Στην άκρη ενός ξεχασμένου χωριού, εκεί όπου το δάσος έγερνε σαν να άκουγε μυστικά,
υπήρχε ένα πηγάδι δίχως όνομα.
Οι γέροντες έλεγαν πως είχε ανοιχτεί στα χρόνια της Οδύσσειας, όταν ακόμα οι θεοί περπατούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους και το χώμα θυμόταν τα βήματά τους.
Το νερό του ήταν διάφανο σαν γυαλί και κρύο σαν ανάσα χειμώνα. Μα όποιος έσκυβε και έπινε, ένιωθε την καρδιά του να δυναμώνει. Οι ρυτίδες μαλάκωναν, τα γόνατα σταματούσαν να τρίζουν και τα μάτια ξανάβρισκαν το φως τους. Κι έτσι γεννήθηκε ο μύθος: «Το πηγάδι χαρίζει χρόνια».
Στην αρχή οι χωρικοί πήγαιναν διστακτικά. Έπειτα, άρχισαν να πηγαίνουν συχνά. Κανείς δεν πέθαινε πια νέος….
Οι ασθένειες καθυστερούσαν και οι κηδείες έγιναν σπάνιες.
Μα μαζί με τα χρόνια, μεγάλωνε και κάτι άλλο: Μια αόρατη σκιά.
Η πρώτη που το κατάλαβε ήταν η Άννα, ένα κορίτσι που είχε πιει νερό από παιδί. Είχε περάσει τα ογδόντα και έμοιαζε σαράντα.
Οι φίλοι της από τα γύρω χωριά είχαν φύγει από τον κόσμο, μα εκείνη έμενε. Έμενε και θυμόταν. Θυμόταν τόσα πολλά που το κεφάλι της βάραινε σαν πέτρα δεμένη στον λαιμό.
Ένα βράδυ, πλησίασε το πηγάδι μόνη. Το φεγγάρι καθρεφτιζόταν στο νερό, μα το είδωλό της δεν φαινόταν. Μόνο σκοτάδι.
Τότε άκουσε μια φωνή από τα βάθη: «Δεν χαρίζω χρόνια», ψιθύρισε το νερό. «Απλώς τα παίρνω από αλλού».
Η Άννα κατάλαβε πως κάτι γινόταν. Στα γειτονικά χωριά, οι άνθρωποι πέθαιναν νωρίτερα. Τα παιδιά γεννιούνταν αδύναμα. Και οι σοδειές μαραίνονταν…
Το πηγάδι δεν δημιουργούσε ζωή — την μετέφερε.
Κι όσο περισσότερο έπιναν οι χωρικοί, τόσο πιο βαθύ γινόταν το πηγάδι και τόσο πιο πεινασμένο.
Την επόμενη μέρα, η Άννα στάθηκε στην πλατεία και είπε την αλήθεια. Κανείς δεν την πίστεψε. Ή μάλλον, κανείς δεν ήθελε να την πιστέψει.
Γιατί ποιος εγκαταλείπει την υπόσχεση της μακροζωίας;
Έτσι, εκείνη τη νύχτα, πήγε μόνη της ξανά. Πήρε πέτρες και χώμα και άρχισε να το γεμίζει. Όσο έριχνε, άκουγε το νερό να ουρλιάζει. Το χώμα έτρεμε, μα δεν σταμάτησε…
Το ξημέρωμα, το πηγάδι είχε κλείσει.
Και τότε, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο χρόνος κύλησε κανονικά. Οι άνθρωποι άρχισαν πάλι να γερνούν, να φοβούνται, να αγαπούν βιαστικά και να ζητούν συγγνώμη πριν να είναι αργά.
Η Άννα γέρασε μέσα σε λίγους μήνες. Τα μαλλιά της άσπρισαν, και το δέρμα της ζάρωσε. Μα πριν κλείσει τα μάτια της, χαμογέλασε. Γιατί είχε καταλάβει αυτό που οι άλλοι αγνόησαν: Δεν είναι η μεγάλη ζωή που δίνει αξία στον άνθρωπο. Είναι το ότι κάποτε τελειώνει.
Και κάποιες νύχτες, όταν ησυχάζουν όλα, κάπου μακριά, ακούγεται ακόμη μέχρι και σήμερα ο ψίθυρος του πηγαδιού ν αναζητάει ψυχές…
Μαρία Διαμαντή
