Αργά το βράδυ, λίγες ώρες πριν ξημερώσει η 14η Φεβρουαρίου, τα τέσσερα αδέλφια καθισμένα κάτω στην χειροποίητη, παλιά βελέντζα της μαμάς, γύρω γύρω από το τζάκι, με ένα μπουκάλι κρασί, ταξίδευαν στον χρόνο. Μόλις το μεσημέρι την έθαψαν και τώρα, άγγιζαν την βελέντζα και την έφερναν στο νου τους.
Ήταν πολυπράγμων, καλλιτεχνική φύση, με ευαισθησίες. Στα χέρια τους κρατούσαν τα ποτήρια που εκείνη είχε ζωγραφίσει με χρώμα, όλα αναφορικά με την ημέρα των ερωτευμένων, αλλά και με τα σχέδια που εξέφραζαν το κάθε παιδί της και με καλλιτεχνικά γράμματα τα ονόματά τους. Τα σήκωσαν, τσούγκρισαν και με μια φωνή είπαν “στη μαμά, να αναπαυτεί εκεί που πάει”.
Ο μεγαλύτερος, κοίταξε ψηλά, σα να την έψαχνε κάπου, έπειτα χαμήλωσε το βλέμμα του, αντίκρισε τα βουρκωμένα μάτια των αδερφών του και είπε “είμαι σίγουρος ότι θα είναι χαρούμενη εκεί πάνω, που έφυγε παραμονή της ημέρας που αγαπούσε τόσο. Θυμάστε τι μας έλεγε; ‘Να τον γιορτάζετε τον έρωτα!’. Αχ ρε μανούλα μου, πόση μοναξιά βίωσες, χήρα, μια ζωή ολάκερη…”.
Σήκωσαν ξανά τα ποτήρια τους και το μοναδικό κορίτσι ανάμεσά τους, έκανε μια πρόποση “στον έρωτα, που τον έζησες τόσο λίγο μανούλα μου”.
Ο μικρότερος από τα αδέρφια, πήρε τον λόγο: “η μαμά ήταν ερωτευμένη με τη ζωή! Κι έτσι θα την θυμόμαστε! Με τον μπαμπά δεν έχω μνήμες, αφού πέθανε πριν καλά καλά χρονίσω, αλλά ποτέ δεν επέτρεψε εκείνη να τον ξεχάσουμε. Πάντα η ιστορία αγάπης τους υπήρχε με κάποιο τρόπο στην καθημερινότητά μας. Έχω μια ιδέα! Να θυμηθούμε όλοι μας την καλύτερη ή χειρότερη ημέρα των ερωτευμένων που είχαμε στη ζωή μας, προς τιμήν της!”.
Χαμογέλασαν όλοι, έφεραν κι άλλο μπουκάλι κρασί για απόθεμα, έριξαν ξύλα στο τζάκι και άφησαν το νου και την καρδιά τους να ανακαλέσουν μνήμες αγιοβαλεντινιάτικες. Η νύχτα θα ήταν μεγάλη!
Ο Γρηγόρης, ο μικρότερος, που έδωσε και την ιδέα, σήκωσε το ποτήρι του με το ζωγραφισμένο χελιδόνι που στο ράμφος του κρατούσε μια ολοκόκκινη καρδιά, ήπιε μια γουλιά κι άρχισε την αφήγηση. “Εγώ, ξέρετε, δεν είχα και πολλούς σοβαρούς δεσμούς στη ζωή μου. Από τη μια είμαι αφοσιωμένος στα ζώα που φροντίζω σαν κτηνίατρος και από την άλλη, είμαι και πιτσιρίκι!”. Σταμάτησε να μιλάει και τους κοιτούσε που χαμογελούσαν και κουνούσαν τα χέρια τους, υπονοώντας ότι δεν ήταν. “Με ζηλεύετε ρε, γιατί είμαι ο μόνος που διανύω ακόμα τα πρώτα -άντα, κι ας είναι η τελευταία χρονιά! Οι δύο σας στα δεύτερα -άντα, για να μη μιλήσω για τον μεγάλο! Λοιπόοοοοον, συνεχίζω! Ήμασταν στο τελευταίο έτος στο πανεπιστήμιο και το τμήμα μου ετοίμασε πάρτι την ημέρα των ερωτευμένων. Ο όρος ήταν να είμαστε όλοι ζευγάρια! Να φέρουμε τους συντρόφους μας ή φίλους. Εγώ μπακούρι τότε”.
– Αααααα το θυμάμαι, μου είχες ζητήσει να σε συνοδέψω, πετάχτηκε η αδερφή του.
– Δεν με συνόδεψες όμως!
– Σιγά μην έτρεχα στα Ιωάννινα για το πάρτι σας!
“Αφού λοιπόν εσύ με απαρνήθηκες, κοπέλα δεν είχα, ήμουν αποφασισμένος να μη ψάξω, να μη προτείνω καμία φίλη ή συμφοιτήτρια και θα άραζα σπίτι. Λίγες ώρες μετά, με πήρε τηλέφωνο ο Τάκης. Μου είπε ότι η κοπέλα του, η Έλσα, δούλευε στο μπαράκι εκείνο το βράδυ κι έμεινε κι εκείνος χωρίς ταίρι. Του είπα να έρθει στο σπίτι να αράξουμε παρέα. Πιάσαμε το πλέιστεισον και παίζαμε, όταν ξαφνικά το έκλεισε και μου λέει “σήκω, θα πάμε”. Απόρησα, του υπενθύμισα ότι είμαστε χωρίς συνοδούς και μου ξεφούρνισε το θεϊκό
“θα γίνω εγώ η βαλεντίνα σου, πασά μου!”. Πεθάναμε στα γέλια. Δεν ξέρω πόση ώρα γελούσαμε πιάνοντας την κοιλιά μας. Αυτός όμως το εννοούσε. Δεν δεχόταν το όχι μου, όσο κι αν επέμενα ότι θα μας πάρουν με τις λεμονόκουπες και θα ρεζιλευτούμε. Πήγαμε από το σπίτι του, έβαλε ένα φόρεμα της Έλσας, καλσόν, τα μποτάκια της, το παλτό της, έβαλε κόκκινο κραγιόν, με έπιασε από το μπράτσο και μου είπε “έτοιμη! Μια θεά θα σε συνοδεύσει, άντε πάλι, ατιμούτσικο!”. Τι γέλιο κάναμε! Ήταν γελοίος μέσα στα ρούχα της κοπέλας του ο μ@λ@kas. Ε! Και σκάσαμε μύτη έτσι! Δεν χρειάζεται να σας περιγράψω τι έγινε! Τραβούσαν βιντεάκια, του την πέφτανε και καλά οι άλλοι, οι κοπέλες τους έκαναν ζήλιες, μαλλιοτραβήγματα με τον Τάκη! Να μου φωνάζει “μωρό, θραύση έκανα η ποyt@ν@”. Χορεύαμε και μου τριβόταν, μου έδινε φιλιά στα μάγουλα και με γέμιζε κοκκινάδια, τα άλλα τα γομάρια του φώναζαν να τους φιλήσει κι αυτούς, εγώ είχα αλλάξει συκώτι από τα γέλια. Ήταν μια πολύ διαφορετική γιορτή των ερωτευμένων! Αφήσαμε εποχή! Για πολλά χρόνια στο πανεπιστήμιο, οι επόμενοι φοιτητές μιλούσαν για κείνο το πάρτι!”.
Τα αδέρφια του ζούσαν τις περιγραφές και γελούσαν, σα να ήταν εκεί, εκείνο το βράδυ.
Όταν ήρθε η σειρά της Παυλίνας, σήκωσε το ζωγραφισμένο ποτήρι της με τις πολλές, πολύχρωμες, μικρές καρδιές που φαίνονταν να δαμάζουν τα κύματα και άρχισε την δική της ιστορία. “Εγώ πάλι, φημίζομαι για τους σοβαρούς δεσμούς μου! Μόνο ένας όμως μπόρεσε να καταλάβει ποια είμαι. Γι’ αυτό και τον παντρεύτηκα! Ο γαμπρός σας λοιπόν, εφτά ακριβώς χρόνια πριν, μου πρότεινε να με πάει μια βόλτα στην θάλασσα. Μου έκανε εντύπωση λόγω ώρας, αφού ήταν λίγο πριν τις δώδεκα τη νύχτα και είχε κρύο. Ντυθήκαμε ζεστά, μπήκαμε στο αμάξι και σε είκοσι λεπτά παρκάραμε μπροστά στη θάλασσα. Από το παρμπρίζ φαινόταν κάτι φωτάκια βαθιά στην αμμουδιά. Δεν έδωσα σημασία. Καθώς πλησιάζαμε, δεν πίστευα στα μάτια μου. Μια φουσκωτή σκηνή, με διάφανη τέντα-πόρτα που έβλεπε στη θάλασσα, μας περίμενε. Μέσα, ένα μανιτάρι για θέρμανση, ένα φουσκωτό διθέσιο καναπεδάκι, ένα τραπεζάκι με ένα μπουκάλι κρασί και δύο ποτήρια. Τον ξέρετε, δεν είναι πολύ καλός στα λόγια, αλλά κομπιάζοντας μου είπε: “προσπάθησα να φέρω το λατρεμένο σου καλοκαίρι και την μεγάλη σου αγάπη, την θάλασσα, στην καρδιά του χειμώνα! Θα με παντρευτείς;” κι έβγαλε το κουτάκι με το μονόπετρο. Εκ του αποτελέσματος καταλαβαίνετε ότι είπα “ναι”. Καθίσαμε στο διθέσιο, βάλαμε στο κινητό μουσική, αγναντεύαμε την ανταριασμένη θάλασσα και ένιωθα τόσο ευτυχισμένη…
Τα αδέρφια της περιπαιχτικά, με αποδοκιμαστικά επιφωνήματα την πείραζαν ότι κάτι τέτοια χαλάνε την πιάτσα και ζητάνε όλες παρόμοιες εκπλήξεις!
Όλοι εστίασαν στον Αργύρη και περίμεναν την δική του ιστορία. Εκείνος, με τα ακροδάχτυλά του χάιδευε την βάρκα γεμάτη καρδιές πάνω στο ποτήρι του και έμοιαζε σκεπτικός. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκανε βουτιά στις αναμνήσεις. “Όλοι φυσικά, θυμάστε την Γιώτα”. Το κούνημα των χεριών τους και το ξινισμένο ύφος τους φανέρωνε ότι δυστυχώς την θυμούνταν. “Όπως ξέρετε λοιπόν, στα δυόμιση χρόνια που ήμασταν μαζί, γκρίνιαζε για πολλά. Για την δουλειά μου στα καΐκια, για τα ρούχα μου που μύριζαν, για τα μαλλιά της που δεν ήθελε να αγγίζω για να μη μένει επάνω τους η βρώμα από την ψαρίλα στα χέρια μου, για το ότι έπιανα δουλειά πολύ πρωί και δεν μπορούσαμε να ξενυχτήσουμε, για το ότι δεν έβγαζα πολλά λεφτά και δεν της παρείχα όσα ήθελε, για το ότι οι σύντροφοι των φιλενάδων της ήταν εκλεπτυσμένοι, ευγενικοί, μορφωμένοι και τους μιλούσαν τρυφερά, ενώ εγώ ένας άξεστος, αγριάνθρωπος όπως έλεγε, που δεν μπορούσα να σταθώ πουθενά μαζί τους, στην παρέα τους. Ακριβώς ένα χρόνο πίσω, πέρυσι, τέτοια μέρα, είχα βάλει το κοστούμι του γάμου σου αδερφούλα, είχα κλείσει τραπέζι στο Πευκόραμα και πήγα να την πάρω από το σπίτι της. Όταν άνοιξε την πόρτα, ήταν ακόμα με τις φόρμες. Απόρησα, την ρώτησα γιατί δεν ήταν έτοιμη και μου απάντησε ότι δεν ήθελε να πάμε. Άρχισε την γνωστή επίθεση, ότι είμαι άνθρωπος των σπηλαίων, που δεν εναρμονίζομαι με την παρέα της, που οι φίλες της έφυγαν τριήμερο για του Αγίου Βαλεντίνου με τους δεσμούς τους κι εμείς κολλημένοι στο χωριό. Τότε, έβγαλα το κουτάκι με το δαχτυλίδι, γονάτισα μπροστά της και της ζήτησα να με παντρευτεί. Αλλιώς το είχα φανταστεί, στο εστιατόριο, με κρασί, καλό φαγητό, ότι θα δεχόταν αμέσως με χαρά και συγκίνηση, ότι θα έπεφτε στην αγκαλιά μου και ότι πια θα ήταν ευχαριστημένη. Αντ’ αυτού, για λίγα δευτερόλεπτα κοίταζε το κουτάκι χωρίς να δείχνει κανένα συναίσθημα. Όταν το έβγαλα και έπιασα το χέρι της για να το βάλω στο δάχτυλό της, το τράβηξε και μου είπε με σκληρό ύφος: “όχι! Η απάντηση είναι όχι! Το σκέφτηκα πολύ, Αργύρη. Δεν είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Νιώθω ότι χαντακώνομαι δίπλα σου. Νομίζω ότι και τα δυόμιση χρόνια που σου χάρισα από την ζωή μου, δεν άξιζε. Θα φύγω. Δεν το μπορώ το χωριό. Βρες μια αντάξιά σου και δως της αυτό το φτηνιάρικο δαχτυλίδι”.
Τα αδέρφια του χωρίς ανάσα τον άκουγαν. Δεν είχαν ιδέα για τον τρόπο του χωρισμού τους, για το πώς του φέρθηκε, παρά μόνο ότι η Γιώτα βρήκε δουλειά στην Θεσσαλονίκη και έφυγε. Τον κοιτούσαν που οι μνήμες τον τσαλάκωσαν και όρμησαν επάνω του σε μια αγκαλιά αδερφών. “Είστε η καλύτερη οικογένεια που θα μπορούσα να ζητήσω”, τους είπε και χάθηκε μέσα στην αγκαλιά τους.
Ο μεγάλος αδερφός, ο Λευτέρης, πήρε το ποτήρι του, βύθισε το βλέμμα του στο σήμα της αγαπημένης του ποδοσφαιρικής ομάδας, που περιστοιχιζόταν από πολύχρωμες καρδιές και βούρκωσε πριν καν αρχίσει να αφηγείται. “Η δική μου αγαπημένη μέρα των ερωτευμένων, χρονολογείται πολύ παλιά. Μικρέ, ήσουν νεογέννητο, εσύ αδερφούλα ήσουν δυόμιση χρονών κι εσύ Αργύρη ήσουν πεντέμιση. Εγώ ήμουν δέκα και τερματοφύλακας σε παιδική ομάδα της Ελευθερούπολης. 14 Φεβρουαρίου ήταν το μεγάλο ντέρμπι ανάμεσα στις τότε δύο μεγαλύτερες ομάδες. Κερδίζαμε 1-0 και κόντευε να τελειώσει το ματς, όταν χρεώθηκε με φάουλ ο αμυντικός μας και το έδωσε πέναλτι. Ήμουν εγώ απέναντι στον καλύτερό τους παίκτη και η νίκη ή η ισοπαλία, κρινόταν από το αν το πιάσω ή όχι. Γύρισα πίσω μου, όπου πάντα βρισκόταν ο μπαμπάς και τον κοίταξα αγχωμένος. Μου χαμογέλασε, μου φώναξε: “πίστεψε στον εαυτό σου, όσο πιστεύω εγώ και απόλαυσέ το! Ένα παιχνίδι είναι μόνο!”. Την απέκρουσα τη μπάλα, όλο το γήπεδο ζητωκραύγαζε, οι φίλοι του τον χτυπούσαν στην πλάτη, να τον συγχαρούν, αλλά εκείνος δεν έχανε το βλέμμα μου. Ήμουν τόσο χαρούμενος που κέρδισε η ομάδα μου και που τον έκαναν περήφανο. Στο τέλος του αγώνα, με φίλησε και μου ψιθύρισε: “στις νίκες όλοι θα σε επευφημούν, θα σε πετάνε ψηλά. Στις ήττες θα σε βρίζουν, θα σε γκρεμίζουν άγαρμπα στο έδαφος. Εσύ να θυμάσαι ποιος είσαι! Είμαι περήφανος για σένα γιε μου, είτε αποφεύγεις τα γκολ, είτε μπαίνουν στα δίχτυα και σε αγαπώ πολύ”. Μετά, στο σπίτι, η μαμά είχε το αγαπημένο μου φαγητό και καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι. Ο μπαμπάς, σας είπε το κατόρθωμά μου, εσείς πανηγυρίζατε και η μαμά μας κοίταζε όλους με λατρεία. Βγάλαμε αυτήν την αναμνηστική φωτογραφία”. Άνοιξε το πορτοφόλι του και έβγαλε μια ξεθωριασμένη και φθαρμένη πια, από τα χρόνια φωτογραφία και πέρασε από χέρι σε χέρι. Σιωπηλά, βουρκωμένοι όλοι κοιτάζονταν με συγκίνηση. “Ήταν η τελευταία μας φωτογραφία με τον μπαμπά εν ζωή. Λίγες μέρες μετά μας άφησε”.
“Αυτή η στιγμή, αξίζει μια σέλφι”, πρόσθεσε η Παυλίνα και αγκαλιάστηκαν, με τον Λευτέρη να ακουμπά στο μέρος της καρδιάς την φωτογραφία.
“Θα είναι μαζί πια και θα γιορτάζουν τον έρωτά τους”, είπε ο Γρηγόρης και σήκωσε το ποτήρι του παρακινώντας και τα αδέρφια του.
Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ο Λευτέρης είπε “στον έρωτά τους λοιπόν, τώρα δεν μπορεί να τους χωρίσει κανείς, θα τον γιορτάζουν κάθε μέρα κι όχι μόνο την επίσημη μέρα των ερωτευμένων”.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
