Ιδέα για την Κρήτη δεν είχα καμία. Σαν να μην υπήρχε ποτέ πραγματικά στον χάρτη των επιθυμιών μου. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί εκτός από την επαναστατική ιστορία του νησιού, τον Κορνάρο, τον Καζαντζάκη, τον Ξυλούρη και κάποια ακόμα ιστορικά πρόσωπα, δεν ήξερα τίποτα άλλο για αυτόν τον τόπο ή μάλλον ήξερα μόνο για τις παραξενιές αυτού του τόπου. Κι έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να παίρνω τον δρόμο για τη νοτιότερη πόλη της Ελλάδας. Όχι από όνειρο, αλλά από ανάγκη, όχι από λαχτάρα, αλλά από συγκυρία.
Τέλη Σεπτεμβρίου έφτασα με μια βαλίτσα γεμάτη ρούχα και μια καρδιά γεμάτη στενοχώρια, γιατί βρισκόμουν πλέον πολύ μακριά από τον τόπο μου. Ένιωθα την ανάσα μου κοφτή, το βλέμμα μου πρέπει να έδειχνε πληγωμένο, γιατί συνέχεια με ρωτούσαν αν είμαι καλά και γιατί συνέχεια σκεφτόμουν το διάστημα που έπρεπε να μείνω εκτός της πόλης μου, σκεφτόμουν το σπίτι μου, τους ανθρώπους μου, γενικά ό,τι εκείνη τη στιγμή ένιωθα ότι στερούμαι. Ήμουν μετανιωμένη για την επιλογή μου και αισθανόμουν αγχωμένη και ξένη.
Τι κι αν μια παιδική μου φίλη μού μιλούσε με ενθουσιασμό για αυτό το μέρος; Οι κουβέντες της μου φαίνονταν άδειες και κάποιες στιγμές με εκνεύριζαν κιόλας, γιατί εγώ πλέον ήμουν στο νησί παρέα με τη θλίψη μου, που είχε απλώσει ρίζες πριν καν προλάβω να σταθώ. Το μόνο που στην αρχή έκανα, είναι να μετράω τους μήνες που έπρεπε να παραμείνω σε αυτό το μέρος, να σκέφτομαι σχεδόν εμμονικά πώς θα περάσει γρήγορα ο χρόνος και πώς θα φτάσει η ώρα να φύγω.
Για πρώτη φορά έμενα σε σπίτι με κήπο. Ένα κομμάτι γης που δεν ήξερα τι να το κάνω. Για πρώτη φορά ήπια ρακή, που μου φάνηκε πικρή, δυνατή, σχεδόν επιθετική, όπως μου φαινόταν τότε και το ίδιο το μέρος. «Δε μου αρέσει τίποτα», έλεγα ξανά και ξανά, σαν να προσπαθούσα να πείσω πρώτα τον εαυτό μου. «Θέλω να πάω σπίτι μου».
Ερχόμενη εδώ, κουβαλούσα και έναν ακόμα φόβο, ότι θα βρω ανθρώπους σκληρούς με τα ζώα, ότι ο σκύλος μου δεν θα είναι ασφαλής. Όμως σχεδόν αμέσως, ο φόβος αυτός άρχισε να διαλύεται. Γνώρισα ανθρώπους που αγαπούν τα ζώα, που τα φροντίζουν, τα προσέχουν, τα βλέπουν σαν κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Φυσικά, όπως παντού, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Οι άνθρωποι που αφήνουν μια σκιά, που αμαυρώνουν την εικόνα. Μα δεν είναι αυτοί που καθορίζουν έναν τόπο, είναι απλώς μια υπενθύμιση ότι το καλό και το κακό συνυπάρχουν παντού.
Ο Οκτώβριος κύλησε βαριά, σχεδόν ασήκωτος. Οι μέρες δεν περνούσαν, αλλά σέρνονταν. Και εγώ μαζί τους. Τις μισές μέρες έκλαιγα και τιις άλλες μισές απλώς περίμενα να περάσουν. Κάπου μέσα στον Νοέμβριο, χωρίς θόρυβο, χωρίς κάποια μεγάλη στιγμή, κάτι άρχισε να αλλάζει. Σαν να μαλάκωσε λίγο ο αέρας ή σαν να έμαθα εγώ να αναπνέω διαφορετικά μέσα του. Μικρά πράγματα άρχισαν να μου φαίνονται λιγότερο ξένα. Τα χαμόγελα στον δρόμο μου έγιναν οικεία και σιγά σιγά ο ήχος της ομιλίας των ανθρώπων έγινε γνώριμος. Η εκκωφαντικη αμηχανία του πρώτου καιρού σιγά σιγά αποχωρούσε. Και ύστερα ήρθαν τα Χριστούγεννα. Η επιστροφή στο σπίτι, εκεί που όλα ήταν γνώριμα, ζεστά, δικά μου. Και όταν ήρθε η ώρα να γυρίσω πίσω στο νησί, η γκρίνια επέστρεψε μαζί μου. Χειμώνας πια. Οι μέρες μικρές, ο ήλιος φειδωλός. Τι να κάνεις σε έναν τόπο που τον έχεις ταυτίσει με καλοκαίρι, όταν το καλοκαίρι λείπει;
Κι όμως, ο χειμώνας πέρασε. Σαν νερό που κυλά χωρίς να το καταλάβεις. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ήσυχες μέρες και απλές στιγμές, ήρθε η άνοιξη. Και με βρήκε αλλιώς. Με βρήκε να κοιτάζω γύρω μου και να αναγνωρίζω γνώριμα πράγματα, εκεί που πριν έβλεπα μόνο απόσταση. Άρχισα να συμπαθώ αυτόν τον τόπο. Σιγά σιγά, σχεδόν διστακτικά στην αρχή και μετά με έναν τρόπο βαθύ και αληθινό.
Συμπάθησα τους ανθρώπους, τους έμαθα, τους παρατήρησα. Ντόμπροι, χωρίς περιττά στολίδια. Περήφανοι, με μια αξιοπρέπεια που δεν ζητά επιβεβαίωση. Ξεκάθαροι, με λόγια που δεν κρύβονται. Απλοί, ανεπιτήδευτοι, φιλόξενοι με έναν τρόπο που δεν προσποιείται. Ακόμα και την τραχύτητά τους, εκείνη που στην αρχή με τρόμαζε, έμαθα να τη διαβάζω αλλιώς, να τη βλέπω σαν μια άλλη μορφή ειλικρίνειας, σαν έναν τρόπο να είναι κανείς αληθινός χωρίς φίλτρα και επιτηδευμένη προσπάθεια.
Η Κρήτη δεν είναι μόνο όμορφη. Είναι κάτι περισσότερο από εικόνα. Είναι αίσθηση. Η Κρήτη είναι οι άνθρωποί της, το γέλιο τους, αυτό το δυνατό, καθαρό και αβίαστο γέλιο τους, η καρδιά τους, η ανοιχτή, η πληθωρική καρδιά, που δεν έχει δεύτερες σκέψεις, η φιλοξενία τους, που για αυτούς δεν είναι υποχρέωση, αλλά αυτονόητη πράξη. Η Κρήτη είναι ακόμα και η τραχιά παρορμητικότητα των ανθρώπων, που συχνά δείχνει σαν επιθετικότητα. Ναι, εδώ είδα ξεκάθαρα τι σημαίνει φιλοξενία και δοτικότητα. Είδα ξεκάθαρα τα φιλέματα, που δεν περιμένουν αντάλλαγμα, είδα την περηφάνια και την απουσία μιζέριας. Ξαφνικά μου φάνηκε σαν να κοίταζα τα πάντα μέσα από ένα παράθυρο σε πίνακα ζωγραφικής, που μου χάριζε μια γαλήνια θέα στο ατελείωτο μπλε της θάλασσας και του ουρανού.
Η άνοιξη με βρήκε να πίνω ρακή και να το απολαμβάνω. Με βρήκε να ακούω λύρα και να χαίρομαι. Με βρήκε να φυτεύω λουλούδια στον κήπο παίρνοντας βαθιές αναπνοές, που με γέμιζαν ανοιξιάτικες μυρωδιές ανακατεμένες με τη μυρωδιά της θαλασσινής αύρας. Η άνοιξη με βρήκε να έχω φίλους εκεί κάτω. Να κάνω βόλτες σε δρόμους που πλέον ήξερα, να κάθομαι και να αγναντεύω τη θάλασσα, να φαντάζομαι το καλοκαίρι που ερχόταν και μάλιστα να το περιμένω, να περιμένω το καλοκαίρι σε αυτή τη γωνιά του κόσμου. Και μαζί με αυτή τη σκέψη να μου γεννιέται και μια άλλη: πόσο θα μου λείψει αυτός ο τόπος όταν τον αφήσω πίσω!
Η Κρήτη για μένα είναι όλα εκείνα που λείπουν από τα «δήθεν» των πόλεων. Όλα εκείνα που δεν φωνάζουν, αλλά σε κερδίζουν σιγά σιγά, μέχρι να καταλάβεις ότι έχουν ήδη ριζώσει μέσα σου. Οι μαζώξεις, τα γλέντια, το συλλογικό είναι μια καθημερινότητα. Κατανόησα πολύ καλα το λόγο που Κρητικοί σε άλλα μέρη δηλώνουν τον πόνο για την απουσία τους από το νησί τους. Είναι τόπος με συλλογικότητα, τόπος που και να θες δεν μπορείς να αισθανθείς μόνος. Γνώρισα ανθρώπους αληθινούς, γέλασα, χόρεψα, μίλησα και επικοινώνησα. Και κάπου εκεί κατάλαβα κάτι που ίσως πάντα ήξερα, αλλά δεν είχα ξαναζήσει: πως έξω από τα στενά όρια της ζωής που συνηθίζουμε, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, ένας κόσμος που δεν σε πιέζει, απλά σε περιμένει, αρκεί να κάνεις το βήμα.
Για μένα, η Κρήτη δεν είναι πια απλώς ένας τόπος. Είναι μια ιδέα. Μια εμπειρία που με άλλαξε χωρίς θόρυβο, που με δίδαξε χωρίς να το καταλάβω. Και αν γυρνούσα πίσω τον χρόνο, αν στεκόμουν ξανά μπροστά σε εκείνη την απόφαση που με οδήγησε εκεί, θα την ξαναεπαιρνα με όλη μου την καρδιά. Και τώρα πια ξέρω γιατί τόσος πολύς κόσμος αγαπάει αυτόν τον ευλογημένο τόπο.
Υ.Γ. Αυτό το κείμενο το γράφω ως φόρο τιμής στον ίδιο μου τον εαυτό, που αφέθηκε τελικά και έζησε μια μοναδική εμπειρία, αλλά κυρίως το γράφω για τους ανθρώπους αυτού του τόπου, που γνώρισα για λίγο καιρό, αλλά με αντιμετώπισαν σα να με ήξεραν χρόνια, σα να μην επρόκειτο να φύγω ποτέ από εδώ. Ξέρω ότι όσα γράφω δείχνουν εξιδανικευμένα και ίσως να είναι, αλλά αυτή η εμπειρία το πιο σημαντικό που μου δίδαξε είναι ότι στη ζωή πρέπει να επικεντρωνομαστε στα θετικά και καθετί αρνητικό να το βλέπουμε σαν δορυφόρο μιας γενικής εικόνας.
Φωτεινή Νικολοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
