Στέκεται διστακτική, πολύ νωρίς, εκείνο το χειμωνιάτικο πρωϊνό του 1968, στην αρχή του δρόμου. Μακρύς, ατέλειωτος ο δρόμος. Αυτό της λένε τα μάτια και το ανάστημα των σχεδόν επτά χρόνων της.
Είναι στενός, με πυκνοχτισμένα σπίτια και στις δυο μεριές του, άλλα πολύ παλιά κι άλλα ολοκαίνουργια. Μια ολόκληρη συνοικία είναι αυτός ο δρόμος, μια συνοικία ξεχωριστή, με το δικό της όνομα: «Τα Ψαριανά».
Το παγερό ξεροβόρι μαστιγώνει γερά τα πόδια της, τα παγώνει από τα σοσόνια μέχρι το στρίφωμα της φούστας. Από τη βιασύνη της δεν φόρεσε το σκουφάκι της, μήτε το κασκόλ και τα γάντια της. Χώνει τα χέρια στις τσέπες και σφίγγει καλά πάνω της το παλτουδάκι, καθώς αναμετρά τις πόρτες που σκοπεύει να χτυπήσει.
Κρυώνει πολύ, μα είναι αποφασισμένη να συνεχίσει, γιατί βλέπει στο τέρμα εκείνου του δρόμου ένα όραμα λαμπερό: μια βιτρίνα που φωτοβολεί μέσα στη μολυβένια συννεφιά του πρωϊνού.
Βαθιά ανάσα και ξεκινά.
Χτυπάει το πρώτο ρόπτρο. Μια, δυο φορές. Καμιά απόκριση. Θα λείπουν. Παραμονή Πρωτοχρονιάς είναι, και θα άνοιξαν νωρίς το μπακάλικο ο κύριος Ιάκωβος και η γυναίκα του η κυρία Ρόζα, που τον βοηθά και κάθεται στο ταμείο.
Δεν αποθαρρύνεται. Το όραμα της βιτρίνας την κεντρίζει να συνεχίσει και τα στολίδια που έχει γύρω – γύρω: πράσινες γιρλάντες, απ’ όπου κρέμονται κόκκινες μπάλες, αστραφτερές.
Στο διπλανό σπίτι έχει φως. Χτυπάει το κουδούνι, το καγκελόφραχτο τζάμι μισανοίγει, μια γυναικεία φωνή ρωτάει ποιος είναι.
– Να σας τα πούμε; τιτιβίζει εκείνη κι είναι πανέτοιμη να πει όλα τα κάλαντα από την αρχή μέχρι το τέλος, α καπέλα, να ευχαριστήσει τους νοικοκυραίους, να την αμείψουν πλουσιοπάροχα. Ναι, θα το κάνει, γιατί στη μέση της βιτρίνας στέκεται ολομόναχη και περήφανη η κούκλα που ποθεί τόσο.
– Μας τα ‘παν άλλοι! απαντά στρυφνά η φωνή και το τζάμι σφαλίζει οριστικά.
Έχει δίκιο η κυρία. Αξημέρωτα σχεδόν πέρασε η ομάδα του γυμνασίου και της τα είπε. Χορωδία ολόκληρη ήταν, με τρίγωνα και φλογέρες και ακορντεόν. Μ’ αυτές τις μελωδικές φωνές ξύπνησε και η ίδια σήμερα. Ετσι γίνεται στη γειτονιά κάθε παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Ας είναι. Θα προσπαθήσει τώρα απέναντι, ν’ αλλάξει το γούρι.
Η πόρτα δεν έχει ρόπτρο, μήτε κουδούνι, το σπίτι είναι πολύ παλιό, με ξεχαρβαλωμένα παράθυρα και χαλασμένους σοβάδες. Λένε πως εκεί μέσα ζει ολομόναχη μια κακιά γριά, που τη φοβούνται τα παιδιά της γειτονιάς.
Όμως, η κούκλα είναι ακόμα στη βιτρίνα και περιμένει να την αποκτήσει εκείνη. Μόνο εκείνη. Και δεν έχει ξαναγίνει κούκλα σαν κι αυτή. Είναι πιο μεγάλη από όλες τις κούκλες του κόσμου και είναι πανέμορφη, με μακριά, χρυσά μαλλιά και γαλάζια μάτια, όχι ζωγραφιστά, αλλά απ’ αυτά που ανοιγοκλείνουν, με γυριστά τσίνορα. Φοράει άσπρο φουστανάκι με μπλε σταμπωτά λουλουδάκια. Από πάνω φοράει γούνινο ροζ παλτό με χρυσά τετράγωνα κουμπιά. Και στο κεφάλι, έχει σκούφο, ασορτί με το παλτό της.
Κατανικά το χτυποκάρδι της και χτυπάει αποφασιστικά την πόρτα με την μικρή παλάμη της. Όταν το θυρόφυλλο μισανοίγει τρίζοντας, τραυλίζει, έχοντας χάσει ξαφνικά το θάρρος της:
– Να τα πούμε;
Ένα χαμόγελο φωτίζει τις ρυτίδες και η μαυροντυμένη γριά κουνάει καταφατικά το κεφάλι. Όσο η φωνούλα υψώνεται τρεμάμενη, παίρνοντας κουράγιο στροφή με τη στροφή, το χαμόγελο της οικοδέσποινας δυναμώνει και όταν τελειώνουν πια τα κάλαντα, αφήνει στο χέρι της τραγουδίστριας, το μόνο που έχει να δώσει: ένα πολυκαιρισμένο σοκολατάκι μαργαρίτα.
Τα πόδια της φτερουγίζουν, να φύγει γρήγορα, δεν της πέρασε δα τελείως ο φόβος.
«Ε, όχι!», σκέφτεται τώρα σε ασφαλή απόσταση, «καλά και τα σοκολατάκια, αλλά εγώ δραχμούλες χρειάζομαι!». Έτσι είναι. Έχει βάλει σκοπό να μαζέψει από τα κάλαντα τις πεντακόσιες δραχμές για να αγοράσει την κούκλα. Το ξέρει ότι κάνει τόσο, άκουσε που το κουβέντιαζαν ο πατέρας με τη μητέρα. Γιατί την είδαν που είχε κολλήσει στη βιτρίνα τόση ώρα, την παραμονή των Χριστουγέννων, και κοίταζε μια την κούκλα και μια εκείνους. Δεν τόλμησε να ξεστομίσει πόσο πολύ την ήθελε αυτή την κούκλα. Στο σπίτι, το βράδυ, η μητέρα έλεγε στον πατέρα: «Έχουμε τόσες ανάγκες κι εσύ θέλεις να της πάρεις τόσο ακριβό παιχνίδι; Πάρτης κάτι, πιο φτηνό!».
Κι εκείνη συμφωνεί πως ο πατέρας δεν πρέπει να ξοδέψει τόσα λεφτά. Δεν θα του έχουν περισσέψει και πολλά. Όπως κάθε Χριστούγεννα, και φέτος εκείνος έστειλε τα καλάθια με το κρέας και τα γλυκά στα σπίτια της γειτονιάς, που ξέρει ότι τα φέρνουν δύσκολα.
Τις πόρτες αυτές, εκείνη δεν θα τις χτυπήσει σήμερα. Όμως, εκείνο το διώροφο, με την μαρμαρένια σκάλα, είναι ό,τι πρέπει. Το ξέρει αυτό το σπίτι! Εκεί μένει ο κύριος Γιατρός. Ο ασπρομάλλης με τα γυαλιά, που έρχεται επίσκεψη με το βαλιτσάκι του όταν ο μικρός αδελφός κρυολογεί άσχημα και του δίνει το φάρμακο που τον κάνει καλά. Ήρθε και για κείνη όταν περνούσε την ανεμοβλογιά, κι όλο αστεία έκανε και την παρηγόρησε λίγο που ψηνόταν στον πυρετό και ξυνόταν παντού. Α, σίγουρα, εκεί θα έχει τύχη!
Πάει να δρασκελίσει το πρώτο σκαλί, μα δεν προλαβαίνει, ένα χέρι την γραπώνει γερά. Τρομάζει!
«Σ’ έπιασα!», φωνάζει θριαμβευτικά η Φανή. «Πάμε σπίτι γρήγορα, η μάνα σου έχει τρελαθεί από την αγωνία!»
«Παλιοκόριτσο, που βγήκες στο δρόμο, πρωί – πρωί, με τέτοιο κρύο, δίχως να μας πεις τίποτα!», ο εξάψαλμος της Φανής συνεχίζεται δίχως διακοπή, όσο την τραβολογά προς το σπίτι.
Δεν είναι κακιά η Φανή. Παίζει πολλές φορές μαζί της, είναι λίγο σαν μεγάλη αδελφή της. Μόνο που θυμώνει εύκολα. Μπορεί γιατί δεν μένει με την δική της οικογένεια. Μπορεί γιατί της λείπουν οι κανονικές αδελφές της. Μπορεί γιατί δεν συνέχισε στο γυμνάσιο, μόλις τέλειωσε το δημοτικό. «Δεν τα παίρνει», έτσι είπε ο μπαμπάς της, όταν την έφερε να μείνει μαζί τους πριν δυο χρόνια. Τώρα είναι στα δεκαπέντε, βοηθάει τη μητέρα στις δουλειές του σπιτιού και προσέχει τον αδελφό της και εκείνη. Αύριο, όμως, που είναι Πρωτοχρονιά, ο μπαμπάς της θα έρθει να την πάρει για λίγο και μετά θα την ξαναφέρει πίσω. Όπως έκανε και τα Χριστούγεννα.
Φτάνουν κιόλας στο σπίτι… δεν πρόλαβε δα να πάει και πολύ μακριά…
Πόσο γλυκιά η ζεστασιά μέσα στο σπίτι της! Τώρα νοιώθει πως τουρτουρίζει, τα πόδια και τα χέρια της είναι καταπαγωμένα, αν και τα μάγουλά της καίνε και έχουν γίνει κατακόκκινα.
Η Φανή γρήγορα, της αλλάζει τις κάλτσες και την βάζει να καθίσει κοντά στη σόμπα. Η μητέρα φέρνει το γάλα της και μια φέτα ψωμί. Στέκεται από πάνω της και την μαλώνει, να μην το ξανακάνει, είναι πολύ μικρή για να βγαίνει ολομόναχη στο δρόμο, με τόσο κρύο, και νηστική.
Οσο εκείνη μασουλάει και ζεσταίνεται, βλέπει τα φώτα της βιτρίνας με την κούκλα να ξεθωριάζουν, να αργοσβήνουν. Δεν θα την αποκτήσει. Το πήρε απόφαση πια. Τουλάχιστον προσπάθησε, σκέφτεται. Βγήκε στο δρόμο και πήγε λίγο πιο μακριά από την πόρτα του σπιτιού της. Νοιώθει περήφανη που περπάτησε στο δρόμο, για λίγο μόνη της. Δίχως κάποιος να την κρατάει από το χέρι. Δίχως άλλα παιδιά να την συντροφεύουν.
Το μεσημέρι πια, έχει βγάλει ολότελα από το μυαλό της όσα έγιναν το πρωί, κάθεται στο ντιβάνι της τραπεζαρίας και απολαμβάνει το βιβλίο της. Εχει βυθιστεί 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα μαζί με τον Ιούλιο Βερν. Σκέφτεται πως τα βιβλία είναι το καλύτερο πράγμα στη ζωή της, από πέρσι που πήγε σχολείο και έμαθε να διαβάζει. Είναι καλύτερα κι από την πιο όμορφη κούκλα. Πού και πού δεν αμελεί να ρίξει και μια ματιά στον μικρό αδελφό που παίζει κάτω, στο χαλί με τα αυτοκινητάκια του, μην κάνει κι αυτός καμιά χαζομάρα. Η μητέρα και η Φανή πηγαινοέρχονται ετοιμάζοντας το τραπέζι για το φαγητό. Ο πατέρας γύρισε στην ώρα του και ακούστηκε να ανεβαίνει τη σκάλα. Σε λίγο μπαίνει στην τραπεζαρία. Μα, αντί να της δώσει το φιλάκι της, όπως κάνει κάθε φορά που έρχεται και φεύγει, της λέει αγέλαστος και σοβαρός, να πάει αμέσως στο δωμάτιό της.
Ο πατέρας την μαλώνει σπάνια και ποτέ δεν την βάζει τιμωρία. Όμως, αυτό που έκανε σήμερα, φαίνεται πώς ήταν πολύ κακό και τον θύμωσε. Δίκιο έχει, τους έκανε όλους να ανησυχήσουν.
Κατεβάζει το κεφάλι εύτακτα, και ανοίγει την πόρτα του δωματίου της, να εκτίσει την ποινή της, όταν κάτι την σταματά: πάνω στην καμηλό κουβέρτα του κρεβατιού της, βλέπει ένα μεγάλο πακέτο, τυλιγμένο σε κόκκινο χαρτί, δεμένο με κορδέλα χρυσαφιά!
«Αντε λοιπόν! Μην το κοιτάζεις, άνοιξέ το!»
«Μα, πώς άλλαξε έτσι το κέφι του πατέρα;», αναρωτιέται. Τώρα, να τος, ήρθε ξοπίσω της, ακουμπάει στην κάσα της πόρτας και της χαμογελά. Σαν να μην είχε θυμώσει ποτέ μαζί της για την πρωϊνή σκανταλιά.
Όταν ξετυλίγει το πακέτο, αντικρίζει μέσα στο κουτί την κούκλα των ονείρων της!
«ΩΩΩΩ!» αναφωνεί, με ένα δυνατό γέλιο χαράς και ευτυχίας.
Μα, αντί να βγάλει από το κουτί και να αδράξει σφιχτά το πολυπόθητο παιχνίδι, το παρατά πάνω στο κρεβάτι της και τρέχει, τρέχει ολοταχώς να σκαρφαλώσει, να χωθεί στην αγκαλιά του πατέρα, που γελάει, πιο χαρούμενος και πιο ευτυχισμένος από εκείνη.
Ελένη Ασμάνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
