Μανώλης & Βαρβάρα – “Του Αγίου… Βαλεντίνου”

Η Βαρβάρα έστρωσε με απαλές κινήσεις το κόκκινο ταφταδένιο φόρεμά της και χαμογέλασε στο είδωλό της στον καθρέφτη. Πλησίασε λίγο και ακούμπησε ανεπαίσθητα τα κατακόκκινα χείλη της με τον δείκτη του δεξιού της χεριού. Το κραγιόν της ήταν τέλεια τοποθετημένο. Χαμογέλασε ξανά κοιτώντας τα μακριά, κατακόκκινα νύχια της. “Αχ βρε Λούλα μου, θαύματα κάνουν τα χεράκια σου!”, είπε φωναχτά και γύρισε το βλέμμα της στο σαλόνι.

Το άλλοτε μπεζ-καφέ σαλόνι, είχε μεταμορφωθεί σε… φωλιά του έρωτα! Η Βαρβάρα είχε στρώσει τους καναπέδες με κόκκινα καλύμματα και στο τραπέζι είχε αραδιάσει πέταλα λουλουδιών και σοκολατάκια. Μια σαμπάνια πάγωνε στη σαμπανιέρα και δίπλα είχε ακουμπήσει δύο κολονάτα ποτήρια, δεμένα μεταξύ τους με κόκκινη κορδέλα. Είχε σβήσει όλα τα φώτα και πάνω σ’ ένα λαμπατέρ είχε βάλει ένα λεπτό κόκκινο ύφασμα, κάνοντας τον φωτισμό κόκκινο. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε… “μήπως είναι υπερβολικό τόσο κόκκινο; Είναι κι ο Μάνος… πφφφ… σίγουρα θα μου πει ότι το έκανα μπουρδ…”, σκοτείνιασε το βλέμμα της. “Ας τολμήσει!”, είπε αποφασισμένα και κοίταξε το μεγάλο ρολόι στον τοίχο. “Σαν να άργησε…”, σκέφτηκε και με γρήγορες κινήσεις φόρεσε τις μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες της που βρίσκονταν μπροστά της και περπάτησε προς τον καναπέ.

Περπάτησε… τρόπος του λέγειν. Για την ακρίβεια στραβοπάτησε και κόντεψε να προσγειωθεί με τα μούτρα στη σαμπανιέρα. Ευτυχώς πρόλαβε και κρατήθηκε απ’ το μπράτσο του καναπέ. “Ανάθεμα την…”, μουρμούρησε θυμωμένη μέσα απ’ τα δόντια της. “Τι στο καλό; Δεν μπορώ να περπατήσω με τέτοια τακούνια; Εγώ χόρευα ώρες πριν…”, δάγκωσε τα χείλη της ενθυμούμενη πόσα χρόνια είχε να φορέσει τακούνι στιλέτο.

Κάθισε προσεχτικά στον καναπέ και προσπάθησε να βρει μια στάση που να κολακεύει τις γάμπες της, ώστε όταν ο Μανώλης μπει στο σπίτι, να του φανεί τουλάχιστον θεά! Δεν είχε προλάβει να καταλήξει στο πώς θα ήταν καλύτερο να καθίσει, όταν άκουσε κλειδιά στην πόρτα. Τίναξε τα μαλλιά της φιλάρεσκα κι ακούμπησε με την πλάτη στο μπράτσο του καναπέ. Ήταν σίγουρη πως ο Μανώλης θα πάθαινε σοκ με το θέαμα!

Μόνο που αντί για “Wow!”, αυτό που άκουσε ήταν ένα… “Ωχ!”. Σηκώθηκε απ’ τον καναπέ, στραβοπάτησε ξανά με τα τακούνια, τα έβγαλε με γρήγορες κινήσεις κι έτρεξε ξυπόλητη στην πόρτα να δει γιατί ο… Βαλεντίνος της, βογγούσε.

Ο Μανώλης ακουμπούσε με το ένα του χέρι την καρδιά του και με το άλλο το έπιπλο της εισόδου.

– Μάνο μου! Τι… Χριστέ μου, τι έπαθες; φώναξε εμφανώς ταραγμένη

– Η καρδ… Βάνα μου, δεν είμαι καλά… είπε ξεψυχισμένα

Η Βαρβάρα έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά, χωρίς να πει λέξη, τράβηξε το σκαμπό και τον βοήθησε να καθίσει κι αρπάζοντας το κινητό απ’ την τσέπη του, ειδοποίησε (ουρλιάζοντας) για ασθενοφόρο.

Το ασθενοφόρο έφτασε γρήγορα και τους μετέφερε άμεσα στο εφημερεύον νοσοκομείο, που ευτυχώς βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι τους. Η Βαρβάρα έμεινε μόνη στην αίθουσα αναμονής, ενώ τον Μανώλη μετέφεραν οι τραυματιοφορείς με το φορείο στα ιατρεία. “Θεέ μου, ας είναι καλά!”, επαναλάμβανε σαν μάντρα μέσα της μια προσευχή. Δεν κοιτούσε γύρω της, δεν άκουγε τον κόσμο που πηγαινοερχόταν, σχεδόν δεν καταλάβαινε. Στο μυαλό της επαναλαμβανόταν ασταμάτητα οι ίδιες πέντε λέξεις. “Για τον Εμμανουήλ Σαμαρά!”, άκουσε μια γυναικεία τσιριχτή φωνή. “Εμμανουήλ Σαμαράς!”, επανέλαβε η ίδια φωνή κι η Βαρβάρα σαν να ξύπνησε από λήθαργο, πετάχτηκε και έτρεξε προς το μέρος της.

Η γιατρός την κοίταξε περίεργα από πάνω ως κάτω και μόλις εκείνη τη στιγμή η Βαρβάρα συνειδητοποίησε πως φορούσε ακόμη το κόκκινο ταφταδένιο φόρεμα με το ιλιγγιώδες ντεκολτέ και στα πόδια της… παντόφλες. Του Μάνου. Αυτές που βρήκε μπροστά της μέσα στον πανικό της.

– Εγώ… Η γυναίκα του! Πείτε μου, ζει; ρώτησε με αγωνία

Η γιατρός, προσπάθησε να καταπιεί ένα γέλιο που ανέβηκε στα χείλη της και με όσο πιο σοβαρή φωνή μπορούσε, απάντησε: “Ζει. Θα ζήσει. Σε λίγες ώρες θα μπορείτε να φύγετε”, την ακούμπησε καθησυχαστικά στο μπράτσο και επέστρεψε με γρήγορα βήματα στο χώρο των ιατρείων.

Η Βαρβάρα πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο Μάνος της ζει, αυτό είναι το σημαντικό. Κι αν έχει κάποιο πρόβλημα με την καρδιά, θα το αντιμετωπίσουν μαζί. Θα του σταθεί. Θα βρούνε τη λύση. Και δεν θα του ξαναφωνάξει. Δεν θα τον ξαναειρωνευτεί. Δεν θα του σπάει τα νεύρα. Όχι κάθε μέρα τουλάχιστον. “Από σήμερα όλα θα αλλάξουν!”, άρχισε να επαναλαμβάνει σαν μάντρα, πέντε καινούριες λέξεις.

Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα είχε περάσει που βρισκόταν κουλουριασμένη στην άβολη πλαστική καρέκλα της αίθουσας αναμονής, μέχρι που είδε τον Μάνο της να βγαίνει με αργά βήματα απ’ το χώρο των ιατρείων, συνοδευόμενος από έναν νεαρό άντρα με λευκή στολή. Σηκώθηκε απότομα κι έτρεξε πάνω του. “Μάνο! Αγάπη μου! Ζωή μου! Πώς είσαι; Όλα καλά; Η καρδιά σου;”, ρώτησε με αγωνία. “Η καρδιά του είναι καρδιά ταύρου, κυρία μου! Θα σας βασανίζει πολλά χρόνια ακόμη! Για το στομάχι του βέβαια, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά…”, είπε ο γιατρός κι η Βαρβάρα γούρλωσε τα μάτια της αγχωμένη.

– Τι εννοείτε, γιατρέ; Τι έχει ο άντρας μου; Μιλήστε μου καθαρά! Θα τ’ αντέξω! είπε με όση ψυχραιμία μπορούσε να μαζέψει κι αγκάλιασε το μπράτσο του εμφανώς ταλαιπωρημένου Μανώλη

– Ο άντρας σας είναι μια χαρά! χαμογέλασε ο γιατρός. Νόμιζε πως είχε πόνο στην καρδιά, αλλά ήταν απλά αντανάκλαση απ’ τον πόνο στο στομάχι του. Απλώς θα πρέπει να καταλάβει πως στην ηλικία σας, δεν μπορείτε να τρώτε τρία κιλά παϊδάκια και δύο κιλά παντσέτες στην καθισιά! Δεν είναι πια τζάκι το στομάχι, ώστε να καίει ό,τι του πετάμε. Ναι; Ελαφριά διατροφή για τις επόμενες δύο μέρες, πολλά υγρά και να πάρει και το φάρμακο που του έγραψα. Περαστικά σας! είπε χαμογελαστός κι έφυγε

– Παϊδ… τι;;; ρώτησε με μια ανάσα η Βαρβάρα, κοιτώντας τον Μανώλη έντονα στα μάτια

– Να… είπαμε μιας και την Τσικνοπέμπτη, προχτές, δεν καταφέραμε να τσικνήσουμε λόγω δουλειάς, να το κάναμε σήμερα που είναι Σάββατο και ήμασταν πιο χαλαρά… είπε ψιθυριστά ο Μανώλης

– Ψήσατε στο μαγαζί κι έφαγες τρία κιλά παϊδάκια και δύο κιλά πανσέτες; ρώτησε η Βαρβάρα κι ήταν εμφανές πως βρισκόταν στα όρια νευρικού κλονισμού

– Υπερβολές των γιατρών καρδούλα μου, έλα, πάμε σπίτι μας… της είπε μαλακά και την έπιασε απ’ το χέρι για να προχωρήσουν

– Και είπε “στην ηλικία ΜΑΣ;”. Μας;;; Με είπε γριά, εξαιτίας σου;;;

– Εκ παραδρομής, μωρό μου! Μικρό παιδί είναι και… 

– Σε περίμενα να γιορτάσουμε την γιορτή των ερωτευμένων, είχα στήσει σκηνικό αγάπης, ντύθηκα θεά του έρωτα για να σε σαγηνεύσω κι εσύ έτρωγες ψητά και τζατζίκια στο μαγαζί; σχεδόν του ούρλιαξε

– Τζατζίκι δεν… πήγε να δικαιολογηθεί

– Βρωμάς σκόρδο από χιλιόμετρα! τον διέκοψε με νευρική φωνή

– Ναι αγάπη μου, το παραδέχομαι, φάγαμε και λίγο τζατζικάκι… Αλλά το σκόρδο κάνει καλό στην καρδιά, δεν άκουσες τι είπε ο γιατρός; Καρδιά ταύρου! προσπάθησε να ελαφρύνει το κλίμα. Έλα Βανούλα μου, πάμε σπίτι να γιορτάσουμε τον έρωτά μας!

– Τον ποιο μας; Απόψε θα κοιμηθείς στον καναπέ! Και όλη την επόμενη εβδομάδα θα τρως μόνο νερόβραστο ρύζι και πατάτες! τον κοίταξε με δολοφονικό βλέμμα

– Μα, Βανούλα μου…

– Περπάτα! σχεδόν τον διέταξε και με γρήγορα βήματα άρχισε να προχωράει προς την έξοδο.

*****

– Δηλαδή, να μην έρθω στο κρεβατάκι μας, να κάνουμε αγκαλίτσες, μέρα που είναι;

– Σου θυμίζω, πως το εφημερεύον βρίσκεται πολύ κοντά στο σπίτι μας. Αν σηκωθείς απ’ τον καναπέ και πλησιάσεις στην κρεβατοκάμαρα, σου ορκίζομαι πως θα το ξαναεπισκεφτείς απόψε! του φώναξε κι έκλεισε τα φώτα

Κική Γιοβανοπούλου

***Αν θα ήθελες να διαβάσεις κι άλλες ιστορίες με την Βαρβάρα & τον Μανώλη, πάτα ένα like!***

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading