Ο αρραβωνιαστικός – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Το επόμενο απόγευμα, βρέθηκε με την Νάσια για ένα χαλαρό ποτό μετά τη δουλειά. Αφού μίλησαν για γενικά θέματα, η Κωνσταντίνα βρήκε το θάρρος και της είπε όλα όσα την συνέδεαν με τον ‘κούκλο του ισογείου’. Φυσικά και η Νάσια της πρότεινε την λύση μέσω “γυμνού διακανονισμού”, αλλά γρήγορα σοβαρεύτηκε και την προέτρεψε να πράξει όπως ακριβώς της είχε πει η Αλεξία.

Επέστρεψε αρκετά σκεπτική σπίτι και ανοίγοντας την εξώπορτα, άκουσε την μηχανή του Μάρκου που πάρκαρε στην αυλή της πολυκατοικίας. Κανονικα θα έπρεπε να αφήσει την πόρτα να κλείσει και να φύγει, αλλά τα λόγια των φιλενάδων της αναπαράγονταν ασταμάτητα στο μυαλό της.

Ο Μάρκος έβγαλε το κράνος και την κοίταξε στα μάτια. Έμειναν για λίγο ακίνητοι και οι δύο. Πρώτος περπάτησε προς το μέρος της εκείνος, με βήμα σταθερό και δυναμικό. Όταν έφτασε μπροστά της, μια ευχάριστη γλυκιά οσμή τριαντάφυλλου γέμισε τα πνευμόνια του. Ένιωσε έντονη την έξαψη μέσα του. Προσπάθησε να μην το αφήσει να φανεί. Τα μεγάλα πράσινα μάτια της έλαμπαν κάτω από το φως και το δέρμα της φαίνονταν τόσο λείο.

Ο Μάρκος έβγαλε το χέρι του πάνω στην πόρτα και το σώμα του κάλυψε το δικό της.
“Εδώ θα μείνουμε;”, η ερώτησή του έσβησε κάθε υπόνοια έξαψης. Η Κωνσταντίνα έκανε δύο βήματα πίσω και η πόρτα έκλεισε. “Είπες ότι πρέπει να μιλήσουμε. Σε ακούω”, είπε αυστηρά σταυρώνοντας τα χέρια της
“Ετσι; Εδώ στην είσοδο; Δεν γίνεται έτσι, Κωνσταντίνα μου”. Το ‘μου’ διαπέρασε όλο της το σώμα και έλιωσε κάθε ψήγμα θυμού που υπήρχε μέσα της. Αμέσως, τσαντίστηκε με τον εαυτό της που ακόμα ένιωθε πράγματα για εκείνον και του είπε νευριασμένα: “Ξέρεις κάτι; Ξέχνα το!” και ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας.

Ο Μάρκος ακούμπησε το κράνος στην εξώπορτα και την ακολούθησε. Μέχρι να ξεκλειδώσει την πρόλαβε και όταν έκανε την κίνηση να μπει μέσα, την έπιασε από το μπράτσο.
“Δεν νομίζεις ότι φτάνει πια το παιδιάρισμά σου; Θέλεις να μιλήσουμε ή όχι;”
“Με πονάς”, απάντησε η Κωνσταντίνα, ενώ άρχισε να βλέπει θολά από τα δάκρυα που ανέβαιναν στα μάτια της και πάσχιζε να τα κρατήσει. Ο Μάρκος πήρε απότομα το χέρι του, σαν να είχε ακουμπήσει πυρακτωμένο σίδερο. Ένιωθε, όμως, ακόμα την καυτή της σάρκα στην παλάμη του. Η Κωνσταντίνα έτριψε το αριστερό της χέρι και κατέπνιξε τα δάκρυα.
“Πέρνα μέσα”, του είπε. Εκείνος μπήκε και στάθηκε όρθιος δίπλα από την πόρτα. “Μην περιμένεις να σταθώ φιλόξενη και να σου πω να κάτσεις. Πες μου τι θέλεις, λοιπόν”, είπε και έκατσε στο μπράτσο του καναπέ διπλώνοντας τα χέρια της.

Ο Μάρκος ξερόβηξε. “Έχεις κάθε δικαίωμα να με αντιμετωπίζεις σαν κόπανο. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, κατάλαβα το λάθος που έκανα. Οι δικοί μου με είχαν γεμίσει με ευθύνες, τύψεις, ενοχές, επικρίσεις. Δεν μου άφησαν περιθώρια. Τους μίλησα για σένα πριν φύγω από τη Γερμανία, Κωνσταντίνα μου”. Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν. “Κι όμως! Τους είπα ότι έχω δύο χρόνια σχέση με μια κοπέλα που με θέλει όπως είμαι”.
“Τι είπες δηλαδή;”, ρώτησε και τα μάγουλά της πήραν ένα ροδαλό χρώμα
“Το ποσό όμορφη είσαι. Πόσο ξεχωριστή, ευγενική, δημιουργική, υπεύθυνη, ήρεμη. Παρέλειψα το ισχυρογνώμων και τον άθλιο συνδυασμό μερέντας με πατατάκια που τρως κρυφά”. Για πρώτη φορά, ένα γέλιο ξέφυγε από την Κωνσταντίνα. “Ότι είσαι στοχοπροσηλωμένη και έχεις κι ένα χαμόγελο που μπορεί να… με μεθύσει”.

Η Κωνσταντίνα τον κοίταζε μέσα στα μάτια. Ο Μάρκος ξεκόλλησε την πλάτη του από τον τοίχο, όμως του έκανε νόημα με το χέρι να μην πλησιάσει πιο κοντά.
“Θέλω και την απάντηση”.
Το βλέμμα του Μάρκου σκοτείνιασε. “Την ξέρεις την απάντηση…”.
“Δεν είμαι αρκετή…”.
“Κάνεις δεν είναι αρκετός για την οικογένειά μου”.

“Μην ξεχνάς την Όλγα”, είπε ειρωνικά.
“Για να τελειώνουμε. Με την Όλγα είναι όλα λευκά!”.
“Αν αυτό ήταν λογοπαίγνιο για το επερχόμενο γάμο σας, πολύ καλό”, συνέχισε η Κωνσταντίνα με ειρωνικό ύφος.
“Για όνομα του Θεού! Τι θέλεις να σου πω δηλαδή; Ότι δεν την έχω αγγίξει γιατί σκέφτομαι μόνο εσένα; Ότι την έχω δει γυμνή και δεν μου έκανε καμία εντύπωση; Μέχρι και η ίδια το πήρε απόφαση μετά από πολλές προσπάθειες ότι δεν θα υπάρξει τίποτα μεταξύ μας, μόνο ένωση οικογενειών. Λες και είμαστε στον Μεσαίωνα!”.

“Το κατακρίνεις, αλλά το δέχεσαι. Γιατί;”.
“Γιατί είμαι ένας δειλός. Μέσα από την αστυνομία έχω μάθει να μην φοβάμαι τους πιο επικίνδυνους κακοποιούς. Στους γονείς μου δεν έχω τα @ρXiδi@ ούτε το βλέμμα μου να υψώσω. Μια ζωή ο πατέρας μου μας δίδασκε τον σεβασμό προς την οικογένεια… Μέχρι που να είναι εύκολο να μας χειραγωγεί”.
Η Κωνσταντίνα ένιωσε την καρδιά της να λιώνει. Πότε μέχρι τώρα δεν είχε συζητήσει με τον Μάρκο για τη σχέση του με τους γονείς του, δεν την είχε αφήσει να δει αυτή την πλευρά του εαυτού του.
“Έψαχνα τρόπους να ξεφύγω από όλο αυτό… Είχα αρχίσει να το συνηθίζω… και μετά ήρθες εσύ και έμεινες δύο ορόφους πιο πάνω… Το θεωρείς τύχη;”.

Η Κωνσταντίνα κούνησε το κεφάλι της. Η λογική επίτασσε να κάτσει εκεί που ήταν, η καρδιά της, όμως, την οδήγησε μπροστά από τον Μάρκο. Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του και μετά χάιδεψε το πρόσωπό του. Τα γένια του γαργάλισαν την παλάμη της η οποία τελικά κατέληξε στο λαιμό του. Οι σφυγμοί του ήταν γρήγοροι, όπως και οι χτύποι στο στήθος της. Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε.
“Έχεις μπει σε μια κατάσταση από την οποία μπορείς να βγεις, αρκεί να παλέψεις. Είναι μια μάχη, όμως, που θα πρέπει να κάνεις μόνος σου… εναντίον όλων. Είμαι πρόθυμη να είμαι δίπλα σου…”.
Τα μάτια του Μάρκου άστραψαν.

“Με συγχωρείς;”, ρώτησε με ανυπομονησία μικρού παιδιού.
“Όχι, αυτό δεν το έχεις κερδίσει ακόμα”.
“Και τι κέρδισα;”.
“Την ευκαιρία να σε συγχωρήσω”.
Ο Μάρκος ακούμπησε τα χέρια του χαμηλά στην πλάτη της. Δεν είχε αφήσει ποτέ κανέναν και καμιά να έρθει σε επαφή με την αδύναμη πλευρά του. Αλλά η Κωνσταντίνα δεν ήταν ο οποιοσδήποτε.

Μια αστραπή φώτισε τον χώρο κι ένα δυνατό μπουμπουνητό ακούστηκε. Τα χείλη τους ενώθηκαν. Φιλούσαν ο ένας τον άλλον με τόση ένταση και πάθος, εκτονώνοντας τα συναισθήματά τους.

Άρχισαν να βγάζουν τα ρούχα με τόση ένταση, που σχεδόν σκίστηκαν. Όταν έμειναν γυμνοί, η Κωνσταντίνα κοίταξε το σμιλεμένο σώμα του Μάρκου και ένιωσε όλο της το κορμί να ανατριχιάζει. Την ξάπλωσε στον καναπε και έπεσε πάνω της σαν πάνθηρας, έτοιμος να κατασπαράξει τον θήραμά του. Αφέθηκε στα χέρια του και όλα τα ζωώδη ένστικτά του ξύπνησαν στο άρωμα του τριαντάφυλλου και της γεύσης της Κωνσταντίνας.

Τελείωσε με ένα ουρλιαχτό και με το σώμα της να τρέμει. Η βροχή ακούγονταν έντονη απ’ έξω, το ίδιο και οι ανάσες τους. Ντύθηκαν και έκατσαν αγκαλιά. Έμπλεξαν τα δάχτυλά τους και χαζευαν την βροχή.
“Κωνσταντίνα μου…”.
“Ξέρω, αυριο έρχεται η Όλγα”, είπε και σκοτείνιασε το βλέμμα της.
“Θα της μιλήσω. Θα βάλω ένα τέλος”.
“Είμαι εδώ. Και για να σε βοηθήσω και για να σε συγχωρήσω. Εσύ αποφασίζεις”.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Ο αρραβωνιαστικός – Μέρος 3ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading