Ανεβάζει χειρόφρενο, σβήνει φώτα, μηχανή και λύνει τη ζώνη της. Κατεβαίνει από το αυτοκίνητο. Χαμογελώντας ευγενικά ανοίγει το καπάκι της βενζίνης και ζητάει από τον υπάλληλο του βενζινάδικου: “20 ευρώ απλή, παρακαλώ”.
“Αμέσως!”, απαντά ο νεαρός και αφού πατά το ποσό στην αντλία, φέρνει τη μάνικα στην υποδοχή και ρωτά την Λίνα: “Πώς είστε;”.
Εκείνη ξαφνιασμένη απαντά “Καλά, εσείς;”.
“Καλά. Σας βλέπω χαρούμενη γι’ αυτό ρωτάω”.
“Χαρούμενη;”, ρωτά ξανά ξαφνιασμένη και κοιτά αλλού. “Αφού έτσι φαίνεται, πάλι καλά, γιατί πραγματικά κουβαλάω πολλά. Αλλά ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια”.
“Δεν κάνει τίποτα. Καληνύχτα”.
Η Λίνα του χαμογέλασε και μπήκε στο αυτοκίνητο. Φεύγοντας σκέφτηκε ποσό της είχε λείψει ένας καλός λόγος…
Το επόμενο πρωί, στην καθιερωμένη της ώρα, βρισκόταν στη καφετέρια για να πάρει τον καφέ της στο χέρι και να πάει στο μαγαζί με ρούχα που διέθετε η ίδια. Κρατώντας τον καφέ κι ενώ περπατούσε στο δρόμο, άκουσε κάποιον να φωνάζει “Περίμενε!” . Όταν αυτό επαναλήφθηκε δύο φορές ακόμη, επιβράδυνε το βήμα της και σταματώντας γύρισε πίσω. Είδε τον άντρα από χθες το βράδυ να την πλησιάζει με γρήγορο βήμα, ώσπου τελικά την έφτασε και στάθηκε μπροστά της.
“Καλημέρα”, του είπε κάπως δειλά.
“Καλημέρα. Ήθελα να σε προλάβω να σου κεράσω τον καφέ. Δεν τα κατάφερα. Αλλά κάπως έπρεπε να σε δω”.
Τα μάγουλα της Λίνας κοκκίνισαν.
“Γιατί;”, ρώτησε με θάρρος.
“Το χαμόγελό σου χτες… ήταν μια υπενθύμιση ότι υπάρχει ακόμα ομορφιά στον κόσμο”.
“Υπερβάλλεις”, απάντησε και γέλασε αμήχανα η Λίνα. “Αντίστοιχα και οι καλοί σου τρόποι, λοιπόν”.
“Αφού δεν τα κατάφερα με τον καφέ, να προτείνω ένα ποτό; Απόψε;”.
“Ξέρεις… δουλεύω πολλές ώρες και μένω μακριά. Δεν ξέρω αν θα προλάβω. Καλύτερα έναν καφέ αύριο;”.
“Εντάξει. Αύριο στις 9”.
“Έγινε! Ε…”.
“Στέφανος”, την πρόλαβε και άπλωσε το χέρι του.
“Λίνα”, συστήθηκε και έσφιξαν ο ένας το χέρι του άλλου. Αυτή η μικρή επαφή ήταν αρκετή για να νιώσει ένα ηλεκτρικό ρεύμα να τη διαπερνά από το δεξί της χέρι σε όλο της το σώμα.
“Αύριο στις 9”, επανέλαβε ο Στέφανος και έφυγε με γρήγορο βήμα για το πρατήριο που βρισκόταν απέναντι από την καφετέρια.
Η Λίνα μετά από λίγα λεπτά έφτασε στο μαγαζί και αφού ξεκλείδωσε και τακτοποίησε τα πράγματά της, έβαλε μουσική και στάθηκε στην είσοδο για να παίρνει αέρα. Τον είχε ανάγκη, τώρα, πιο πολύ από ποτέ.
Την προσπάθειά της να μην σκέφτεται τίποτα, διέκοψε η αδερφή της, η οποία ήρθε σαν σίφουνας για να διαλέξει ρούχα για το αποψινό πάρτι.
“Θα έρθεις, δεν το συζητώ! Να γνωρίσεις και κανέναν άνθρωπο! Κι εμείς χωρίσαμε, όμως προχωρήσαμε”.
“Άσε μας ρε Μάρθα! Μια χαρά είμαι στη ρουτίνα μου!”.
“Έχεις καταλάβει ότι είσαι μόλις τριάντα πέντε; Δηλαδή για την υπόλοιπη ζωή σου, επειδή σε παράτησε ο ακατανόμαστος, θα τη περάσεις στη ξηρασία;”.
Η Λίνα γούρλωσε τα μάτια. “Πώς μιλάς έτσι μωρέ;”.
“Αν θες να σταματήσω να λέω την αλήθεια, έλα για λίγο σήμερα το βράδυ. Ο Κυριάκος έχει καλέσει πολύ κόσμο”.
“Αχ, τα προβλήματά σας να είχα ρε Μάρθα! Τι να με κάνετε εμένα εκεί;”.
“Λοιπόν!”, είπε σε δυνατό τόνο η Μάρθα και συνέχισε: “θα πάρω αυτό το καφέ φόρεμα με τα στρας και το σκίσιμο. Βρες κι εσύ κάτι σέξι και έλα απόψε στις 11 στου Κυριάκου. Αλλιώς θα φας κι άλλη γκρίνια”.
Η Λίνα γέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. “Για μια ώρα μόνο”.
“Έκλεισε”, αναφώνησε η Μάρθα, έβαλε το φόρεμα σε μια σακούλα του μαγαζιού και έφυγε.
Ευτυχώς επακολούθησε αρκετή πελατεία και η ώρα πέρασε πολύ γρήγορα. Στις εννιά έκοψε και την τελευταία απόδειξη. Πήρε τις εισπράξεις, έκλεισε φώτα και ρολά και πήρε τον δρόμο για το αμάξι. Κοιτάζοντας το κινητό της είδε την ώρα. Ήταν ήδη εννιάμιση και χρειαζόταν περίπου μισή ώρα με το αυτοκίνητο για να φτάσει σπίτι. Υπολόγισε το ντουζ, τις ετοιμασίες και την απόσταση και τα μαθηματικά δεν έβγαιναν. “Δεν θέλω να πάω καθόλου”, είπε ξεφυσώντας ενώ έβαζε τη ζώνη της. Τελικά, έφτασε στις εντεκάμιση στο σπίτι του Κυριάκου που γινόταν το πάρτι, αφού οι αναπάντητες και τα μηνύματα από τη Μαρθα είχαν πάρει φωτιά.
“Ήρθες!”, φώναξε με χαρά και την αγκάλιασε σφιχτά. “Θα περάσεις υπέροχα! Η μουσική είναι σούπερ και τα ποτά μπόμπα!”.
“Όντως τα μπιτάκια είναι πολύ καλά. Όσο για τα ποτά… δεν θα πιώ. Θέλω να γυρίσω σπίτι μου”.
“Έχει πορτοκαλάδες στο ψυγείο”, της απάντησε με κοροϊδευτικό ύφος και επέστρεψε στην αγκαλιά του Κυριάκου. Η Λίνα τους πλησίασε και του ευχήθηκε χρόνια πολλά. Έπειτα, πήρε ένα κλειστό μπουκάλι νερό και βγήκε στο μπαλκόνι. Από το πρωί δεν ένιωθε καλά, γιατί περίμενε να αδιαθετήσει και τις ζαλάδες συνόδευε και ο πόνος στη κοιλιά τώρα.
Ξαφνικά διπλώθηκε στα δύο και οι σπασμοί που ένιωθε χαμηλά στην κοιλιά της ήταν αφόρητοι. Δάκρυζε και πάλευε να ξεδιπλωθεί μήπως και καταφέρει να γυρίσει σπίτι της. Η Μάρθα την πήρε είδηση και έτρεξε κοντά της.
“Τι έπαθες; Περίοδος;”.
“Μάλλον ναι”, είπε κλαίγοντας τώρα η Λίνα και την παρακάλεσε να τη βοηθήσει να πάει μέχρι το αυτοκίνητο.
“Δεν θα είσαι με τα καλά σου! Θα πάμε στον πάνω όροφο που δεν είναι κανείς, να κάνεις ένα καυτό μπάνιο και να ξαπλώσεις στον ξενώνα”.
Η Λίνα δεν πρόλαβε να απαντήσει, λιποθύμησε!
Όταν άνοιξε τα μάτια της, μετά από ώρες, βρισκόταν σε ένα μικρό λευκό δωμάτιο, ξαπλωμένη σε ένα διπλό κρεβάτι με μια καυτή θερμοφόρα στο ύψος της κοιλιάς της, δεξιά της υπήρχε ένα κομοδίνο κι απέναντι η πόρτα και αριστερά το wc. Ένιωθε πολύ καλύτερα και όταν έκατσε καθιστή, κατάλαβε ότι δεν φορούσε τα ρούχα της, αλλά ένα αντρικό πουκάμισο, που της ήταν φαρδύ, και τα εσώρουχά της. Τότε διαπίστωσε ότι όλα γύρω μύριζαν λεβάντα, κάτι που την κρατούσε ήρεμη. Δεν είχε διάθεση να αφήσει το μαξιλάρι της, οπότε ξανασύρθηκε στα παπλώματα μήπως και καταφέρει να ανακαλέσει τι είχε γίνει χτες. Μετά από προσπάθεια, θυμήθηκε ότι το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν την αδελφή της να φωνάζει: “Έναν γιατρό!” και μετά ξύπνησε εδώ.
“Άρα, είμαι στον ξενώνα”, μονολόγησε. “Το ερώτημα είναι πού είναι τα ρούχα μου και πού βρέθηκε ο γιατρός…”.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Μάρθα.
“Καλημέρα. Πώς είσαι;”.
“Συγνώμη που σας το χάλασα”.
“Δεν μας χάλασες τίποτα. Εμείς χορέψαμε, κόψαμε τούρτα, ξενυχτίσαμε… Να είναι καλά εκείνος ο άγιος άνθρωπος που ήξερε ακριβώς τι να κάνει και μας διαβεβαίωσε ότι θα ξυπνήσεις ήρεμη”.
“Έχει ο Κυριάκος φίλο γιατρό;”
“Όχι ακριβώς. Αλλά καλύτερα να στα πει ο ίδιος. Σου έφερα και ένα σετ φόρμες να αλλάξεις, γιατί το πουκάμισο είναι του Κυριάκου. Να του πω να περάσει σε λίγο; Θέλει να σε ξαναδεί”.
“Ναι, φυσικά”.
Μετά από ένα τέταρτο περίπου, η Λίνα είχε καταφέρει να σηκωθεί από το κρεβάτι, να πάρει τα χάπια της και να αλλάξει. Μόλις έκλεισε το φερμουάρ της ζακέτας της φόρμας, ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα.
“Περάστε”, είπε και το χαμόγελό της πάγωσε.
“Έφερα τον καφέ”, είπε ο Στέφανος χαμογελώντας. Πλησίασε και ακούμπησε τη βάση με τους καφέδες στο κομοδίνο “Πώς είσαι;”.
“Εσύ με βοηθήσεις χτες; Εκτός από υπάλληλος σε πρατήριο είσαι και γιατρός;!”.
Ο Στέφανος γέλασε και το κάτασπρο χαμόγελο του την μαλάκωσε.
“Ξέρω από πρώτες βοήθειες”
“Είναι οι σπασμοί περιόδου πρώτες βοήθειες;”, ρώτησε όλο απορία η Λίνα.
“Ε δεν είναι; Δεν γνωρίζουν όλοι πώς να το αντιμετωπίσουν άμεσα, αλλά για καλή σου τύχη εγώ ξέρω”.
“Άρα στάθηκα τυχερή… Σε ευχαριστώ!”.
“Μην το ξαναπείς. Πώς είσαι τώρα;”.
“Πονάω, αλλά είναι υποφερτό”.
“Να σε αφήσω τότε να πιείς τον καφέ σου”.
“Έκανες τόσο κόπο να τον φέρεις, μόνη μου θα τους πιώ και τους δύο; Εξάλλου, έχουμε και μερικά πράγματα που θα πρέπει να συζητήσουμε”.
“Όπως;”, ρώτησε ο Στέφανος και έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι
“Αρχικά πώς βρέθηκες εδώ;”, ρώτησε όλο ενθουσιασμό η Λίνα και ήπιε τη πρώτη γουλιά καφέ, αφήνοντας να φανεί η ικανοποίηση στο χαμόγελό της.
“Είμαι φίλος ενός συμπαίκτη του Κυριάκου στο μπάσκετ και αφού δεν πήγαμε μαζί για ποτό, κατέληξα εδώ. Ξέρεις τώρα πως είναι τα ανοιχτά πάρτι”.
Η Λίνα χαμογέλασε.
“Εσύ από ό,τι κατάλαβα είσαι η αδερφή της Μάρθας, σωστά;”.
Πριν προλάβει να απαντήσει, την έπιασαν δυνατοί πόνοι στην κοιλιά και διπλώθηκε στα δύο. Άρχισε να κλαίει και παρακαλούσε τον Στέφανο να την βοηθήσει.
“Ξάπλωσε, έρχομαι”, της είπε και πήγε στο μπάνιο. Έφερε ένα έλαιο με λεβάντα που είχε βρει και χτες το βράδυ εκεί και έκατσε δίπλα της.
“Σε παρακαλώ, προσπάθησε να φέρεις το σώμα σου ανάσκελα”.
Η Λίνα έσφιξε τα δόντια και ξεδιπλώθηκε. Πόναγε πάρα πολύ και οι σπασμοί γίνονταν όλο και πιο έντονοι. Ο Στέφανος της ζήτησε να κατεβάσει το παντελόνι και το εσώρουχο κάτω από την κοιλιά. Ρύθμισε τη θερμοφόρα στη τελευταία σκάλα και έτριψε τα χέρια του με το έλαιο. Αφού ζεστάθηκαν αρκετά, άρχισε να της κάνει μασάζ σε συγκεκριμένα σημεία ψηλά και χαμηλά στην κοιλιακή χώρα. Μετά από λίγα λεπτά οι πόνοι υποχώρησαν αισθητά και η Λίνα ηρέμησε, αν και από τα αναφιλητά προσπαθούσε ακόμα να βρει την ανάσα της.
“Όλα καλά τώρα”, της είπε με ήρεμη φωνή και της ανέβασε τα ρούχα.
“Ντρέπομαι… Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω…”.
“Γιατί ντρέπεσαι; Όπως σου είπα, μπορώ να αντιληφθώ το μέγεθος του πόνου και την αιτία, αν με ρωτάς, γι’ αυτό και γνωρίζω πώς να το αντιμετωπίσω”.
“Τότε θα πρέπει να μου παραδώσεις μαθήματα, γιατί πραγματικά τόσα χρόνια συντηρούμαι με χάπια και θερμοφόρες. Το κόλπο με τη λεβάντα δεν το ήξερα…”.
“Δεν είναι κόλπο. Η λεβάντα έχει καταπραϋντικές ιδιότητες. Ακόμα και που την μυρίζεις, καλμάρει το νευρικό σύστημα και χαλαρώνει τους μύες. Πόσο μάλλον με την επαφή… Τι;”. Η Λίνα τον κοίταζε με ύφος κουταβιού και το στόμα μισάνοιχτο. Έκλεισε το στόμα της, κατάπιε και του είπε: “Δεν έχω ξαναγνωρίσει άντρα που να δείχνει τέτοια κατανόηση και να έχει τέτοιες γνώσεις σε ένα θέμα – ταμπού”.
“Είσαι τυχερή τότε που δεν είμαι στενόμυαλος”.
Γέλασαν μαζί. Ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι του πάνω στη κοιλιά της. Η Λίνα το κράτησε εκεί και τον πλησίασε. Οι ανάσες τους ήταν καυτές και τα βλέμματά τους εξέπεμπαν ηλεκτρισμό. Κάνεις από τους δύο δεν γινόταν να συγκρατηθεί άλλο. Έσκυψε και ακούμπησε τα χείλη της πάνω στα δικά του. Η γεύση από μέντα και καφέ κατέκλυσε το στόμα της και έπειτα όλες τις αισθήσεις της. Αφέθηκε με πάθος στο φιλί τους. Το ίδιο και ο Στέφανος. Όταν άνοιξαν τα μάτια τους και απομάκρυναν ο ένας τα χείλη του από τον άλλον, εκείνος έσκυψε και φίλησε την κοιλιά της. Η Λίνα χαμογέλασε.
“Τώρα, όντως, είναι όλα καλά”, είπε και ξάπλωσαν αγκαλιά. Μετά από ένα λεπτό είχε βυθιστεί σε βαθύ ύπνο, νιώθοντας απόλυτη ασφάλεια στα χέρια του Στέφανου.
Αγγελική Ανδριοπούλου
