Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι στα χέρια της κρατούσε ένα γράμμα από την ερωμένη του άντρα της. Ήθελε να το σκίσει, να το κάνει χίλια μικρά κομμάτια μα έπρεπε να το κρατήσει, να έχει αποδείξεις.
Σεπτέμβριος, 1970
Αγαπημένε μου,
Τελείωσε κιόλας το καλοκαίρι. Πόσο γρήγορα πέρασε ο καιρός. Και πόσο όμορφα περάσαμε. Ήταν το ωραιότερο καλοκαίρι της ζωής μου. Μου λείπει ο ποταμός που κολυμπούσαμε. Ακόμα ακούω το νερό του να κυλάει στα αυτιά μου. Τα γέλια και τις φωνές των φίλων μας. Ακόμα μυρίζω τις τριανταφυλλιές στον κήπο της γιαγιάς σου. Όλα μου λείπουν. Σφίγγω στον λαιμό μου τον μικρό σταυρό που μου χάρισες και νιώθω σαν να κρατάω εσένα στα χέρια μου. Θυμάμαι τις βόλτες μας με τα παιδιά στο λιμανάκι, τις σοκολάτες που τρώγαμε ενώ περπατούσαμε κάτω από το ηλιοβασίλεμα, το φαγητό σε εκείνη την μικρή ταβέρνα, το γλυκό του κουταλιού που μας κερνούσε η θεία σου στην αυλή της.
Εκείνο το βράδυ στην πλατεία, που είδαμε την ασπρόμαυρη ταινία και κάναμε ησυχία και εσύ έβρισκες ευκαιρία και μου ψιθύριζες γλυκόλογα στο αυτί. Τις Κυριακές στην εκκλησία, εγώ φορούσα εκείνο το φόρεμα με τα φουσκωτά μανίκια και εσύ το παντελόνι με το γιλέκο που τόσο μου άρεσε. Θυμάσαι που στο είχα πει; Πάντα το ίδιο έβαζες και τώρα αναρωτιέμαι αν το έκανες επειδή στο είπα.
Μόλις έπεφτε ο ήλιος και δρόσιζε, βγαίναμε όλη η παρέα και τριγυρνούσαμε στο χωριό. Από όπου περνούσαμε μας χαιρετούσαν, οι γυναίκες που έβγαιναν και κάθονταν στα σκαλιά των σπιτιών και έκαναν αέρα με τις βεντάλιες τους και οι άντρες που έπιαναν τα τραπέζια στα καφενεία. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ που είχε αφόρητη ζέστη και την έβγαλε όλη η γειτονιά στρωματσάδα στις αυλές κάτω από τις κληματαριές και στις ταράτσες με σεντόνι τον ουρανό κεντημένο με τα αστέρια του. Σκεφτόμουν πώς θα ήταν να με είχες στην αγκαλιά σου εκείνο το βράδυ και να αποκοιμόμουν πάνω στα χέρια σου.
Στις βόλτες μιλούσαμε για τα όνειρα, τις σπουδές, τις δουλειές που θα κάναμε στο μέλλον. Και εγώ κατάλαβα πως δεν ήθελα τίποτα αν δεν ήσουν εσύ μέσα σε αυτά. Αλλά εσύ θα φύγεις στον στρατό και μου είπες να κάνω υπομονή δύο χρόνια μέχρι να γυρίσεις. Και πως μόλις το κάνεις θα έρθεις αμέσως να με ζήτησες. Πώς θα περάσει ο καιρός;
Δεν θα έρθω δύο χρόνια στο χωριό. Θα βρω δικαιολογία στους γονείς μου και θα πηγαίνω στης θείας μου στην θάλασσα. Θα περιμένω μέχρι να γυρίσεις για να επιστρέψω ξανά εκεί. Η πόλη με πνίγει, δεν μοιάζει σε τίποτα με το χωριό. Εδώ δεν κελαηδούν τα πουλιά. Δεν ανθίζουν τα λουλούδια. Εδώ δεν έχει χρώματα και αρώματα, δεν έχει ψυχή. Μα κυρίως δεν έχει εσένα, Μάρκο μου. Και χωρίς εσένα δεν έχει τίποτα. Όμως χωρίς εσένα τελικά ούτε το χωριό θα είχε χρώματα και αρώματα και ούτε ψυχή. Όπου είσαι εσύ, είναι η ζωή μου.
Η πιο μοναδική στιγμή όμως, εκείνη που κρατάω με περισσότερη ευλάβεια στην καρδιά μου, ήταν το φιλί μας. Το πρώτο μου. Το πρώτο μας. Εκείνο το βράδυ, που το σκάσαμε και συναντηθήκαμε στον ποταμό. Εκεί που μου ορκίστηκες αιώνια αγάπη κάτω από αμέτρητα αστέρια για μάρτυρες. Πως είμαι και θα είμαι η μία, η μοναδική. Η μόνη γυναίκα της ζωής σου. Εκεί που σου ορκίστηκα πως είσαι και θα είσαι ο ένας και μοναδικός. Ο μόνος που θα αγαπά η ψυχή μου. Εκεί σφραγίσαμε την υπόσχεση αυτή με το φιλί μας. Ένα φιλί που ακόμα νιώθω στα χείλη μου. Τα αγγίζω και προσμένουν με λαχτάρα το επόμενο. Περιμένω. Γιατί εσύ, Μάρκο μου, είσαι ό,τι ομορφότερο έχω. Θα σε περιμένω, όσο κι αν χρειαστεί.
Για πάντα δική σου, Βεατρίκη.
«Μπέτυ, εδώ είσαι; Δεν με ακούς που σε ψάχνω;»
Σήκωσε τα μάτια της σαν δύο άδειους ουρανούς. Τον κοίταξε σαν να της έκλεψε το φως από μέσα της.
«Τι συμβαίνει; Τι διαβάζεις εκεί;»
«Το γράμμα της ερωμένης σου! Αυτό διαβάζω! Ήθελα να το κομματιάσω, να το πετάξω. Μα ήθελα να το δεις ότι το βρήκα. Ξέρω, Μάρκο! Ξέρω ότι αγάπησες κάποια άλλη. Και σε αγάπησε και αυτή. Γιατί παντρεύτηκες εμένα αφού είχες τάξει σε αυτό το κορίτσι γάμο; Πώς μπόρεσες; Δεν σκέφτηκες πώς θα ένιωσε; Την πρόδωσες όπως πρόδωσες και εμένα!»
«Μπέτυ, μην κλαις. Έλα, χαρά μου»
«Αυτά που περάσατε μαζί… Αυτές τις όμορφες στιγμές που περιγράφει στο γράμμα της… Τα διέγραψες όλα σαν να μην έγιναν ποτέ. Πού είναι; Πού είναι αυτή η γυναίκα να της πω ότι ξέρω τον πόνο που πέρασε; Πως και εμένα με τον ίδιο τρόπο με πρόδωσες;»
«Εδώ είναι, Μπέτυ μου», έπιασε τον μικρό σταυρό από τον λαιμό της και τον φίλησε.
«Ξέχασα πάλι;»
«Δεν πειράζει, καρδιά μου», έπιασε τα ρυτιδιασμένα χέρια της και τα φίλησε και αυτά.
«Σε αγαπώ, Μάρκο μου»
«Και εγώ, Βεατρίκη μου. Είσαι η μία και μοναδική. Ο έρωτας της ζωής μου. Η μάνα των παιδιών μου. Η καλύτερη μου φίλη. Είσαι ακόμα και η… ερωμένη μου! Είσαι όλη μου η ζωή. Και τότε και τώρα και για πάντα!»
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
