ΠΡΟΣΟΧΗ! Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΝΟΧΛΗΣΟΥΝ!
Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και ρίχνω μια τελευταία ματιά στο είδωλό μου. Δείχνω όμορφη. Όμορφη και διαθέσιμη, που είναι και το ζητούμενο για τον σκοπό μου. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, έτσι δεν είναι;
Για τον εν λόγω σκοπό, έχω μπει στον κόπο να περιποιηθώ τον εαυτό μου, με τρόπο που δεν κάνω συνήθως. Αν όλα πάνε όπως τα σχεδιάζω, ίσως πρέπει να το καθιερώσω. Ολική αποτρίχωση, μασάζ σε όλο το σώμα με αιθέρια έλαια, κομμωτήριο, μακιγιάζ, ελαφρύ τόσο όσο, γιατί, βλέπετε, οι άνδρες πάντα διατυμπανίζουν ότι “είστε πιο όμορφες χωρίς μακιγιάζ!”, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν θέλουν φυσικότητα, θέλουν απλά την ψευδαίσθηση. Και μετά, έχουν το θράσος να λένε, ότι οι γυναίκες αγαπούν το παραμύθι. Την συγκεκριμένη ατάκα, την έχω ακούσει από το στόμα ενός συγκεκριμένου ατόμου, πολύ συχνά. Εκείνος είναι και ο λόγος όλης αυτής της προσπάθειας.
Τελευταίο και κρίσιμο σημείο: τα ρούχα (και τα εσώρουχα). Ήξερα ακριβώς τι του αρέσει. Είχε φροντίσει να μου εξηγήσει ακριβώς, και με πολλές λεπτομέρειες, αγνοώντας την νεαρή μου ηλικία. Μάλλον αυτό τον ερέθιζε πιο πολύ.
“Μια γυναίκα πρέπει να είναι ντυμένη έτσι, ώστε να καυλώvei πρώτα το μυαλό ενός άνδρα και μετά το κορμί θα ακολουθήσει. Κι αυτό δεν σημαίνει γύμνια. Όχι μικρή μου. Σημαίνει να τον κάνεις να αναρωτηθεί, τι κρύβεις από κάτω. Όχι να του το προσφέρεις φάτσα φόρα. Αυτό δεν είναι ωραίο. Όπως και σε μια γυναίκα, πρέπει να της κάνεις έρωτα στο μυαλό πρώτα και μετά στο κορμί”.
Ήμουν τότε, σχεδόν 18 χρονών. Εκείνος 28. Ιδανική ηλικία για εκείνον, να με κάνει να κρέμομαι από τα χείλη του. Ιδανική ηλικία για εμένα, να το δω ως ένα ρομαντικό, καταραμένο ειδύλλιο, που δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τα βιβλία της Τζέην Ώστεν και της Σάρλοτ Μπροντέ, τα οποία διάβαζα με μανία, ονειροπολώντας, το αγαπημένο μου χόμπι εκείνο το διάστημα.
Θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια την πρώτη φορά που τον είδα και το πώς ένιωσα. Ήταν σαν να ήταν κάποιος μέσα στο στομάχι μου και να μου έδωσε μια γερή γροθιά.
Ήταν ψηλός, μελαχρινός και είχε μεγάλα σκούρα μάτια. Αλλά εκείνο που σφράγισε την μοίρα μου, ήταν τα χείλη. Μεγάλα, σαρκώδη και φιλήδονα (το πλούσιο λεξιλόγιο είναι ένα μπόνους του να διαβάζεις πολλά βιβλία) και με καταδίκασαν στο να τα βλέπω στον ύπνο μου, για ατελείωτα βράδια. Αν βάλεις και την ηλικία μου στην εξίσωση, παίρνεις μια βόμβα από ορμόνες, έτοιμη να εκραγεί, ανά πάσα στιγμή.
Ήταν ο γιος ενός οικογενειακού φίλου των γονιών μου και είχε ξεκινήσει να συνεργάζεται με τον πατέρα μου πρόσφατα. Τον είδα λοιπόν πρώτη φορά, σε ένα μπάρμπεκιου που έκαναν οι δικοί μου, για φίλους και συνεργάτες στο σπίτι μας, ένα ζεστό απόγευμα Ιουνίου. Ευγενικός, με αυτοπεποίθηση και λέγειν, φρόντισε να με κερδίσει εξ αρχής ρωτώντας με για βιβλία, κάτι που με εντυπωσίασε πολύ, καθώς δεν είχα συνηθίσει να δείχνουν οι άλλοι και πολύ ενδιαφέρον για τα χόμπι μου. Πολύ πιο μετά συνειδητοποίησα, ότι είχε προσέξει την “Τζέην Έυρ” που είχα δίπλα μου στο τραπέζι, σε περίπτωση που βαρεθώ.
Εκείνη η ημέρα υπήρξε η πρώτη, μιας πολύ επίπονης συναισθηματικά περιόδου. Έψαχνα αφορμές να τον ξαναδώ. Άρχισα να πηγαίνω από την δουλειά του πατέρα μου, με την δικαιολογία ότι “έτυχε να περνάω από έξω” και ήθελα να πω ένα γεια, με αποτέλεσμα να με κοιτάει ξαφνιασμένος μετά την τέταρτη φορά που το έκανα. Εκείνη η φορά όμως, ήταν και η τυχερή(;), γιατί έτυχε να είναι κι εκείνος εκεί. Μόλις τον είδα, το σάλιο μου στέγνωσε στο στόμα μου και η καρδιά μου να χτυπάει ταμπούρλο στο στήθος μου, τόσο που στην αρχή, δεν άκουσα τον πατέρα μου, που μιλούσε.
“Έι, μικρή, πού ταξιδεύεις πάλι; Σου μιλάω, δεν ακούς;”
“Απλά σκεφτόμουν κάτι για το φροντιστήριο”, απάντησα, κατακόκκινη, το θυμάμαι σαν να ήταν χθες.
Μετά από λίγες ημέρες, καθώς έβγαινα από το φροντιστήριο, σήκωσα το βλέμμα από το σακίδιό μου και τον είδα ξαφνικά μπροστά μου. Ο κόσμος έφυγε για λίγο από κάτω μου.
“Γεια σου! Είχα κάτι δουλειές εδώ γύρω και θυμήθηκα ότι το φροντιστήριό σου είναι εδώ. Αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις, θέλεις να μου κάνεις λίγη παρέα για ένα καφέ;”
Κάπως έτσι, άρχισα να τον συναντάω μέρα παρά μέρα. Ειδικά στις διακοπές του καλοκαιριού, που ήμουν ελεύθερη να κάνω ό,τι θέλω, τον έβλεπα κάθε μέρα και πετούσα στα ουράνια. Εκείνος, έβρισκε καμιά φορά δικαιολογία να λείψει το απόγευμα από την δουλειά και πηγαίναμε για μπάνιο.
Στην αρχή, ντρεπόμουν πολύ να εμφανιστώ μπροστά του ημίγυμνη, αλλά εκείνος ήταν πολύ κουλ και με κοίταζε με τέτοιο θαυμασμό, που μετά από λίγο, ξέχασα όλες τις αναστολές μου και αφέθηκα στο πρωτόγνωρο συναίσθημα που μου δημιουργούσε η παλάμη του, όταν ακουμπούσε απαλά την μέση μου ή το πόδι μου.
Ένιωθα όμορφη, επιθυμητή και τόσο ζωντανή, που παρόμοια δεν έχω ξανανιώσει μέχρι και σήμερα. Και κυρίως, ένιωθα μεγάλη! Κάτι που μου έλεγε κι εκείνος, κάθε φορά που βρισκόμασταν.
“Είναι τόσο περίεργο, έχουμε τόσα χρόνια διαφορά, όμως, όταν είμαι μαζί σου, όταν σου μιλάω, σε κοιτάζω, σε αγγίζω, μου φαίνεται ότι είσαι πιο ώριμη και από εμένα”, μου έλεγε, πριν σκύψει και σκεπάσει το στόμα μου, με το δικό του, χαϊδεύοντάς με απαλά.
Το ίδιο μου είπε και όταν με πήγε σπίτι του, μετά από μερικούς μήνες, ένα βράδυ στις αρχές φθινοπώρου, ενώ έξω έριχνε ένα απαλό ψιλόβροχο. Ο ήχος του έχει γίνει το σάουντρακ της πρώτης μου φοράς, καθώς είχα κλείσει τα μάτια μου και ένιωθα τα χέρια του να με χαϊδεύουν παντού, σε σημεία που δεν ήξερα ότι υπήρχαν, νιώθοντας φόβο, άγχος, επιθυμία αλλά και λίγο πόνο, που ξεχάστηκε μετά, όταν εκείνος με πήρε αγκαλιά και με φίλησε.
Μετά από λίγο καιρό, το παραμύθι ξεφούσκωσε απότομα, όταν ένα βράδυ, εκεί που έτρωγα με τους δικούς μου, η μάνα μου ρώτησε τον πατέρα μου για εκείνον. Εγώ έστησα αυτί, ενώ προσποιούμουν ότι έτρωγα:
“Μια χαρά είναι. Απ’ ό,τι κατάλαβα, θα φάμε κουφέτα σύντομα!”
Ένιωσα σαν να μου στάθηκε η μπουκιά στον λαιμό και έβηξα αλλά δεν ήταν το φαγητό, ήταν το σοκ, του να ακούω τον πατέρα μου να λέει στην μάνα μου ότι εκείνος σχεδίαζε να αρραβωνιαστεί σύντομα την κοπέλα του με την οποία ήταν μαζί 4 χρόνια.
“Και που ήταν η κοπέλα του τόσο καιρό; Δεν την έχουμε δει ποτέ”, είπα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα, ενώ ένιωθα σαν κάποιος να μου ξεριζώνει τη καρδιά.
“Δουλεύει στην Θεσσαλονίκη και δεν μπορεί να πολυέρχεται, αλλά όταν θα παντρευτούν, θα μείνουν εδώ. Οπότε, θα ραφτούμε σύντομα!”
Κοιτάζοντας πίσω, με τα ενήλικα πλέον μάτια μου, βλέπω ότι ήταν μια τυπική περίπτωση: κορίτσι γνωρίζει αγόρι, κορίτσι ερωτεύεται αγόρι, αγόρι εκμεταλλεύεται κορίτσι, τέλος ιστορίας.
Έκανα όλα όσα προβλέπονται σε αυτές τις περιπτώσεις: έκλαψα, απαίτησα εξηγήσεις, ικέτεψα. Για να λάβω την κλισέ απάντηση:
“Δεν σου υποσχέθηκα ποτέ τίποτα. Ό,τι είχαμε ήταν πολύ όμορφο, αλλά ξέρεις ότι δεν γίνεται να προχωρήσει. Βρισκόμαστε σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μας”
“Μα εσύ έλεγες ότι είμαι πιο ώριμη κι από σένα!”
” Είσαι αλλά, μεταξύ μας, κατά βάθος σου αρέσει το παραμύθι. Σε όλες τις γυναίκες αρέσει”
Αναγνώστη, την παντρεύτηκε. Με δόξα και τιμή. Πήγαμε κι εμείς. Σκέφτηκα να μην πάω αλλά τελικά, αποφάσισα ότι η τιμωρία που μου πρέπει για την ηλιθιότητά μου, είναι να παρακολουθήσω τον γάμο και όλα τα παρελκόμενα.
Και η ζωή συνεχίστηκε. Μετά από αρκετούς μήνες που ήμουν κουρέλι, μάζεψα τα κομμάτια μου και αφοσιώθηκα στο διάβασμα, πέρασα στο πανεπιστήμιο (σε άλλη πόλη), πήγα για μεταπτυχιακό στο Λονδίνο και γύρισα μετά από αρκετά χρόνια πίσω.
Πλέον, είμαι άλλος άνθρωπος. Ηξερα οτι θα τον συναντούσα κάποια στιγμή αναπόφευκτα, γιατί δούλευε ακόμη με τον πατέρα μου, συνέταιρος πλέον.
Φτασμένος, οικογενειάρχης, με δυο παιδιά. Η ζωή του είχε φερθεί καλά.
Και εγώ, δεν τα πήγαινα άσχημα. Είχα αρκετές προοπτικες για δουλειά και στα προσωπικά μου, δεν τα πήγαινα άσχημα. Απλά ήμουν πολύ πιο επιφυλακτική πλέον. Είχα φλερτ αλλά, από επιλογή μου, δεν είχα τίποτα πιο σοβαρό.
Εκείνο που θέλω να πω είναι, οτι έλεγα στον εαυτό μου πως είχα αφήσει το πσρελθόν πίσω. Μέχρι εκείνο το βράδυ, πριν μια εβδομάδα.
Ήταν λίγες ημέρες αφότου είχα γυρίσει από το Λονδίνο. Ο πατέρας μου έκανε μια μάζωξη στο σπίτι, για φίλους και γνωστούς, να με καλωσορίσουν πίσω. Φυσικά ήρθε κι εκείνος. Συν γυναιξί και τέκνα. Μου έδωσε το χέρι του και μου χαμογέλασε, όπως τότε.
“Καλώς όρισες. Μάθαινα από τον μπαμπά σου για σένα. Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω”, μου είπε με εκείνο το χαμόγελο που παλιά θα με έλιωνε. Το καλό είναι ότι τώρα, δεν με επηρέασε στο παραμικρό. Ένιωσα μόνο αηδία, για την βλακεία μου.
Και αυτό θα ήταν το τέλος της ιστορίας, εάν λίγο αργότερα, δεν έβλεπα κάτι, που μου πάγωσε το αίμα.
Προχωρούσα αμέριμνη, πίνοντας το δεύτερο κρασί μου, όταν τον είδα να μιλάει με κάποια, που μου φάνηκε γνωστή. Υπερβολικά γνωστή!
Πήγα λίγο στο πλάι για να σιγουρευτώ και ναι, όπως το είχα φοβηθεί: ο αχρείος μιλούσε με την ανιψιά μου, την κόρη του αδερφού μου! Την δεκαοχτάχρονη ανιψιά μου!
Όταν τον είδα να της μιλάει, είπα στον εαυτό μου, μην είσαι υπερβολική, απλά μιλάνε, αλλά όταν τον άκουσα να την ρωτάει ποιο είναι το αγαπημένο της βιβλίο, ήξερα. Ήξερα, με απόλυτη βεβαιότητα, δυο πράγματα. Πρώτον, ότι η ιστορία επαναλαμβανόταν και δεύτερον, ότι δεν θα το επέτρεπα, με κανένα τρόπο.
Κάτι που μας φέρνει στο σήμερα και στο γιατί έχω ντυθεί και στολιστεί. Μόλις τον είδα να την πέφτει (γιατί αυτό έκανε), στην ανιψιά μου, ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω. Βρήκα τον αριθμό του και μετά από λίγες ημέρες, αφού τα οργάνωσα όλα, του έστειλα, το εξής μήνυμα:
‘Όταν σε είδα τις προάλλες, μετά από τόσο καιρό, ένιωσα ακριβώς όπως τότε που συναντιόμασταν κρυφά, θυμάσαι; Γιατί εγώ θυμάμαι, με κάθε λεπτομέρεια. Εξάλλου, ήσουν ο πρώτος μου κι αυτό δεν ξεχνιέται… Εν πάση περιπτώσει, δεν θέλω να σου δημιουργήσω πρόβλημα αλλά, σε λίγες ημέρες θα ξαναφύγω και σκεφτόμουν, πόσο θα ήθελα, αν το θέλεις κι εσύ, να βρεθούμε ξανά, για μια νύχτα μόνο. Να θυμηθούμε τα παλιά… Αν το θέλεις, θα γίνουν όλα πολύ διακριτικά”.
Εκείνος, απάντησε πολύ γρήγορα και με μεγάλο ενθουσιασμό κι έτσι πέρασα στην επόμενη φάση του σχεδίου.
Του έδωσα ραντεβού για σήμερα το βράδυ, στο εξοχικό μας, το οποίο είχε γίνει το καταφύγιό μας αρκετές φορές παλιά, οπότε το γνώριζε και θα αισθανόταν ασφαλής εκεί.
Εκείνο που δεν γνώριζε, είναι ότι εγώ θα πάω αρκετά νωρίτερα εκεί και θα τοποθετήσω μια μικροσκοπική κάμερα, την οποία προμηθεύτηκα από έναν καλό μου φίλο, ακριβώς απέναντι από το κρεβάτι. Μετά, θα του πω ότι όλη η (ποpvo)ταινία θα πάει συστημένη στην γυναίκα του αν δεν αφήσει την ανιψιά μου ήσυχη. Μάλιστα, σκέφτομαι μήπως απαιτήσω να φύγει από την δουλειά και να αλλάξει και πόλη. Ναι, αυτό θα ήταν καλύτερο.
Βέβαια, θα πρέπει να πάω μαζί του για να γίνει σωστά η δουλειά κι αυτό είναι ένα μείον αλλά προκειμένου να απαλλαγούμε από αυτόν, θα το κάνω. Δεν θα αφήσω την ανιψιά μου να πέσει κι αυτή θύμα του καθικιού.
Ρίχνω μια τελευταία, γρήγορη ματιά στον καθρέφτη, βάζω κόκκινο κραγιόν, βεβαιώνομαι οτι τα κλειδιά του εξοχικού είναι στην τσάντα μου, χαμογελάω στον εαυτό μου και φεύγω.
Σήμερα θα είναι μια όμορφη νύχτα.
Παναγιώτα Σούρλα
