Η Μαγεία που δεν ξεκουραζόταν ποτέ

Η Μαγεία των Χριστουγέννων ξύπνησε την πρώτη μέρα του Δεκέμβρη με το γνώριμο βάρος στο στήθος της.
Σηκώθηκε από το τεράστιο κρεβάτι της, φτιαγμένο από ξύλο ελάτου και σιωπή, και φόρεσε το παλτό της. Δεν ήταν απλό ύφασμα, μέσα του κρύβονταν στιγμές: το πρώτο γέλιο ενός παιδιού μπροστά σε στολισμένο δέντρο, η μυρωδιά από ψημένα μπισκότα, μια αγκαλιά που δόθηκε χωρίς λόγια. Όσο λιγότερο πίστευαν οι άνθρωποι, τόσο βάραινε.

Η Μαγεία των Χριστουγέννων δεν γεννήθηκε όπως οι άλλες μαγείες. Δεν γεννήθηκε από ξόρκια, ούτε από αστέρια που έσβηναν. Γεννήθηκε ένα παγωμένο πρωινό του Νοέμβρη, όταν το πρώτο παιδί στον κόσμο πίστεψε πως η γέννηση του Θεανθρώπου θα ήταν και η γέννηση της ευτυχίας.
Από τότε, κάθε χρόνο, ακριβώς σαράντα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, η Μαγεία ξυπνά. Ξυπνά και πιάνει κατευθείαν τη δουλειά.

Σαράντα μέρες. Τόσες είχε κάθε χρόνο για να κρατήσει τα Χριστούγεννα ζωντανά.

Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον κόσμο. Δεν χρειαζόταν ρολόι. Το ήξερε πάντα. Όταν ο κόσμος άρχιζε να κρυώνει λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως, όταν οι άνθρωποι έβγαζαν τα παλιά κασκόλ από τα συρτάρια και τα παιδιά κολλούσαν τα πρόσωπά τους στα τζάμια περιμένοντας το πρώτο χιόνι, τότε ήταν η ώρα της.

Δεν φοράει κόκκινη στολή σαν τον Άγιο Βασίλη. Δεν έχει έλκηθρο ούτε τάρανδους. Φοράει ένα μακρύ παλτό φτιαγμένο από νιφάδες χιονιού και αναμνήσεις, κασκόλ πλεγμένο από παιδικά γέλια και μπότες που αφήνουν πίσω τους μικρές σπίθες φωτός. Και μόλις ξυπνήσει, αρχίζει να τρέχει πάνω κάτω σε όλη τη γη. Στο πέρασμά της μένει μόνο μια γλυκιά ζεστασιά στην καρδιά των ανθρώπων.

Για σαράντα ολόκληρες μέρες είναι ασταμάτητη. Όλη μέρα και όλη νύχτα, τρέχει στις πόλεις και στα χωριά, στις μεγάλες λεωφόρους και στα στενά σοκάκια, σε σπίτια φωτεινά και σε σπίτια σκοτεινά. Τρέχει μαζεύοντας χαρά και αγάπη από εκεί που περισσεύει και τρέχει να την μοιράσει εκεί που λείπει. Τρέχει, γιατί αν σταματήσει, έστω και για λίγο, τα Χριστούγεννα θα ξεχαστούν.

Την πρώτη μέρα, η Μαγεία ξεκινά πάντα από τα παράθυρα. Στέκεται έξω από ένα σπίτι, εκεί όπου ένα φλιτζάνι ζεστή σοκολάτα αχνίζει πάνω στο περβάζι. Μέσα στο δωμάτιο, ένα μικρό φωτάκι τρεμοπαίζει, και έξω το χιόνι πέφτει αργά, ήσυχα, σαν να φοβάται μήπως ξυπνήσει τον κόσμο. Η Μαγεία ακουμπά το τζάμι και το παγώνει ελαφρά, ώστε να σχηματιστούν μικρά σχέδια—αστέρια, έλατα, καμπάνες. Το παιδί μέσα στο σπίτι θα τα δει το πρωί και θα χαμογελάσει.
Αυτό είναι το πρώτο της καθήκον: τα μικρά θαύματα που κανείς δεν παρατηρεί αμέσως.

Τη δεύτερη μέρα, τρέχει στις πλατείες. Εκεί όπου στήνονται τα δέντρα. Μεγάλες μπάλες, κόκκινες και χρυσές, αντανακλούν τα φώτα της πόλης. Η Μαγεία σκαρφαλώνει αόρατα στα κλαδιά δίνοντας ζωή και νόημα σε κάθε στολίδι. Κάθε βήμα της πιο κοντά στην κορυφή. Κάθε λαμπάκι που ανάβει κουβαλά έναν ψίθυρο: «Ελπίδα», «Ζεστασιά», «Μαζί». Όταν πέφτει το σκοτάδι και το δέντρο φωτίζεται, οι άνθρωποι σταματούν για λίγο. Κανείς δεν ξέρει ότι αυτό το δευτερόλεπτο παύσης είναι δικό της έργο.
Κουράζεται, αλλά δεν παραπονιέται. Δεν έχει χρόνο.

Την πέμπτη μέρα, τη βρίσκεις σε μια κουζίνα. Ο φούρνος είναι αναμμένος, και η μυρωδιά από κουραμπιέδες και μελομακάρονα γεμίζει τον αέρα. Ένα παιδί στέκεται σε ένα σκαμπό και προσπαθεί να φτάσει τον πάγκο. Η Μαγεία σπρώχνει ελαφρά το μπολ για να μη χυθεί, ρίχνει μια μαγική σκόνη μέσα στη ζύμη και αφήνει λίγο αλεύρι να κολλήσει στη μύτη του παιδιού. Το γέλιο που ακολουθεί θα μείνει για χρόνια. Αυτήν η μαγική σκόνη θα διατηρήσει αυτήν την ανάμνηση για πάντα. Το παιδί θα μεγαλώσει, θα γίνει ενήλικας, θα κάνει τα δικά του παιδιά και χάρη σε αυτήν την μικρή και απειροελάχιστη ποσότητα σκόνης θα μπορέσει να μεταδώσει τη μνήμη αυτήν και στην επόμενη γενιά.

Καθώς περνούν οι μέρες, η Μαγεία τρέχει πιο γρήγορα.

Την έβδομη μέρα, περνά από ένα νοσοκομείο και αφήνει ένα μικρό φωτάκι στο κομοδίνο ενός παιδιού που δεν μπορεί να πάει σπίτι για τις γιορτές. Αυτό το φωτάκι θα του ζεστάνει την καρδούλα και θα κρατήσει την ελπίδα του ζωντανή.

Τη δέκατη, κάθεται για μια στιγμή σε ένα παγκάκι, δίπλα σε έναν άντρα μόνο, και του θυμίζει μια παλιά ανάμνηση. Τότε. Κάποτε που ήταν ευτυχισμένος. Τον ακουμπά αθόρυβα και αόρατα. Το πρόσωπό του λάμπει. Θυμάται αυτούς που πέρασαν και του έδιναν χαρά. Το συναίσθημά του είναι γλυκόπικρο αλλά έχει σταματήσει πια να νιώθει την μοναξιά του σαν απόγνωση. Την νιώθει σαν ένα αγκάθι που πλέον έχει τη δύναμη να βγάλει από μέσα του.

Τη δωδέκατη μέρα, ήρθε επιτέλους ο χιονιάς. Το χιόνι έπεφτε αργά, σχεδόν διστακτικά, σαν να μην ήταν σίγουρο αν άξιζε να πέσει φέτος. Η Μαγεία περπατούσε στους δρόμους μιας μικρής πόλης, εκεί όπου τα σπίτια ήταν χαμηλά και τα παράθυρα κοντά το ένα στο άλλο, σαν να ήθελαν να ζεσταθούν μαζί.
Στάθηκε μπροστά σε ένα παράθυρο. Μέσα, ένα παιδί καθόταν μόνο του στο τραπέζι της κουζίνας. Ένα φλιτζάνι ζεστή σοκολάτα άχνιζε δίπλα του, αφήνοντας μικρά σύννεφα ατμού να θολώνουν το τζάμι. Έξω, τα λαμπάκια του δρόμου αντανακλούσαν πάνω στο χιόνι, βάφοντάς το χρυσό. Το σπίτι ήταν στολισμένο, αλλά κάτι έλειπε. Η Μαγεία το ένιωσε αμέσως.
Ακούμπησε το χέρι της στο τζάμι και το κρύο απλώθηκε απαλά, σχηματίζοντας μικρά σχέδια—ένα έλατο, ένα αστέρι, μια καρδιά. Το παιδί σήκωσε το βλέμμα του. Χαμογέλασε για μια στιγμή, αλλά το χαμόγελο έσβησε γρήγορα.

Η Μαγεία αναστέναξε. Δεν ήταν αρκετό. Καθώς περνούσαν οι μέρες, κάτι δεν πήγαινε καλά.

Η Μαγεία έτρεχε από πόλη σε πόλη, από σπίτι σε σπίτι, αλλά το βάρος στο παλτό της μεγάλωνε. Οι εικόνες που συνήθως άναβαν φωτιά στις καρδιές των ανθρώπων, έμοιαζαν να περνούν χωρίς να αφήνουν σημάδι.

Σε ένα σαλόνι, ένα στολισμένο έλατο στεκόταν στη γωνία, φορτωμένο μπάλες και φωτάκια. Κάτω από αυτό, δώρα τυλιγμένα προσεκτικά. Κι όμως, η σιωπή ήταν βαριά. Η Μαγεία έβαλε όλη της τη δύναμη για να κάνει τα φώτα να τρεμοπαίξουν ζεστά, να γεμίσει τον αέρα με τη μυρωδιά του πεύκου. Οι άνθρωποι το πρόσεξαν — αλλά για λίγο μόνο. Μετά γύρισαν στις οθόνες τους. Κάτι τραβούσε τη Μαγεία πίσω. Κάτι την αποδυνάμωνε.

Τη δέκατη τέταρτη μέρα, είδε πάλι τον ίδιο άντρα. Ήταν καθισμένος σε ένα παγκάκι στην άκρη της πλατείας, κάτω από το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο της πόλης. Γύρω του, παιδιά έτρεχαν, γέλια αντηχούσαν, μουσική έπαιζε από τα μεγάφωνα. Κι όμως, γύρω από εκείνον υπήρχε ένα κενό, σαν ο αέρας να ήταν πιο βαρύς. Η Μαγεία πλησίασε. Ο άντρας κοίταζε το χιόνι που έπεφτε στα παπούτσια του. Στο χέρι του κρατούσε ένα παλιό κασκόλ, ξεφτισμένο στις άκρες. Δεν χαμογελούσε. Δεν έδειχνε θυμωμένος. Μόνο άδειος. Και τότε το κατάλαβε. Αυτός δεν πίστευε πια. Όχι απλώς στα Χριστούγεννα. Σε τίποτα.
Η Μαγεία ένιωσε κάτι να ραγίζει μέσα της. Αν υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν —κι υπήρχαν— τότε οι σαράντα μέρες δεν θα έφταναν.

Τη νύχτα εκείνη, για πρώτη φορά, δεν έτρεξε. Κάθισε στο περβάζι ενός παραθύρου. Μέσα στο δωμάτιο, μια οικογένεια έβλεπε μια παλιά χριστουγεννιάτικη ταινία. Μια κουβέρτα σκέπαζε τα πόδια τους. Ένα μπολ με ποπ κορν βρισκόταν στο τραπέζι. Δίπλα, δύο κούπες ζεστή σοκολάτα, η μία μισοτελειωμένη. Έξω, το χιόνι συνέχιζε να πέφτει.
Ήταν όλα εκεί. Κι όμως, η Μαγεία ένιωθε αδύναμη.

«Αν συνεχιστεί έτσι…» ψιθύρισε. Δεν ολοκλήρωσε τη σκέψη της. Και τότε κατάλαβε τη φρικτή αλήθεια. Η Μαγεία δεν ήταν ανεξάντλητη. Τρεφόταν από την πίστη των ανθρώπων. Και εκείνη μειωνόταν επικίνδυνα. Αν έφτανε η παραμονή των Χριστουγέννων και εκείνη δεν είχε αρκετή δύναμη, τα Χριστούγεννα δεν θα εξαφανίζονταν. Θα γίνονταν κάτι χειρότερο. Θα γίνονταν απλώς μια ακόμα μέρα. Στάθηκε στη μέση μιας άδειας πλατείας και κοίταξε τον ουρανό. Της απέμεναν μόνο λίγες μέρες ακόμη. Και για πρώτη φορά, η Μαγεία των Χριστουγέννων φοβήθηκε.

Η Μαγεία των Χριστουγέννων δεν είχε δικαίωμα να διαλέγει. Αυτό της είχαν μάθει από την αρχή: δεν σώζεις έναν, σώζεις όλους. Δεν στέκεσαι, τρέχεις. Δεν δένεσαι, περνάς. Κι όμως, όσο οι μέρες λιγόστευαν, τόσο περισσότερο το πρόσωπο του άντρα στο παγκάκι επέστρεφε στη σκέψη της. Όχι επειδή ήταν ο μόνος που δεν πίστευε — αλλά επειδή μέσα του υπήρχε μια σιωπή τόσο βαθιά, που κατάπινε τη δική της δύναμη.

Την εικοστή μέρα, τον ξαναβρήκε. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία έλαμπε, μα γύρω του ο κόσμος έμοιαζε βιαστικός. Ο άντρας καθόταν στο ίδιο παγκάκι. Το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα εκτός από τα παπούτσια του. Στο χέρι του κρατούσε τώρα κάτι διαφορετικό: ένα μικρό θερμός. Η Μαγεία πλησίασε προσεκτικά. Μέσα στο θερμός υπήρχε ζεστή σοκολάτα. Η μυρωδιά της —κακάο, γάλα, λίγη κανέλα— ανέβηκε στον αέρα και για μια στιγμή, η Μαγεία ένιωσε το παλτό της να ελαφραίνει.
«Ακόμα θυμάσαι», ψιθύρισε, αν και ήξερε πως δεν μπορούσε να την ακούσει.

Ο άντρας ήπιε μια γουλιά και έκλεισε τα μάτια του. Για μια στιγμή, πολύ μικρή αλλά αληθινή, το πρόσωπό του μαλάκωσε. Κι ύστερα άνοιξε τα μάτια και το σκοτάδι επέστρεψε.
Η Μαγεία κατάλαβε. Δεν έφταναν τα μικρά θαύματα πια.

Τη νύχτα εκείνη, συνάντησε τον Άγιο Βασίλη. Στεκόταν στη σκιά, δίπλα στο έλκηθρό του, και την κοίταξε με σοβαρό βλέμμα.
«Δεν μπορείς να τους κρατήσεις όλους», της είπε ήρεμα.
«Αν σταματήσω…», άρχισε εκείνη.
«Αν δεν σταματήσεις», τη διέκοψε, «θα χαθείς».
Η Μαγεία έμεινε σιωπηλή.
«Διάλεξε», συνέχισε εκείνος. «Έναν άνθρωπο. Αν σώσεις έναν αληθινά, ίσως σωθούν κι άλλοι».

Ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε να ακούσει. Αλλά ήξερε πως ήταν αλήθεια. Την επόμενη μέρα, ο κόσμος αρχίζει να αλλάζει. Τα σπίτια γεμίζουν φώτα. Στα παράθυρα εμφανίζονται κεριά. Οι δρόμοι μυρίζουν κάστανα και ζάχαρη. Η Μαγεία τρέχει ανάμεσα σε στολισμένες βιτρίνες, όπου οι αντανακλάσεις δημιουργούν έναν ολόκληρο κόσμο από λαμπιόνια. Σε μία από αυτές, σταματά για μια ανάσα. Βλέπει το είδωλό της —λίγο κουρασμένο, αλλά φωτεινό. Χαμογελά. Δεν έχει τελειώσει ακόμα.

Την εικοστή τρίτη μέρα, περνά από ένα παλιό σπίτι. Μέσα, ένα ζευγάρι στολίζει ένα μικρό έλατο. Δεν έχουν πολλά στολίδια, μόνο μερικές μπάλες και μια χάρτινη γιρλάντα. Η Μαγεία φυσά απαλά και το δωμάτιο γεμίζει με μια ζεστασιά που δεν προέρχεται από το καλοριφέρ. Οι δυο άνθρωποι κοιτάζονται και, χωρίς λόγο, αγκαλιάζονται λίγο πιο σφιχτά.
Αυτό είναι από τα αγαπημένα της θαύματα.

Την εικοστή πέμπτη μέρα, το χιόνι πέφτει πιο πυκνό. Η Μαγεία περνά από ένα παράθυρο όπου ένα βιβλίο είναι ανοιχτό, στην αγκαλιά μιας κοπέλας. Στα πόδια της μια χουχουλιάρικη κουβέρτα και ένα φλιτζάνι ζεστή σοκολάτα περιμένει δίπλα. Έξω, τα φώτα των δρόμων αντανακλώνται στο χιόνι, και ο κόσμος μοιάζει ήσυχος, σχεδόν μαγικός. Η Μαγεία κάθεται για ένα δευτερόλεπτο στο περβάζι.
Μόνο ένα. Την κοιτά. Το βιβλίο είναι κλειστό στην αγκαλιά της. Δεν έχει σκοπό να το διαβάσει απλώς να το μυρίσει. Η μυρωδιά της ζεστής σοκολάτας και του βιβλίου ηρεμούν την ψυχή της.

Την τριακοστή μέρα, η Μαγεία στάθηκε έξω από ένα γνώριμο σπίτι. Ήταν το σπίτι με το παιδί και τη ζεστή σοκολάτα στο παράθυρο. Μέσα, το φως ήταν χαμηλό. Στον τοίχο υπήρχε μια οικογενειακή φωτογραφία. Ο μπαμπάς, το παιδί, και μια νεα γυναίκα. Eκείνη δεν ζούσε πια. Χάθηκε μια μέρα και άφησε πίσω τους δυο ψυχές που έψαχναν να βρουν την νέα θέση τους στο κόσμο. Έως τώρα δεν την είχαν βρει. Τους ξανακοίταξε. Το παιδί καθόταν στο τραπέζι, μπροστά του είχε ένα φλιτζάνι ζεστή σοκολάτα. Το χιόνι έπεφτε πυκνό, καλύπτοντας τους ήχους της πόλης. Στο σαλόνι, ο άντρας από το παγκάκι στεκόταν όρθιος, κρατώντας το παλιό κασκόλ.Ήταν πατέρας. Η Μαγεία ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.Δεν είχε χάσει την πίστη του χωρίς λόγο. Την είχε αφήσει σιγά σιγά, χρόνο με τον χρόνο, προσπαθώντας να γίνει δυνατός για κάποιον άλλον. Και κάπου στη διαδρομή, είχε ξεχάσει πώς είναι να νιώθεις.

Η Μαγεία μπήκε στο σπίτι. Δεν έκανε τίποτα εντυπωσιακό. Δεν άναψε φώτα, δεν σταμάτησε τον χρόνο. Σταμάτησε δίπλα στο παιδί και του φόρεσε το κασκόλ της. Το τζάμι στο παράθυρο θόλωσε ελαφρά. Η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε κατευθείαν. Έξω, το χιόνι έπεφτε αργά, μεγάλες νιφάδες κολλούσαν στο τζάμι. Το παιδί σήκωσε το βλέμμα του.
«Μπαμπά…» είπε σιγανά. «Θες να καθίσουμε μαζί για λίγο;»
Ο άντρας ένιωσε μια ζεστασιά στην καρδιά του. Είχε ξεχάσει πώς είναι. Μετά τον χαμό της γυναίκας του η καρδιά του είχε μόνο άγχος και μια παγωμάρα που δεν έλεγε να ξεριζωθεί. Η ζεστή σοκολάτα άχνισε περισσότερο. Η μυρωδιά γέμισε το δωμάτιο. Έξω, τα λαμπάκια του δρόμου έλαμψαν λίγο πιο δυνατά, αντανακλώντας στο χιόνι. Ο άντρας κάθισε δίπλα στο παιδί. Του τύλιξε το παλιό κασκόλ γύρω από τους ώμους. Έτσι η Μαγεία πήρε το δικό της και έφυγε να συνεχίσει το έργο της.

Παραμονή Χριστουγέννων.
Η Μαγεία στέκεται για πρώτη φορά ακίνητη. Κοιτά τον κόσμο. Τα τραπέζια είναι στρωμένα, τα δώρα τυλιγμένα, τα παιδιά κοιμούνται με ανυπομονησία. Το χιόνι πέφτει ακριβώς όπως πρέπει. Από ένα παράθυρο φαίνεται ακόμα μια ζεστή σοκολάτα, σχεδόν ξεχασμένη, και τα φωτάκια στο δέντρο αναβοσβήνουν.
Η Μαγεία χαμογελά. Έκανε ό,τι μπορούσε.

Με το πρώτο χτύπημα των καμπάνων, αρχίζει να σβήνει αργά, όχι από κούραση, αλλά από ολοκλήρωση. Ξέρει πως θα επιστρέψει. Πάντα επιστρέφει. Γιατί όσο υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που περιμένει τα Χριστούγεννα, εκείνη θα τρέχει.

Την επόμενη χρονιά, σαράντα μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ένα παιδί άφησε ένα φλιτζάνι ζεστή σοκολάτα στο περβάζι.
Και η Μαγεία των Χριστουγέννων ξύπνησε ξανά.

Αλεξάνδρα Καραφώτη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading