Πλασμένοι για τον ουρανό

Η μικρή Ιόλη διάβαζε μια ιστορία καθισμένη σε ένα παγκάκι στον προαύλιο του νοσοκομείου. Ο ήλιος έλαμπε από πάνω της και γυάλιζε τις σελίδες του βιβλίου. Φορούσε μια παιδική ρόμπα και τις παντόφλες της. Κοίταξε το χέρι της με τις μικρές τρυπούλες, τις γάζες και τα καλώδια. Σήκωσε τα μάτια να δει την μαμά της που στεκόταν ακόμα στην ουρά του κυλικείου. Εκείνο το πρωινό, δεν είχε πολλή όρεξη να φάει, αλλά η μαμά της δεν το διαπραγματεύτηκε και την έπεισε να βγει από το δωμάτιο.

«Το φαγητό σου δίνει δύναμη», έτσι της είπε και ήλπιζε ο καθαρός αέρας να της ανοίξει την όρεξη.

Η μικρή είχε δει την μαμά της να μετράει ψιλά στην χούφτα της. Δεν ήξερε πόσο κόστιζε το πρωινό, η διαμονή, οι νοσηλείες, τα φάρμακά της. Όταν ρώτησε την μαμά της εκείνη της απάντησε με ένα χαμόγελο.

«Μη σε ανησυχούν τα χρήματα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ούτε αυτά που έχουμε εμείς»

Η Ιόλη πάντα σκεφτόταν αυτούς τους ανθρώπους που δεν τους ήξερε και δεν τους είχε συναντήσει ποτέ. Πόσο δύσκολη πρέπει να ήταν η ζωή τους. Φανταζόταν ότι δεν είχαν ψιλά στην χούφτα τους όταν στέκονταν έξω από ένα κυλικείο. Το σποράκι που της φύτεψε η μαμά της, το πότιζε κάθε μέρα με την προσευχή της. Μέχρι που ήρθε η ώρα να ανθίσει.

Ένας άγνωστος άντρας έκατσε δίπλα της και την τρόμαξε. Βγήκε απότομα από τις σκέψεις της και τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της. Ήταν απορροφημένος στο κινητό του και πατούσε με βιασύνη τα πλήκτρα. Δεν τον είχε ξαναδεί στο νοσοκομείο. Ευχήθηκε να μην ήταν κάτι σοβαρό. Ό,τι κι αν είχε να περνούσε γρήγορα.

«Γειά σου», της συστήθηκε τελικά. «Είμαι ο Βασίλης. Πώς σε λένε εσένα;»

«Ιόλη»

«Ωραίο όνομα!»

«Και το δικό σου ωραίο είναι», του απάντησε αυθόρμητα και τον έκανε να γελάσει. «Είσαι νέος εδώ; Δεν σε έχω ξαναδεί»

«Ναι. Ο μπαμπάς μου… Είναι άρρωστος», δυσκολεύτηκε να το ξεστομίσει.

«Ελπίζω να γίνει καλά»

«Ίσως δεν γίνει…», είπε χαμηλόφωνα, αλλά το μετάνιωσε γιατί δεν ήθελε να φοβίσει την μικρή. Κατάλαβε ότι το νοσοκομείο ήταν ένα μέρος που το ήξερε πολύ καλά.

«Και ο δικός μου μπαμπάς έχει πεθάνει. Αλλά να ξέρεις θα είναι πάντα μαζί σου. Αν το πιστέψεις, θα τον βλέπεις και θα τον ακούς. Θα έρχεται στα όνειρά σου και θα σε συμβουλεύει. Έτσι κάνει εμένα ο μπαμπάς μου. Μου μιλάει από τον ουρανό!»

Χωρίς να καταλάβει και ο ίδιος πώς έγινε, τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν ποτάμια. Δεν μπορούσε να τα σταματήσει και σηκώθηκε και έφυγε αναστατωμένος.

«Τι έγινε;», πλησίασε η μαμά της που είδε την σκηνή. Άφησε το πακέτο με τα κουλουράκια στο παγκάκι και πήρε το παιδί της στην αγκαλιά της.

«Συγγνώμη, μαμά. Δεν ξέρω… Δεν έπρεπε να του πω για τον μπαμπά»

«Ίσως κάποιος δικός του άνθρωπος είναι άρρωστος και πόνεσε. Είναι φυσιολογικό, αγάπη μου, δεν πειράζει, δεν το ήξερες»

«Ήξερα ότι ο μπαμπάς του είναι άρρωστος»

«Δεν ήξερες όμως πόσο άντεχε η καρδιά του»

Λίγα λεπτά αργότερα, ο άντρας επέστρεψε και ήταν ακόμα τα μάτια του δακρυσμένα. Στάθηκε μπροστά τους και συστήθηκε στην μαμά της. Έκατσε στο παγκάκι μαζί τους και για πρώτη φορά άνοιξε την καρδιά του. Ομολόγησε πόσο φοβόταν να χάσει τον πατέρα του. Πως δεν ήταν έτοιμος. Όμως κανείς δεν είναι.

«Ελπίζω να πάνε όλα καλά», τον παρηγόρησε η Μαρία, η μαμά της μικρής και εκείνη η αγκαλιά που του έδωσε ήταν ό,τι χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή αυτός ο άνθρωπος. «Πρέπει να επιστρέψουμε στο δωμάτιο», είπε μαλακά στην κόρη της.

«Εντάξει, μαμά. Α! Κύριε Βασίλη, την επόμενη Κυριακή είναι τα γενέθλιά μου! Θα έρθεις στο δωμάτιό μου να σβήσουμε την τούρτα;»

Η ερώτησή της τον ξάφνιασε. Αυτό το κορίτσι ήταν πιο ώριμο και συγκροτημένο στα δέκα του χρόνια από ό,τι ήταν αυτός στα σαράντα πέντε του. Είχε τον δικό της τρόπο να βλέπει τα πράγματα και δεν άφηνε την ζωή να την ρίξει κάτω. Είχε αντέξει τόσο πόνο κι όμως δεν άφηνε το σκοτάδι να την μαυρίσει. Και το φως που είχε μέσα της το μοίραζε και στους γύρω της.

«Φυσικά και θα έρθω! Τι δώρο θες για τα γενέθλιά σου;»

«Μμμμ… Δεν ξέρω. Ό,τι θες!»

«Θέλω να διαλέξεις εσύ αυτό που επιθυμείς. Και μην σκεφτείς το κόστος. Αυτό δεν είναι πρόβλημα για εμένα. Ό,τι ευχαριστεί την καρδιά σου να διαλέξεις»

Έτσι χωρίστηκαν με την υπόσχεση να ιδωθούν ξανά. Εκείνος περίμενε μια απάντηση για το δώρο της μικρής. Και ένα θαύμα για τον πατέρα του. Ένα θαύμα που νόμιζε ότι δεν θα έρθει ποτέ.

Ο πατέρας του δεν τα κατάφερε και έφυγε από την ζωή. Ο Βασίλης όμως συνέχισε να πηγαίνει στο νοσοκομείο. Και ο μόνος λόγος ήταν αυτό το μικρό κοριτσάκι. Έβλεπε τον αγώνα της και έπαιρνε κουράγιο για τον δικό του. Έβλεπε την μάνα της πώς στεκόταν βράχος δίπλα της και έπαιρνε θάρρος να συνεχίσει και αυτός.

Την απάντηση που του έδωσε η μικρή για το δώρο που ήθελε, δεν την περίμενε. Με μια δεύτερη σκέψη όμως ήταν ακριβώς όσα είχε στην καρδιά της η Ιόλη.

«Φαγητό για όσους δεν έχουν!»

«Φαγητό για όσους δεν έχουν», επανέλαβε. «Σύμφωνοι!»

Έτσι έγινε και μια εβδομάδα αργότερα, σε εκείνο το δωμάτιο του νοσοκομείου, το κορίτσι έσβησε μια τούρτα με δέκα κεράκια. Αμέσως μετά, ο καλός της φίλος, που ήρθε τόσο απρόσμενα στην ζωή της, εκπλήρωσε την υπόσχεσή του. Βγήκε στους δρόμους και μοίρασε σε όλους τους ανθρώπους που το είχαν ανάγκη, πακέτα με φαγητό γεμάτα αγάπη και ζεστασιά. Και εκεί, σε αυτούς τους ανθρώπους, είδε το θαύμα που νόμιζε ότι δεν θα ζούσε ποτέ. Αυτός τους έδινε φαγητό και εκείνοι του έδιναν την ευχή τους. Και αυτό ήταν το πιο ακριβό δώρο που πήρε στην ζωή του.

Ο άντρας δεν ξέχασε ποτέ πόσο μεγάλη ευλογία ήταν που την γνώρισε. Γιατί όσοι είναι πλασμένοι για τον ουρανό, έρχονται εκεί που δεν το περιμένεις και σε τυλίγουν με τα φτερά τους λίγο πριν πετάξουν μακριά για πάντα.

******
«Δώσε ψωμί και πάρε παράδεισο. Δώσε μικρά και πάρε μεγάλα. Δώσε θνητά και πάρε αθάνατα. Λύτρο της ψυχής είναι η ελεημοσύνη».
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.

******

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές 👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading