Ο Μάρκος περπατούσε πάνω κάτω στο σαλόνι, τσεκάροντας κάθε τόσο την ώρα. Ανέμενε την Όλγα από στιγμή σε στιγμή και είχε σκεφτεί ακριβώς τι θα της πει. Το κλειδί ακούστηκε στην πόρτα. Μπήκε μέσα και άφησε την βαλίτσα στο πλάι του χολ. Φώναξε ένα ξερό “Γύρισα” και έβγαλε τα παπούτσια και το φουλαρι της.
“Γεια”
“Μην χαίρεσαι τόσο που με βλέπεις”
“Προτείνω να κάνεις ένα μπάνιο και να μιλήσουμε”
Η Όλγα γούρλωσε τα μάτια της.
“Τι; Επισπεύδεται ο γάμος;”
“Όχι, ακυρώνεται”
“Αλήθεια;”, ρώτησε με συγκρατημένο ενθουσιασμό. “Γιατί;”
“Δεν μπορώ άλλο. Θα μιλήσω στους δικούς μου και θα σε αποδεσμεύσω κι εσένα από αυτό το θέατρο του παράλογου”
“Δεν έχεις μιλήσει ακόμα στον πατέρα σου;”, ρώτησε όλο απογοήτευση η Όλγα
“Θα το κάνω απόψε. Έχουμε οικογενειακό τραπέζι. Επέμεναν να έρθεις, αλλά τους είπα ότι τελικά γυρίζεις αύριο”
“Μάλιστα…”
“Δεν περίμενα να χαρείς”
“Μάρκο, δεν με έχεις αγγίξει δύο χρόνια! Ένα φιλί δώσαμε κι αυτό για τις ανάγκες των φωτογραφιών του αρραβώνα. Τα χείλη σου ήταν πιο μαγκωμένα και από κλειστή τανάλια! Δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί και χαίρομαι που επιτέλους το είδες”
“Γιατί δεν το είπες νωρίτερα;”
“Δεν ήθελα να είμαι εγώ η αιτία του κακού”
“Δηλαδή θα έμενες μαζί μου για να μην βγει η φήμη ότι εσύ διέλυσες τον αρραβώνα;”
“Η γνώμη του κόσμου ξέρεις”, είπε και ανασήκωσε τους ώμους της. “Πάω για μπάνιο. Εύχομαι να επιστρέψεις με καλά νέα”
Ο Μάρκος οπλίστηκε με δύναμη. Είχε έναν ισχυρό αντίπαλο να αντιμετωπίσει απόψε και θα το έκανε για χάρη εκείνων των δύο ρουμπινένιων ματιών που έκαναν την καρδιά του να πεταρίζει.
Μπήκε σπίτι του, φορώντας ένα καλό κοστούμι, με γραβάτα και μανικετόκουμπα.
Η βραδιά ξεκίνησε με ανακοινώσεις περί των μετοχών από τον πατέρα του. Συνεχίστηκε με κουτσομπολιά από την υψηλή κοινωνική τάξη και κατέληξε στον γάμο του με την Όλγα.
“Δεν θα γίνει”, είπε αυστηρά και κοίταξε τον πατέρα του κατάματα. Τρία σετ μαχαιροπίρουνα έμειναν να αιωρούνται. Ο δυνατός κρότος από το σερβίτσιο του πατέρα έσπασε τη σιωπή.
“Μια ζωή ανίκανος! Τι έκανες και σε παρατάει;”
Η μητέρα του και ο αδερφός του κοιτούσαν αμίλητοι.
“Είναι κοινή συναινέσει. Κοροϊδεύουμε ο ένας τον άλλον δύο χρόνια. Αυτό που ήθελες έγινε. Έχει ακουστεί το όνομά σου στα καλύτερα σαλόνια. Έχεις ξεχρεώσει! Από εδώ και πέρα παίρνω την ζωή μου στα χέρια μου”, είπε σταθερά και δυναμικά ο Μάρκος
“Γύρνα πίσω και ζήτα συγνώμη. Δεν θα γίνω εγώ ρεζίλι εξαιτίας σου!”
“Μια ζωή μπερδεύαμε τον σεβασμό με την άβουλη υπακοή. Σε σένα. Μας χρησιμοποιείς σαν πιόνια!”
“Σιωπή!”, φώναξε ο πατέρας που είχε κοκκινίσει μέχρι και ο λαιμός του
Ο Μάρκος πέταξε την πετσέτα που είχε στα πόδια του με ένταση στο τραπέζι και σηκώθηκε να φύγει.
“Αν φύγεις τώρα να μην ξαναγυρίσεις!”
Αντάλλαξαν μια ματιά που έκανε και τους άλλους δύο στο δωμάτιο να σηκωθούν όρθιοι να τους προλάβουν πριν πιαστούν στα χέρια.
“Άργησα να δω την πραγματικότητα. Μου κατέστρεψες τη ζωή μια φορά. Δεν θα σε αφήσω να το κάνεις και δεύτερη”, είπε και προχώρησε προς την πόρτα.
Ο πατέρας του έκατσε στη θέση του. Πήρε τα μαχαιροπίρουνα στο χέρι και έκανε νόημα στη γυναίκα και τον Κοσμά να συνεχίσουν το γεύμα τους. Εκείνοι έπραξαν όπως τους είπε κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης μόλις που αχνοφαινόταν στα χείλη του.
Ο Μάρκος πήρε τηλέφωνο στην υπηρεσία και είπε ότι λόγω προσωπικών ζητημάτων δεν θα μπορούσε να αναλάβει τη βάρδια απόψε.
Άνοιξε την πόρτα του ισογείου και για πρώτη φορά κοίταξε την Όλγα με χαρά και ανυπομονησία.
“Θα πρέπει να αντιμετωπίσεις όλα τα κουτσομπολίστικα σάιτ που από αύριο θα συζητούν τον χωρισμό μας”
“Θα το αντέξω”, είπε μην μπορώντας να συγκρατήσει το χαμόγελό της. “Φεύγω, λοιπόν. Πάω στον αεροπόρο μου”
Ο Μάρκος την κοίταξε ξαφνιασμένος.
“Με απατάς;”, τη ρώτησε σχεδόν με ψαρωτικό ύφος
“Άντε ρε!”, του είπε και τον χτύπησε στον ώμο. Είχε μαζέψει ήδη τα περισσότερα από τα πράγματά της. “Θα στείλω κάποιον να μου φέρει και τα υπόλοιπα”
“Έγινε. Σε ευχαριστώ Όλγα. Για την υπομονή σου…”
Τον πλησίασε και στάθηκε απέναντί του. Σηκώθηκε στις μύτες και πέρασε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Εκείνος τα έπιασε από τους πήχεις.
“Είσαι πολύ όμορφος Μάρκο, αλλά αυτά τα χείλη δεν προορίζονται για μένα. Είναι τυχερή η κοπέλα που της είσαι τόσο αφοσιωμένος. Δύο χρόνια και δεν υπέκυψες σε τίποτα. Δεν σου πέρασε στιγμή να… ξέρεις”
Απομάκρυνε τα χέρια της από τον λαιμό του κι έκανε ένα βήμα πίσω.
“Όχι”, απάντησε ψυχρά. “Να σε βοηθήσω με τη βαλίτσα”
Η Όλγα πέρασε μπροστά και του υπέδειξε πού να βάλει την βαλίτσα στο τζιπ της. Δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα.
Ο Μάρκος κοιμήθηκε στο διαμέρισμα μόνος του. Το επόμενο πρωί περίμενε να φύγει πρώτα η Κωνσταντίνα κι αμέσως έκανε κάποια τηλεφωνήματα. Όταν έφτασε πια μεσημέρι, ετοιμάστηκε κι ανέβηκε στη μηχανή. Μετά από περίπου μία ώρα βρισκόταν κάτω από την εταιρία όπου δούλευε η Κωνσταντίνα. Ήξερε τί ώρα σχολάει και ευτυχώς είχε καταφέρει να τα έχει όλα έτοιμα ακριβώς δέκα λεπτά πριν κατέβει.
Η Κωνσταντίνα βγήκε με γρήγορο βήμα και το κεφάλι κάτω, προσηλωμένη σε κάποιο μέιλ που διάβαζε στο κινητό.
“Κωνσταντίνα μου;”, η γνώριμη βαριά φωνή την ακινητοποίησε. Σήκωσε το βλέμμα της και τον είδε απέναντί της με ένα μαύρο blue navy πουκάμισο, με σηκωμένα τα μανίκια, που αγκάλιαζε τις γυμνασμένες του πλάτες και τα μπράτσα, ένα τζιν παντελόνι κι ένα ζευγάρι λευκά StanSmith. Στεκόταν δίπλα από τη μηχανή και τα μάτια του έλαμπαν. Της κόπηκε η ανάσα. Περπάτησε προς το μέρος της με ένα ανέμελο αλλά σταθερό βήμα και στάθηκε μπροστά της. Της έδωσε μια σακούλα.
“Τι είναι αυτό;”, ρώτησε, ενώ το τυχαίο άγγιγμα των χεριών τους της προκάλεσε μικρούς σπινθήρες σε όλο της το σώμα
“Εκεί που θα πάμε, θέλει μια… ιδιαίτερη ενδυμασία”
Η Κωνσταντίνα τον κοίταξε με έκπληξη και απορία.
“Θα στα πω όλα στο ραντεβού μας. Άλλαξε ρούχα και σε περιμένω”
Η Κωνσταντίνα ξαναμπήκε στο κτήριο και κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες. Άνοιξε την σακούλα και έβγαλε ένα αέρινο λιλά μίνι φορεμα. Το κοίταζε με δέος. Ήταν από τα αγαπημένα της, αλλά άπιαστο στην τιμή. Μαζί βρήκε κι ένα κουτί κοσμηματοπωλείου, μέσα στο οποίο υπήρχε ένα ασημί βραχιόλι κι ένα ασορτί κολιέ με διαμάντια που γυάλιζαν και τέλος ένα κουτί από πασίγνωστο μαγαζί υποδημάτων, που ανοίγοντάς το αντίκρισε ένα ζευγάρι ασημένια πέδιλα με μωβ λεπτομέρειες. Τα φόρεσε αμέσως και φρέσκαρε το μέικ απ της.
Μόλις την είδε ο Μάρκος, του κόπηκε η ανάσα. Η Κωνσταντίνα ήταν όμορφη έτσι κι αλλιώς, αλλά τώρα, με τόσο κλασάτη εμφάνιση, αναδεικνυόταν ακόμα περισσότερο η ομορφιά της.
“Πάμε;”, τη ρώτησε και τη βοήθησε να ανέβει στη μηχανή. Έφτασαν στον Εθνικό Κήπο. Η Κωνσταντίνα τον κοίταξε με απορία, παρόλα αυτά τον ακολούθησε. Τον διέσχισαν σχεδόν όλο κρατώντας ο ένας τον άλλον από το χέρι. Φτάνοντας προς το τέλος του, σταμάτησε να περπατάει και έβαλε τα χέρια στο στόμα της. Μπροστά της απλωνόταν ένα τεράστιο κόκκινο ύφασμα πάνω στο οποίο υπήρχαν λουλούδια, δύο κολονάτα ποτήρια, ένα μπουκάλι κρασί και 10 κουτάκια με σούσι. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την απόλυτη σιωπή, την έκαναν να κοιτάξει με απορία τον Μάρκο.
“Τι έκανες;”
“Εκμεταλλεύτηκα κάποιες γνωριμίες για να είναι το νέο πρώτο μας ραντεβού… αξέχαστο”
“Έκλεισες τον Εθνικό Κήπο για…”
“Εμάς”
“Μα πώς;”
“Έχω τις άκρες μου”, της είπε και από τα μάτια του πέρασε ένα παιχνιδιάρικο ύφος.
Έκατσαν αντικριστά στις μεγάλες μαξιλάρες. Ο Μάρκος, αφού έβαλε κρασί στα ποτήρια τους, της αφηγήθηκε όσα είχαν προηγηθεί.
“Είναι πολύ γενναίο και δύσκολο αυτό που έκανες… αλλά… μήπως πρέπει να τα βρεις με τους γονείς σου; Σε κάθε περίπτωση είσαι παιδί τους και σ’ αγαπούν”
“Δεν ξέρω Κωνσταντίνα μου, κάτι έχει σπάσει μέσα μου… Μπορούμε να μην μιλάμε άλλο για αυτό; Τώρα είμαστε εγώ κι εσύ. Εγώ έχω όλα όσα θέλω απέναντί μου. Εσύ;”
Η Κωνσταντίνα ένιωσε ένα μούδιασμα σε όλο της το σώμα. Ένιωθε το κάψιμο από το βλέμμα του στο ακάλυπτο σημείο των μηρών της. Ο Μάρκος την πλησίασε.
“Με έχεις συγχωρέσει;”, τη ρώτησε ψιθυριστά και ακούμπησε το χέρι του πάνω στο πόδι της
“Ίσως να χρειάζεται λίγη προσπάθεια ακόμα”, απάντησε με κατακόκκινα μάγουλα. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτε άλλο. Ο Μάρκος ήξερε ακριβώς τα κουμπιά της και η αίσθηση της επικινδυνότητας του δημοσίου χώρου το έκανε ακόμα πιο έντονο…
Το βράδυ επέστρεψαν σπίτι χέρι χέρι. Στην είσοδο της πολυκατοικίας πέτυχαν την κυρία Στέλλα. Στην αρχή τους κοίταξε απορημένη, μα αμέσως τους χαμογέλασε.
“Εσείς οι δύο ταιριάζετε. Λεβέντη μου, πήρες τη σωστή απόφαση”, του είπε και του τσίμπησε το μάγουλο.
Αγγελική Ανδριοπούλου
Τέλος
