Εκεί που τελειώνει ο φόβος

Η Άννα πάντα φοβόταν τα αεροπλάνα. Η αίσθηση του να παραδίδει σε κάποιον άλλον τον έλεγχο της ζωή της, την παρέλυε. Είχε αρνηθεί στο παρελθόν πολλά επαγγελματικά ταξίδια λόγω αυτής της φοβίας, αυτή την φορά όμως την έπιασε το πείσμα της.
– Θα τα καταφέρω, είπε, χιλιάδες πτήσεις πραγματοποιούνται καθημερινά χωρίς προβλήματα, γιατί να πάει κάτι λάθος τώρα; με αυτή την σκέψη ετοίμασε την βαλίτσα της.

Όνειρο ζωής ήταν για τον κάθε επαγγελματία φωτογράφο να πάει στην Νοτιοανατολική Γαλλία, στις Άλπεις. Η εταιρία που εργαζόταν τα τελευταία δέκα χρόνια, αναλάμβανε αποκλειστικά φωτογραφήσεις «extreme sports» και επειδή ήταν όλες σε εξωτερικούς χώρους και επικίνδυνες, όλο το προσωπικό είχε εκπαιδευτεί αναλόγως. Η ίδια της, δραστήρια από την φύση της, είχε αρκετά χρόνια που είχε πάρει πιστοποίηση στον αλπινισμό, σε τεχνικές ασφάλειας, αναρρίχησης και διάσωσης. Στην Ελλάδα είναι πολύ γνωστή για τις φωτογραφίες της, που συνδυάζουν την ορειβατική περιπέτεια με την φυσική ομορφιά των βουνών. Έτσι όταν ανέλαβε η δουλειά της, για λογαριασμό γνωστού γαλλικού περιοδικού, το πρότζεκτ «Ορειβατικός Αλπινισμός», ήταν ανάμεσα στους τρεις συναδέλφους που θα πετούσαν με όλο τον εξοπλισμό τους στην Γαλλία.

Όσο χαλαρή και εξοικειωμένη είναι με τα σχοινιά δεσίματος και τους ιμάντες όταν πρόκειται για ορειβασία, τόσο αγχωμένη είναι τώρα που πρέπει να δέσει την ζώνη της στο κάθισμα του αεροπλάνου. Με κλειστά μάτια και σφιγμένα σε μπουνιές χέρια, πέρασαν οι τρεις ώρες πτήση μέχρι την Γενεύη και μόνο όταν προσγειώθηκε ένιωσε ξανά να κυλάει το αίμα στις φλέβες της. Με περίσσιο θαυμασμό χάζευε τα τοπία στην διαδρομή από το αεροδρόμιο μέχρι το χωριό Chamonix που θα έμενε για δυο περίπου μήνες όλη η ομάδα της φωτογράφισης.

Το δωμάτιο έβλεπε απευθείας ολόκληρη την οροσειρά του Mont Blanc, κι έτσι μόλις πέρασε την πόρτα, βγήκε στο μπαλκόνι κι έστησε προσεκτικά τον φωτογραφικό της φακό. Ήθελε να μην χάσει στιγμή και να φυλακίσει στο κάδρο της όλη την μεγαλοπρέπεια των βουνών.

Το πρώτο της πρωινό την ξύπνησε ο ήχος των ανεμόπτερων, ένας ήχος που έμοιαζε σχεδόν σαν σφύριγμα. Στα όσα είχε διαβάσει κατά την προετοιμασία της, αναφερόταν ότι οι Άλπεις είναι από τα καλύτερα μέρη στην Ευρώπη για ανεμοπορία, γιατί τα θερμικά ρεύματα και οι ανοδικοί άνεμοι από τις πλαγιές βοηθούν τα ανεμόπτερα να πετούν για ώρες. Για μια φευγαλέα στιγμή πέρασε από το μυαλό της πώς θα μπορούσε να είναι μια τέτοια πτήση, αλλά απώθησε αυτή την ιδέα σχεδόν ακαριαία.

Η πρώτη μέρα δεν ξεκίνησε χαλαρά για την Άννα και την ομάδα της. Συμφώνησαν να μην ανέβουν στο ίδιο το βουνό, αλλά να πάνε με τελεφερίκ στο Aiguille du Midi και να διασχίσουν την Vallee Blanche, μια παγετωνική διαδρομή υψηλού υψομέτρου. Για τους φωτογράφους βουνού θεωρείται πως είναι παράδεισος, γιατί συνδυάζει την απεραντοσύνη του λευκού τοπίου, τις τεράστιες παγετωνικές ρωγμές με γαλάζιο βάθος, με ένα τοπίο σχεδόν σεληνιακό, λευκό, σιωπηλό και επικίνδυνο.

Περίπου πέντε ώρες κράτησε η κατάβαση μέχρι την επιστροφή τους στο χωριό. Θα επέστρεφαν ξανά, ίσως παραπάνω από τρεις φορές για φωτογράφηση, με όλο τον αλπινιστικό τους εξοπλισμό, έχοντας ήδη εντοπίσει τα δύσκολα σημεία, αλλά και τα σημεία που αξίζουν την καταγραφή εικόνων.

Η Άννα άνοιξε την πόρτα του δωματίου της κι αμέσως βγήκε στο μπαλκόνι. Το μυαλό της έπαιζε ακόμη με τις εικόνες της κοιλάδας. Ένα ανεμόπτερο που πέρασε για μια στιγμή πάνω από τον παγετώνα σχεδόν αθόρυβα, την έκανε να το σκέφτεται ξανά και ξανά.
– Πώς θα ήταν μια τέτοια πτήση σ’ ένα τέτοιο αεροπλάνο, χωρίς κινητήρα, χωρίς το βουητό των μηχανών, χωρίς πολλούς επιβάτες μέσα και με ένα διάφανο κόκπιτ με πλήρη ορατότητα, σκέφτηκε.

Μια ανεξέλεγκτη ταχυπαλμία την έπιασε, σαν κάτι μέσα της να ζητούσε διέξοδο. Χωρίς να το πολυσκεφτεί κατέβηκε στο μπαρ του ξενοδοχείου για ένα ποτό, περισσότερο για να ηρεμήσει τις σκέψεις της, παρά από ανάγκη.

Μια παρέα Γάλλων τουριστών που μιλούσαν δυνατά τράβηξε την προσοχή της και γύρισε προς το μέρος τους. Εκεί τον είδε… Στέφανο τον έλεγαν, ήταν πρώην αλπινιστής και πλέον εκπαιδευτής ανεμοπορίας. Μιλούσε αργά και με σιγουριά, χωρίς περιττές κινήσεις. Δεν προσπαθούσε να πείσει αλλά εξηγούσε. Τα χέρια του σχεδίαζαν στον αέρα αόρατες τροχιές, σαν να κρατούσε ήδη τα χειριστήρια. Η Άννα στάθηκε λίγα μέτρα πιο πέρα με το ποτήρι της ακουμπισμένο στον ξύλινο πάγκο. Δεν ήξερε αν την τραβούσαν τα λόγια του ή ο τρόπος που τα έλεγε. Δεν υπήρχε ίχνος επίδειξης στη φωνή του παρά μόνο βεβαιότητα.
– Ο αέρας δεν σε κρατά, τον άκουσε να λέει στον τουρίστα. Σε δέχεται. Αν τον πιέσεις σε τιμωρεί. Αν τον ακούσεις σε ανεβάζει.
Η φράση έμεινε μέσα της. Όταν ο τουρίστας έφυγε, εκείνος γύρισε ελαφρά το κεφάλι. Δεν φάνηκε έκπληκτος που την είδε εκεί.
– Σε τρόμαξε η ιδέα, την ρώτησε ήρεμα.
Η Άννα δεν χαμογέλασε.
– Δεν φοβάμαι το ύψος, του απάντησε. Φοβάμαι το κλειστό και την αίσθηση ότι κάποιος άλλος κρατά την ζωή μου στα χέρια του.
– Νομίζεις πως όταν κρατάς εσύ τα πράγματα, ελέγχεις την ζωή σου; Στο βουνό νόμιζα πως είχα τον έλεγχο, μετά κατάλαβα ότι απλά συνεργαζόμουν με κάτι μεγαλύτερο. Το ίδιο γίνεται και στον αέρα. Στο ανεμόπτερο δεν παραδίδεσαι. Συμμετέχεις.
Τον κοίταξε για λίγο, σαν να ζύγιζε τα λόγια του. Δεν ήταν έτοιμη να του δώσει δίκιο αλλά ούτε και να διαφωνήσει.
– Καλό βράδυ, του είπε κι επέστρεψε στο δωμάτιό της.

Στο δωμάτιο άνοιξε την μπαλκονόπορτα. Η οροσειρά στεκόταν σκοτεινή, σχεδόν ακίνητη. Ψηλά, ένα φως κινούταν αθόρυβα στον ουρανό. Δεν φοβόταν το ύψος. Φοβόταν την εμπιστοσύνη, παραδέχτηκε πάλι στον εαυτό της. Όμως για πρώτη φορά δεν ήταν σίγουρη αν ο φόβος της είχε την ίδια βαρύτητα.

Μια κούπα ζεστός γαλλικός καφές την περίμενε στην τραπεζαρία μαζί με δεκάδες εκτυπωμένες φωτογραφίες από την χθεσινή τους πεζοπορία. Οι συνάδελφοί της, τις είχαν ήδη κατηγοριοποιήσει ανά υψόμετρο και τοπίο, έτσι ώστε να αποφασίσουν ομαδικά σε ποια σημεία θα στήσουν τα τρίποδά τους για να αποθανατίσουν στιγμές φωτός και σκιών.
– Αυτό το ρήγμα εκεί, δεν είναι τόσο βαθύ όσο φαίνεται, τον άκουσε να σχολιάζει από πίσω της. Καλημέρα, είμαι ο Στέφανος. Δεν προλάβαμε να συστηθούμε χτες.
– Καλημέρα. Άννα με λένε, απάντησε τυπικά. Το ρήγμα μπορεί να φαίνεται ήσυχο από την φωτογραφία, αλλά η εικόνα δεν λέει όλη την αλήθεια.
– Όχι πάντα, παραδέχεται εκείνος, αλλά έχω περπατήσει πάνω σε παγετώνες αρκετά για να καταλάβω πού κρύβεται η αλήθεια. Αυτό το ρήγμα, αν το έβλεπες από κοντά, θα καταλάβαινες ότι το βάθος του παραπλανά μόνο την όψη. Το κενό είναι πιο στενό από όσο φαίνεται, αλλά επικίνδυνο αν δεν ξέρεις πώς να το διασχίσεις.
Η Άννα τον κοιτάζει. Υπάρχει κάτι στην ηρεμία του, όχι εγωισμός, όχι υπεροψία, απλώς γνώση που έρχεται από εμπειρία.

– Πώς ξέρεις τόσα πράγματα; Τι είσαι, αλπινιστής, φωτογράφος, πιλότος;
– Κάποτε ήμουν αλπινιστής, μετά έγινα εκπαιδευτής ανεμοπορίας για να μάθω στους άλλους να σέβονται τον αέρα. Φωτογραφίζω γιατί βλέπω το βουνό διαφορετικά από ψηλά και από χαμηλά. Δεν είμαι επαγγελματίας σε τίποτα, απλώς μου αρέσει να καταλαβαίνω.
Ο Στέφανος κοίταξε το ρολόι του και χαμογέλασε ελαφρά.
– Συγνώμη με περιμένουν για πτήση.
– Καλή συνέχεια.

Δεν είπε τίποτα περισσότερο. Τον είδε να φεύγει και να κατευθύνεται προς την έξοδο με το ήρεμο βήμα του. Η κουβέντα τους, η γνώση του για τα ρήγματα, η απλή σιγουριά του, συνέχισαν να αντηχούν στο μυαλό της. Έκατσε ξανά στο τραπέζι μαζί με την ομάδα της συνεχίζοντας την επεξεργασία των εικόνων.

Αποφάσισαν να ανέβουν στο Brevent για απογευματινό φως. Δεν ήταν τεχνικά δύσκολη ανάβαση, αλλά αρκετή ώστε να κουβαλούν εξοπλισμό, τρίποδα και φακούς μεγάλου εστιακού μήκους. Στάθηκαν σε διαφορετικά σημεία της πλαγιάς έτσι ώστε να δοκιμάσουν πανοραμικές λήψεις, λεπτομέρειες στο χιόνι, όπως ίχνη, ρωγμές, υφές. Η Άννα έστησε το τρίποδό της χαμηλά, σταθεροποιώντας το στις πέτρες. Ρύθμισε το intervalometer για time – lapse για τα σύννεφα που κινούταν γρήγορα πάνω από την κορυφογραμμή. Μια σκιά γλίστρησε πάνω από τις χιονισμένες ράχες και την έκανε να σηκώσει το βλέμμα. Ένα ανεμόπτερο πέρασε μπροστά από ένα άνοιγμα φωτός και για μια στιγμή φάνηκε να αιωρείται ακριβώς πάνω από τη λευκή έκταση του παγετώνα. Δεν ήξερε αν ήταν του Στέφανου, αλλά κάπου μέσα της το ήλπιζε. Για πρώτη φορά δεν ένιωσε μόνο φόβο, αλλά και έλξη προς εκείνο το αθόρυβο πέρασμα πάνω από το βουνό.

Τις επόμενες εβδομάδες δεν τον είδε. Κι όμως κάθε φορά που άκουγε τον αέρα να αλλάζει, σήκωνε ασυναίσθητα το βλέμμα.

Σήμερα θα ανέβαιναν σε μεγάλο υψόμετρο και ξεκίνησαν πριν χαράξει. Κανείς δεν βιαζόταν. Η ομάδα κινήθηκε δεμένη με σκοινί. Κάποιος μπροστά έδινε τον ρυθμό, κάποιος πίσω έλεγχε το σχοινί. Ήταν μια αθόρυβη συνεργασία. Όταν έφτασαν στο καταφύγιο, ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Έβγαλαν τον εξοπλισμό, άφησαν τα σακίδια και γέμισαν τις κούπες τους με ζεστό τσάι. Τα γέλια ήταν χαμηλά, κουρασμένα, αληθινά. Η Άννα κάθισε για λίγο δίπλα στο παράθυρο. «Ανέβηκα πολύ ψηλά», σκέφτηκε, αλλά κάτι μέσα της στεκόταν ακόμη στο ίδιο σημείο.

Στις τόσες φωνές που γέμιζαν τον χώρο, μία της φάνηκε οικεία. Τον είδε να στέκεται λίγο πιο πέρα, με το σχοινί περασμένο στον ώμο. Δεν είχε τίποτα που να θυμίζει πτήση ή εκπαιδευτή. Ήταν καθαρά αλπινιστής.
– Άννα… είπε.
– Δεν ήξερα ότι θα σε δω εδώ.
– Το βουνό φέρνει τους ανθρώπους μαζί, απάντησε με χαμόγελο που δεν ζητούσε τίποτα.

Η Άννα έκανε ένα βήμα πιο κοντά, κρατώντας το βλέμμα της στο πάτωμα για λίγο, πριν σηκώσει ξανά τα μάτια της σε εκείνον. Ο Στέφανος την κοίταξε ήρεμα, αργά, σαν να διάβαζε κάτι που εκείνη μόλις είχε παραδεχτεί στον εαυτό της.
– Σε παρατηρώ πώς δουλεύεις με το φως, με τον φακό… Υπάρχει κάτι που θέλεις να κρατήσεις υπό έλεγχο, αλλά δεν το αφήνεις να περάσει. Μερικές φορές αυτό που φοβόμαστε περισσότερο, δεν είναι το ύψος ούτε το κενό. Είναι η στιγμή που πρέπει να αφήσουμε κάτι να μας σηκώσει.
Δεν απάντησε αμέσως. Η φωνή του δεν ήταν συμβουλή αλλά παρατήρηση.
– Και ξέρεις, συνέχισε, όταν αφήνεις λίγο χώρο για να πετάξεις, ανακαλύπτεις ότι δεν χάνεις τον έλεγχο. Μαθαίνεις να τον μοιράζεσαι με «κάτι» που ξέρει. Όταν θελήσεις, θα είμαι εκεί.
Γύρισε το κεφάλι της ξανά προς το παράθυρο. Η επιλογή ήταν δική της και η αλήθεια είναι πως η περιέργεια είχε αρχίζει να κερδίζει χώρο μέσα της.

Τις επόμενες μέρες, η ζωή στο Chamonix κυλούσε με το δικό της ρυθμό. Ανέβαιναν σε πλαγιές και κορφές, στήνοντας μηχανές και φακούς. Η Άννα παρατηρούσε, ρύθμιζε, κρατούσε σημειώσεις για τις τεχνικές που δούλευαν κι αυτές που απέτυχαν. Η επιστροφή στην Ελλάδα πλησίαζε και μαζί της η αίσθηση ότι κάτι έμεινε ανοιχτό, κάτι που θα της έδινε την ευκαιρία να αποφασίσει για τον ίδιο της τον φόβο και την περιέργεια.

Συναντήθηκαν σε μια πεζοπορία. Ο Στέφανος περνούσε αργά, με το κράνος στο χέρι κι ένα χαμόγελο που δεν χρειαζόταν λέξεις. Δεν υπήρχε πίεση. Ήταν απλώς εκεί, σαν να ήταν μέρος του τοπίου και ταυτόχρονα σαν να είχε έρθει για εκείνη.
– Γεια, είπε με την ίδια σταθερή φωνή. Σκέφτηκα ότι ίσως ήρθε η ώρα να δεις τον αέρα από πιο κοντά. Έλα μαζί μου.
Σιωπηλά μέσα της απάντησε το «ναι» και του έδωσε το χέρι της. Την οδήγησε προς τον εξοπλισμό. Της έδωσε το κράνος της, την στολή, τα γάντια και έλεγξε κάθε λουράκι και φερμουάρ με ηρεμία. Ναι, της φάνηκε λίγο τρομακτικό αλλά και πρωτόγνωρο. Έκατσε προσεκτικά στην θέση της.

– Έτοιμη;
– Ναι, ψιθύρισε.
– Κράτα αυτά, είπε δείχνοντας τα brake toggles. Τραβάς λίγο δεξιά, στρίβεις δεξιά. Αριστερά, στρίβεις αριστερά. Μην φοβάσαι, εγώ έχω τον κύριο έλεγχο, εσύ απλά θα νιώθεις. Μπορείς να δοκιμάσεις μικρές κινήσεις με τα χέρια σου για να καταλάβεις πώς ανταποκρίνεται το φτερό.

Με αργό ρυθμό προς την άκρη της πλαγιάς, το ανεμόπτερο άρχισε να γεμίζει αέρα. Ο αέρας γέμιζε τα φτερά και σιγά σιγά τους σήκωνε ψηλά.
– Κράτα τα brake toggles.
Με διστακτικό χέρι η Άννα τράβηξε αριστερά. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά όχι από φόβο αλλά από έκπληξη και χαρά.
– Καλά το έκανες.
Άφησε τα χέρια της να χαλαρώσουν… κοιτούσε κάτω, τα βουνά και οι κορυφές των Άλπεων έμοιαζαν με μικρά κομμάτια γης, ενώ τα σύννεφα έμοιαζαν να περνούν μέσα από αυτήν. Ένιωσε μια βαθιά ηρεμία, σαν να είχε αφήσει πίσω της ό,τι την κρατούσε. Πετούσαν σχεδόν είκοσι λεπτά και η σιωπή ανάμεσά τους ήταν απόλυτη, γεμάτη μόνο από τον ψίθυρο του ανέμου. Έκλεισε τα μάτια της για ένα δευτερόλεπτο κι απόλαυσε την ηρεμία. Ο Στέφανος άρχισε να κατεβάζει το ανεμόπτερο με ήρεμες και σταθερές κινήσεις. Ένα μικρό άλμα, μια ήρεμη δόνηση και η Άννα βρέθηκε ξανά με τα πόδια της στο έδαφος. Η καρδιά της χτυπούσε ακόμη, αλλά όχι από φόβο. Ήταν ευγνωμοσύνη, γαλήνη και η αίσθηση ότι είχε αφήσει πίσω ότι την κρατούσε περιορισμένη.

– Σ’ ευχαριστώ, είπε τελικά χαμηλόφωνα. Αν δεν ήσουν εσύ…
Ο Στέφανος κούνησε ελαφρώς το κεφάλι.
– Μην το κάνεις αυτό. Οι άνθρωποι σαν εμένα δεν σώζουν κανέναν. Απλώς δείχνουμε τον αέρα.
Την κοίταξε για λίγο… όχι τρυφερά αλλά καθαρά.
– Οι πιλότοι δεν κρατάμε τους άλλους κοντά μας. Μαθαίνουμε να διαβάζουμε τον ουρανό και να κινούμαστε μέσα του. Κι όταν έρθει η ώρα, αφήνουμε τον καθένα να πετάξει μόνος του.
– Δεν δένεστε;
– Δεχόμαστε τον άνεμο. Δεν τον κρατάμε. Αν προσπαθήσεις να κρατήσεις τον ουρανό, πέφτεις.

Τα λόγια του δεν την πλήγωσαν. Αντίθετα την σταθεροποιήσαν. Εκείνη δεν είχε ανάγκη να κρατήσει κανέναν. Είχε ανάγκη να μάθει να στέκεται. Και ίσως αυτό της είχε δώσει. Δεν υπήρχε υπόσχεση, δεν υπήρχε υπόλοιπο.

Λίγες μέρες αργότερα, το αεροπλάνο της επιστροφής άφηνε πίσω του τις Άλπεις. Η Άννα ταξίδευε χωρίς τον παλιό κόμπο στο στομάχι. Στις αποσκευές της είχε τις φωτογραφίες της ομάδας, μα το πιο καθαρό καρέ δεν είχε αποτυπωθεί σε κάρτα μνήμης. Το κουβαλούσε μέσα της. Είχε μάθει πως ο φόβος δεν νικιέται με έλεγχο αλλά με επίγνωση, πως κάποιοι άνθρωποι περνούν από την ζωή σου όχι για να μείνουν, αλλά για να σου θυμίσουν τι μπορείς να αντέξεις. Δεν γίνονται προορισμός αλλά κατεύθυνση. Η συνάντησή τους κρατά όσο μια πτήση, αρκετή για να αλλάξεις ορίζοντα.

Νατάσα Ξαγοράρη

One response to “Εκεί που τελειώνει ο φόβος”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading