οθόνη του υπολογιστή της ήταν ανοιχτό ένα έγγραφο. Ο κέρσορας αναβόσβηνε. Η Μίλι έφερε τα δάχτυλά της στο πληκτρολόγιο, αλλά τα μάζεψε πίσω αμέσως Το σημείωμα αυτό έπρεπε να είναι χειρόγραφο.

Άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε ένα μπλοκ παλιών, αρωματισμένων χαρτιών αλληλογραφίας. Είχαν καταργηθεί εδώ και χρόνια. Εκείνη όμως είχε κρατήσει ένα για ειδική περίσταση. Και η ειδική περίσταση, όπως όλα τα μοιραία πράγματα, είχε πλέον φτάσει.

Διάλεξε ένα φύλλο που απεικόνιζε μια γαλήνια θάλασσα: ένα μικρό καραβάκι έπλεε, προς έναν ορίζοντα στο χρώμα του τριαντάφυλλου. Το άρωμα του χαρτιού, που θύμιζε θάλασσα ήταν ακόμη ζωντανό.

Έβγαλε μια πένα από το συρτάρι και ξεκίνησε να γράφει:

Στον αγαπημένο μου Βαλεντίνο

***

Ο Γκας κοίταξε το δέμα που του άφησε ο κούριερ. Μόλις διάβασε το όνομα της Μίλι στη θέση του αποστολέα, χαμογέλασε.

«Η μικρή μου…», μουρμούρισε.

Έτσι την αποκαλούσε πάντα, ακόμα κι όταν εκείνη είχε πάψει προ πολλού να είναι μικρή σε οτιδήποτε. Οι εκπλήξεις ήταν η συνήθειά της.

Και οι συνήθειες, σκέφτηκε φευγαλέα, είναι ο πιο ύπουλος τρόπος να δένεις έναν άνθρωπο.

Για μια στιγμή, η σκέψη πως έπρεπε επιτέλους να της πει ότι… ότι δεν μπορούσε άλλο… ότι… προσπάθησε να ξεπηδήσει από το μυαλό του, μα εκείνος την έσπρωξε μακριά σαν ενοχλητική μύγα. Ακούμπησε το πακέτο στο τραπεζάκι του σαλονιού και το άνοιξε βιαστικά. Το πρώτο πράγμα που φάνηκε ήταν ένα κουτί σοκολατάκια σε σχήμα καρδιάς. Τα αγαπημένα του.

Πάνω στο κουτί, ένα μικρό αυτοκόλλητο έγραφε:

Φάε με.

Γέλασε. Έφαγε ένα σοκολατάκι. Και μετά δεύτερο. Και τρίτο.

Μαζί με τα σοκολατάκια υπήρχε ένα μικρό λούτρινο αρκουδάκι και ένας φάκελος που μοσχομύριζε θάλασσα. Ο Γκας ακούμπησε το αρκουδάκι δίπλα του και άνοιξε τον φάκελο. Το σημείωμα ήταν χειρόγραφο. Ξεκίνησε να διαβάζει:

Στον αγαπημένο μου Βαλεντίνο,
Αυτόν που με έπιασε από το χέρι όταν γλίστρησα στο σχολείο.
Αυτόν που από εκείνη τη μέρα δεν έπαψε ποτέ να μου το κρατά.
Αυτόν που με το φιλί του μου έδωσε την ανάσα ζωής που ζητούσα.
Αυτόν που με την αγκαλιά του με ζέσταινε κάθε χειμώνα.
Αυτόν που με τα λόγια του απάλυνε κάθε πληγή μου.

Ο Γκας ένιωσε να φουσκώνει μέσα του από ικανοποίηση. Ναι. Έτσι ήταν. Έτσι έπρεπε να τον θυμούνται. Άπλωσε το χέρι στο κουτί και έφαγε άλλο ένα σοκολατάκι, σχεδόν μηχανικά, και συνέχισε:

Αυτόν που μου χάριζε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Θέλω να φας τόσα σοκολατάκια, όσα τα χρόνια που είμαστε μαζί.

Ο Γκας χαμογέλασε και έριξε μια χούφτα σοκολατάκια στο στόμα του. Γύρισε τη σελίδα στην άλλη πλευρά και συνέχισε να διαβάζει:

Αυτόν που έκανε τα αγκάθια του ρόδου να μου τρυπήσουν την καρδιά.

Σταμάτησε. Το χαμόγελο πάγωσε στο πρόσωπό του. Η γλώσσα του μούδιασε. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Έσπρωξε το κουτί με τα σοκολατάκια πιο πέρα. Τα μάτια του γύρισαν πάλι στο χαρτί.

Αυτόν που ενώ κρατούσε το χέρι μου, τελικά το έσφιξε τόσο πολύ που μου έκοψε το αίμα.
Αυτόν που ενώ με φιλούσε, γέμιζε τις φλέβες μου με το δηλητήριο της προδοσίας.
Αυτόν που ενώ με αγκάλιαζε, έσπαγε τα κόκαλά μου από την πίεση.
Αυτόν που με απάτησε με την καλύτερή μου φίλη.

Ο Γκας ξεροκατάπιε.

Πώς το έμαθε;

Ήθελε να σηκωθεί, να πάρει το κινητό, να της τηλεφωνήσει, να γελάσει νευρικά και να της πει πως ήταν μια παρεξήγηση, πως όλα… Τα πόδια του δεν υπάκουσαν. Σωριάστηκε στο πάτωμα. Ένα κύμα ζάλης τον χτύπησε. Το σώμα του άρχισε να τρέμει από σπασμούς. Το στομάχι του σφίχτηκε σαν κόμπος. Έριξε μια απελπισμένη ματιά στο κουτί.

Τα αγαπημένα του.

Προσπάθησε να πιαστεί από το γραφείο, μα κατά λάθος έσπρωξε το σημείωμα. Εκείνο έπεσε στο πάτωμα και γύρισε μόνο του από την άλλη πλευρά, σαν να ήθελε να του δείξει κάτι ακόμη, πριν τελειώσει ο χρόνος του. Η δεύτερη σελίδα στάθηκε δίπλα στο πρόσωπό του. Και ο Γκας, με την ανάσα κομμένη, πρόλαβε να διαβάσει αποσπασματικά λέξεις που χτυπούσαν σαν σφυριά:

Και τώρα, Βαλεντίνε μου, ας το κάνουμε “σωστά”.
Όπως πάντα σου άρεσε: με κανόνες.
Για κάθε χρόνο που μου έδινες ένα τριαντάφυλλο, πάρε κι ένα σοκολατάκι.

Η όρασή του θόλωνε, μα οι γραμμές συνέχιζαν να χορεύουν μπροστά στα μάτια του:

Γιατί εγώ τα κράτησα όλα.
Τα τριαντάφυλλα τα στέγνωσα.
Τα γράμματα τα φύλαξα.
Τις κάρτες τις ταξινόμησα σαν αποδείξεις.
Και τις νύχτες… τις νύχτες τις ξαναέπαιζα στο κεφάλι μου, μέχρι να δω αυτό που δεν ήθελα να δω.

Δεν μου το είπε κανείς.
Το κατάλαβα από τη βιασύνη σου να κρύψεις το κινητό.
Από το “λάθος όνομα” που σου ξέφυγε μια φορά.
Από το άρωμα που δεν ήταν δικό μου και έμενε πάνω σου.
Από ένα γέλιο στο βάθος μιας κλήσης που νόμιζες πως είχες τερματίσει.
Κι ύστερα… από τη σιωπή. Η σιωπή, δεν λέει ποτέ ψέματα, Γκας.

Θα ήθελα να σου πω πως πονάω ακόμη. Αλλά η αλήθεια είναι άλλη: Δεν πονάω. Έχω ξεπεράσει το σημείο του πόνου.

Είμαι ήρεμη. Όπως η θάλασσα στην εικόνα αυτού του χαρτιού. Μόνο που και η θάλασσα, αν την κοιτάξεις για πολλή ώρα, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι γαλήνια. Κάνει απλώς υπομονή.

Προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι. Να απομακρύνει το χαρτί. Να σταματήσει να διαβάζει. Αλλά η σελίδα έμοιαζε να τον κρατά ακίνητο. Και τότε είδε τη φράση που του πάγωσε το αίμα περισσότερο κι από τους σπασμούς:

Και τώρα, θέλω να ξέρεις κάτι: δεν είσαι μόνος σου.
Ό,τι κι αν κάνεις αυτή τη στιγμή, ό,τι κι αν προσπαθήσεις να σκεφτείς για να ξεφύγεις, εγώ είμαι εδώ.
Σε βλέπω.
Κοίτα το αρκουδάκι σου.
Πάντα σου άρεσαν οι μικρές μου εκπλήξεις.

Το βλέμμα του σύρθηκε προς το λούτρινο αρκουδάκι. Το ένα του μάτι… είχε ένα μικροσκοπικό κόκκινο φωτάκι.

Α, και κάτι τελευταίο, για να κλείσει ο κύκλος όπως πρέπει:
Το τριαντάφυλλο έχει αγκάθια, για να θυμίζει πως ακόμη και το πιο όμορφο πράγμα μπορεί να σε ματώσει, αν το κρατήσεις λάθος. Και τώρα… άσε με να σου κρατήσω εγώ το χέρι, για τελευταία φορά.

Με αγάπη,

Μίλι

***

Η Μίλι τον παρακολουθούσε. Στην οθόνη μπροστά της, η εικόνα ήταν ελαφρώς κοκκώδης. Η μικροσκοπική κάμερα ήταν κρυμμένη στο ένα μάτι του λούτρινου αρκούδου. Τον είδε να πέφτει. Τον είδε να παλεύει. Και τον είδε, να γυρίζει το κεφάλι προς το αρκουδάκι, τη στιγμή που διάβαζε το Σε βλέπω.

Άπλωσε το χέρι της και πήρε ένα μικρό φιαλίδιο με θαλασσινό άρωμα. Το άνοιξε αργά και έφερε το στόμιο κοντά στη μύτη της. Εισέπνευσε μία φορά, βαθιά, σαν να ήθελε να γεμίσει τα πνευμόνια της με κάτι καθαρό, πριν κλείσει οριστικά μια βρώμικη ιστορία.

Στην οθόνη, τα μάτια του Γκας είχαν καρφωθεί στο κόκκινο φωτάκι.

Η Μίλι πάτησε ένα πλήκτρο και η εικόνα πάγωσε. Έμοιαζε σαν να ήθελε να ζητήσει συγγνώμη, σαν να ήθελε να φωνάξει, σαν να ήθελε να πει «όχι».

Μόνο που ήταν αργά. Όλα τα συγγνώμη έρχονται πάντα αργά.

Σηκώθηκε. Έριξε μια τελευταία ματιά στο ξύλινο κουτί με τα αποξηραμένα τριαντάφυλλα. Μετά άνοιξε το κάτω συρτάρι του γραφείου της. Μέσα υπήρχαν μόνο δύο πράγματα: ένα δεύτερο λούτρινο αρκουδάκι και ένας φάκελος που μοσχομύριζε θάλασσα. Πάνω του ήταν ήδη γραμμένο ένα όνομα: εκείνο της καλύτερής της φίλης. Πήρε το δεύτερο δέμα, έσβησε το φως και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Στο σκοτάδι, η οθόνη έμεινε να δείχνει για λίγο ακόμη την παγωμένη εικόνα του Γκας, με το βλέμμα καρφωμένο στο κόκκινο μάτι του αρκούδου, μέχρι που η εικόνα έσβησε κι αυτή.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading