Το αμπελάκι της δημιουργίας

-Όχι, δεν θα βγεις από ‘δω μέσα! με αυτά τα κοφτά λόγια ο Θανάσης έκλεισε την ξύλινη πόρτα της σοφίτας αφήνοντας μέσα την μικρή του κόρη.
Η Ανθή ήταν μόλις δώδεκα ετών, το τελευταίο παιδί της οικογένειας της Γεωργίας και του Αθανασίου Κουβελάκη, ενός επιφανούς άντρα που δεν ήταν άλλος από τον πρόεδρο ενός ξεχασμένου χωριού ακριβώς στη μέση της Κρήτης. Υπήρχαν και άλλα δύο παιδιά, αγόρια, ηλικίας μεταξύ δεκαοκτώ και δεκαπέντε. Σύνολο τρία ήταν τα τέκνα εν ζωή, γιατί η Γεωργία είχε χάσει και άλλα δύο.

Πόσο κουραζόταν η γυναίκα να φέρνει βόλτα οικογένεια, σπίτι και φυσικά έναν πολύ δύστροπο σύζυγο! Πού να τολμήσει η δόλια να φέρει αντιρρήσεις για το μεγάλωμα της μικρής της! Της είχε αδυναμία, μόνη την είχε και ήξερε καλά τι την περίμενε όταν θα έφτανε σε ηλικία γάμου. Θα έπαιρνε αυτόν που ο πατέρας της θα διάλεγε και θα έφευγε από το σπίτι, από την αγκαλιά της, για να μείνει με μία άλλη ξένη οικογένεια. Ποιος ξέρει αν θα την καλοδέχονταν, αν θα την αγαπούσαν. Και αν έβρισκε κάποιον από το ίδιο χωριό, καλά θα ήταν, αν όμως όχι; Αυτές οι ανησυχίες της γέμιζαν το μυαλό και με την πρώτη ευκαιρία έτρεχε στον παπά για να του εξομολογηθεί τους λογισμούς της.

-Αχ βρε Γιωργία μου, άσε τον Θεό να κάνει τα σχέδιά του. Μην γεμίζεις το μυαλό σου με άσκοπες σκέψεις. Έχε του εμπιστοσύνη.
-Μα παπά μου, μία την έχω, φοβάμαι μην κακοπέσει.
-Πήγαινε σπίτι σου, στην οικογένειά σου και μην φοβάσαι. Να έχεις την ευχή μου.
Και επέστρεφε κάθε φορά η μάνα σπίτι με το κεφάλι σκυμμένο μονολογώντας.

Όταν ο άντρας της αποφάσισε να περιορίσει τα πήγαινε έλα της μικρής, λες και πήγαινε πουθενά η καημένη, νόμιζε ότι ήρθε το τέλος το δικό της αλλά πολύ περισσότερο της κόρης της.
-Μα γιατί να μένει μέσα; Πού πάει; Ούτε μέχρι την πλατεία για παιχνίδι; Ούτε στην εκκλησία; Πώς θα κάνει φίλες; Μόνη της θα μένει; Εμείς έχουμε τις δικές μας έγνοιες και τα αδέλφια της δουλεύουν στα χωράφια.
-Για την προστασία της το κάνω, βρε γυναίκα. Είναι η εποχή για φιλίες; Πού το είδες να έχουν παρέες οι κοπέλες; Δεν βλέπεις πόσο όμορφη είναι, τι θα γίνει όταν μεγαλώσει λίγο ακόμη; Να την ξεμοναχιάσει κανένας, να την κλέψει και να έχουμε άλλα τρεχάματα; Κι εγώ πώς θα αντικρύσω το χωριό; Δεν ακούς τι λόγια λένε για την καθεμία που την αρπάζει κάποιος; Δεν πειράζει, μικρή είναι, θα συνηθίσει.

Η Ανθή, ακούγοντας τα λόγια του πατέρα της, πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε το βλέμμα προς το παράθυρο. Έξω η φύση ήταν στα καλύτερά της, μόλις είχε μπει η άνοιξη. Τα μάτια της ταξίδεψαν μέχρι τα βουνά απέναντι, που έμοιαζαν σαν δεσμοφύλακες. Ένα χελιδόνι, από τα πρώτα που είχαν φτάσει στο χωριό, κάθισε στο περβάζι και ήταν σαν να της έφερνε χαιρετισμούς από τους φίλους του. Δύο γκρίζες γάτες πήγαιναν πέρα δώθε κουνώντας τις φουντωτές ουρές τους, μα πόσο όμορφες ήταν με το τρίχωμά τους και πόσο γρήγορα έτρεχαν κι αυτές. Μάλλον θα είχαν εντοπίσει το νέο τους θύμα, αχ καημένε ποντικέ τι σε περιμένει, σκέφτηκε από μέσα της.

Πιο πέρα ήταν το κοτέτσι με τις κότες και τον ένα και μοναδικό κόκορα με το εντυπωσιακό λειρί του. Α, ήταν πολύ κοινωνικό πτηνό, πού τον έχανες που τον έβρισκες, όλο ανάμεσα στις χαριτωμένες και στρουμπουλές του φιλενάδες ήταν χωμένος. Η αυλή ήταν στολισμένη με ένα σωρό γλάστρες που η μάνα της τις είχε βάψει με το ίδιο κόκκινο χρώμα, κάνοντας μεγάλη αντίθεση με το πράσινο των λουλουδιών. Αχ η άνοιξη, ήταν η αγαπημένη της εποχή, αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα τώρα θα ήταν έξω στην αυλή και θα έπαιζε με καμιά φιλενάδα της. Όχι ότι είχε και πολλές, μία μόνο, την Μαρίτσα. Αυτή είχε ξεχωρίσει από όλα τα κορίτσια του χωριού και με αυτήν τα πήγαινε καλύτερα. Ήταν σαν να είχε άλλη μία αδελφή. Τώρα αντίο παιχνίδι, αντίο κρυφτό.

Η Ανθή ξάπλωσε στο κρεβάτι της, έκλεισε τα μάτια και άρχισε τα όνειρα. Πώς θα ήταν η ζωή της μέχρι να περάσει ο καιρός. Ποιος καιρός; Αυτός που είχε ορίσει ο πατέρας της για εκείνη. Ένα, δύο, τρία χρόνια; Και τι θα έκανε μέσα στο σπίτι; Πώς θα περνούσαν οι μέρες της; Με αυτές τις σκέψεις την πήρε ένας βαθύς ύπνος μέχρι το επόμενο πρωινό.

Ξύπνησε από το λίγο φως που έπεφτε στο δωμάτιο. Ήταν πολύ νωρίς ακόμη, αλλά είχε κλείσει πάνω από δέκα ώρες ύπνου, πόσο να καθίσει στο κρεβάτι, άρρωστη δεν ήταν. Η μάνα της σε λίγο της έφερε το πρωινό της, θα μπορούσε να κατέβει κάτω να φάει με τους υπόλοιπους, αλλά η μικρή προτίμησε την μοναξιά της. Έπρεπε να συνηθίσει στα νέα δεδομένα. Μόνο το βράδυ κατέβαινε για να δει περισσότερο τα αδέλφια της. Ειδικά ο δεύτερος, ο Πέτρος, ήταν η αδυναμία της, που ήταν κοντά στην δική της ηλικία.

Η ώρα του δείπνου ήταν ιεροτελεστία για την οικογένεια του Θανάση. Εκείνος καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού, στα δεξιά του ο Μανώλης, σαν μεγαλύτερος που ήταν, αριστερά του ο Πετράκης, απέναντί του η γυναίκα του ενώ η Ανθή καθόταν στα δεξιά της μάνας, στην γωνία του τραπεζιού. Το φαγητό ήταν απλό, τον χειμώνα είχε συνήθως χορτόσουπα, κριθαρένια παξιμάδια και τυρί δικής τους παραγωγής. Ο πατέρας τους έλεγε διάφορα, κυρίως τα νέα του χωριού, ενώ τα αγόρια μιλούσαν συνέχεια για τα κτήματά, το πόσο δύσκολη ή εύκολη ήταν η σπορά, αν η ζέστη θα πείραζε τα σπαρτά, αν χιόνισε, αν έριξε χαλάζι, αν… αν. Η μάνα άκουγε και καμιά φορά έπαιρνε τον λόγο και μιλούσε για τα δικά της. Πόσο την κούραζαν οι δουλειές του σπιτιού, για το ζύμωμα, για το πλύσιμο των ρούχων. Η δε Ανθή σαν πιο μικρή, τι λόγια να έλεγε; Είχε πολλά στο μυαλό της αλλά πού να τολμήσει.

Όταν έφυγε και το καλοκαίρι, λίγο πριν μπει το φθινόπωρο, είχε μία ιδέα. Ζήτησε από τον πατέρα της ένα τετράδιο, μολύβια, γόμα, και μερικές ξυλομπογιές. Τι θα έκανε με αυτά ακόμη δεν είχε αποφασίσει, αλλά έπρεπε να δραστηριοποιηθεί. Ο πατέρας της ξαφνιάστηκε, τι να τα θέλει άραγε; Έκανε να αρνηθεί, αλλά η μάνα τόλμησε να μιλήσει, φέρε τα της βρε Θανάση μου, πώς θα περάσει ο χρόνος μέσα στο σπίτι; Τι να κάνει; Θες να τρελαθεί και να έχουμε άλλα;

Μέχρι το τέλος της βδομάδας, η Ανθή κρατούσε στα χέρια ό,τι είχε ζητήσει. Όχι μόνο ένα τετράδιο αλλά τρία, μολύβια, γόμα, μπογιές και ένα τετράδιο χωρίς γραμμές, τελείως άδειο. Η χαρά της απερίγραπτη, σαν να της χάριζε κάποιος τον κόσμο όλον. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, τράβηξε την λευκή, υφαντή κουρτίνα και άρχισε να σχεδιάζει ό,τι έβλεπε.

Τα βουνά πια δεν την τρόμαζαν, έμοιαζαν να της χαιρέταγαν κάθε πρωί και είχε συνηθίσει το μέγεθός τους. Οι γάτες κουρνιασμένες κάτω από τις σκάλες, γιατί το κρύο είχε αρχίσει να χτυπάει τα κόκκαλα, κοιμόντουσαν ατελείωτες ώρες, τα πουλιά είχαν ήδη φύγει για άλλα πιο ζεστά μέρη. Όλα αυτά γύρω της ήταν οι νέοι της φίλοι. Μπορεί να μην είχαν στόμα να μιλήσουν, αλλά εκείνη τους έπιανε την κουβέντα και πολλές φορές έμοιαζε και εκείνα να της απαντούν.

Δεν της είχε δείξει κανείς το πώς να σχεδιάζει, ήταν κάτι που το είχε μέσα της, το μυαλό της έκοβε, και από τα σχέδια πέρασε σε λόγια. Έτσι άρχισε να πλάθει ιστορίες, κάτι σαν παραμύθια έμοιαζαν, με ήρωες τους νέους τους φίλους που τους είχε δώσει και ονόματα. Πρωταγωνιστής ήταν το σκυλί της οικογένειας, ο φύλακας του σπιτιού. Το όνομά του, Δίας, ένας μεγαλόσωμος, κρητικός, ποιμενικός σκύλος που είχε διπλό ρόλο, του φύλακα και του κυνηγού. Όταν ήταν η εποχή του κυνηγιού, τα αδέλφια της πέρναγαν πολλές ώρες στα βουνά και τα βράδια στο τραπέζι, η Ανθή άκουγε προσεκτικά τις ιστορίες τους και τα κατορθώματα του σκύλου. Έτσι γεννήθηκε ένας νέος ήρωας, ο Δίας, ενώ εκείνη είχε δευτερεύοντα ρόλο, γιατί δεν επιθυμούσε την δική της προβολή.

Η κάθε σελίδα του τετραδίου γέμιζε με λέξεις, σκίτσα και χρώματα. Ο Δίας στο δάσος, ο Δίας έπιασε έναν λαγό, ο Δίας τρώει χόρτα, ο Δίας κυνηγάει τις κότες, ο Δίας με την παρέα του, ο Δίας και οι γάτες… Ειδικά οι πολύ συμπαθητικές γάτες της γειτονιάς, εκτός από αυτές του σπιτιού, ήταν η αδυναμία του. Η Ανθή περιέγραφε την φύση με τόση λεπτομέρεια, γιατί ένιωθε ένα κομμάτι από αυτήν.

Πριν το Πάσχα της επόμενης χρονιάς, της ήρθε άλλη μία ιδέα. Είχε κλείσει έναν χρόνο μέσα στο σπίτι και αυτό που σκέφτηκε της φάνηκε σωτήριο. Να εκδώσει το πρώτο της βιβλίο, τι ωραία! Με αυτόν τον τρόπο τα δεσμά της ήταν σαν να έσπαγαν, γιατί ποιος μπορεί να φυλακίσει το μυαλό; Κανείς. Και πώς θα εξέδιδε βιβλίο έτσι που ήταν κλεισμένη στους πέντε τοίχους; Ζήτησε πολλές λευκές σελίδες, μερικά καρμπόν και σε λίγες μέρες έτοιμο και το πρώτο τεύχος με επιμέλεια, κείμενα και ζωγραφιές όλες δικές της.

Το βράδυ στο τραπέζι, ζήτησε από τους δικούς της να κλείσουν τα μάτια, γιατί τους είχε μία μεγάλη έκπληξη. Δίπλα στον καθένα είχε τοποθετήσει και από ένα αντίγραφο, στο εξώφυλλο φιγουράριζε η γλυκιά φάτσα του αγαπημένου της σκύλου, ο τίτλος φυσικά ένας και μοναδικός: “Ο Δίας και οι φίλοι του”.

Όταν ο πατέρας άνοιξε τα μάτια, τελείως αυθόρμητα φώναξε “μωρέ Ανθή, τι είναι πάλι ετούτο;”.
Η μάνα της έβγαλε μία κραυγή θαυμασμού, ενώ τα αγόρια την κοίταξαν με απορία.

Η Ανθή τους εξήγησε ότι αυτό που την έκανε ευτυχισμένη ήταν να γράφει και να ζωγραφίζει. Με τα απλά της λόγια, αυτό που ζητούσε ήταν να γνωρίσει και άλλους ανθρώπους, κυρίως παιδιά σαν κι αυτήν, να μην νιώθει πια μόνη. Μετά τους ανακοίνωσε ότι σκόπευε να τα δώσει στον δάσκαλο του χωριού για να τα μοιράσει εκείνος στους μαθητές του, αφού εκείνη δεν είχε την δυνατότητα κλεισμένη έτσι που ήταν στο σπίτι. Θα ζητούσε και λίγα χρήματα για τον κόπο της.

Η Κυρά Γιωργία βρήκε την ιδέα καταπληκτική, γιατί η Ανθούλα της τόλμησε να αντισταθεί με έναν έξυπνο τρόπο στο πατριαρχικό καθεστώς του σπιτιού, της περιοχής και φυσικά του νησιού, θέτοντας τους δικούς της όρους. Ο σύζυγός της δεν χάρηκε καθόλου, πού ακούστηκε η κόρη του να γράφει και να ζωγραφίζει; Άντε και την άφησε να κάνει τα δικά της, για πόσο καιρό ακόμη; Μέχρι τα δεκαπέντε της θα την έχει παντρέψει, έτσι τουλάχιστον πίστευε.
-Άσε γυναίκα, θα το συζητήσω και με τον δάσκαλο, να μου πει την γνώμη του και μετά θα αποφασίσω.

Ο Ευάγγελος Δασκαλάκης, ένας δάσκαλος που είχε έρθει από τα Χανιά, ήταν άνθρωπος ανοιχτόμυαλος. Μπορεί οι γυναίκες να μην έχουν λόγο στην μόρφωση, αλλά πώς να το κάνουμε, αυτές κουμαντάρουν τις ζωές μας τελικά. Έτσι έλεγε σε στιγμές αδυναμίας, μετά από μία ή και δύο ρακές.

Όταν άκουσε τα νέα από τον πρόεδρο, παραξενεύτηκε, είχε να δει την μικρή πολύ καιρό και πίστευε ότι την είχαν στείλει σε καμιά θειά στο Ρέθυμνο.
-Βρε αθεόφοβε, έχεις το κοπέλι κλεισμένο στο σπίτι; Και γιατί παρακαλώ; Αααα, μην σου την κλέψουν; Και άμα γίνει κάτι τέτοιο, ποιος είσαι εσύ που θα μπεις εμπόδιο στον έρωτα δύο ανθρώπων; Εξάλλου εσύ δεν την έχεις μεγαλώσει με αρχές; Ααα, δεν μας τα λες καλά κυρ Θανάση μου. Και για να δω, τι γραπτά είναι τούτα;
Μόλις διάβασε τις πρώτες γραμμές ο δάσκαλος ενθουσιάστηκε.
-Τι ωραία, απλά και στρωτά λόγια είναι αυτά! Και οι ζωγραφιές πόσο αρμονικά ταιριάζουν με το κείμενο! Μα αυτό το παιδί σου είναι ταλέντο. Δεν πρέπει να την κρύβεις βρε αθεόφοβε!

Ο Θανάσης, ακούγοντας τα λόγια του δασκάλου απόρησε, μα είναι δυνατόν η κόρη του να είναι τόσο σπουδαία; Μήπως την έχει αδικήσει;

Από εκείνη την ημέρα η Ανθή έγραφε και ζωγράφιζε συνέχεια, χωρίς σταματημό. Ο Δίας και οι φίλοι του είχαν μπει σε όλα τα σπίτια του χωριού, της περιοχής γύρω, ακόμη και κάτω στο Ρέθυμνο είχε φτάσει η χάρη του. Η μικρή έγινε διάσημη και το ένα φυλλάδιο έφερε το άλλο, μέχρι και βιβλίο εξέδωσε μετά από χρόνια. Όταν έφτασε τα είκοσι, μιλούσαν για εκείνη τόσος κόσμος, σε ένα νησί που τον πρώτο λόγο έχουν οι άντρες. Η πρώτη γυναίκα που έγινε συγγραφέας ήταν γεγονός. Με τα χρήματα που έβγαζε, αγόρασε ένα κτήμα δικό της και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της παρέα με τα ζώα που τόσο αγαπούσε. Ο έρωτας της χτύπησε την πόρτα λίγο αργότερα, όταν συναντήθηκε με έναν άλλο άντρα, των γραμμάτων και αυτός. Μαζί πορεύτηκαν σαράντα ολόκληρα χρόνια. Τα βιβλία της γίνονταν ανάρπαστα, ο Δίας, η Κανέλα η κατσίκα, ο Τέλης ο λαγός, όλα τα ζώα είχαν τα δικά τους ονόματα. Τα παιδιά τους λάτρευαν, το ίδιο και οι μεγάλοι.

Η Ανθή και ο Σήφης δεν έκαναν παιδιά, πρώτα έφυγε εκείνος. Τα ανίψια της την έβαλαν σε γηροκομείο επειδή εκείνη το ήθελε. Όταν μια κοινωνική λειτουργός επισκέφτηκε τα γεροντάκια, μία φορά τους ζήτησε να της ζωγραφίσουν κάτι απλό. Η Ανθή μπόρεσε να πάρει το μολύβι στα τρεμάμενα χέρια της και το πρώτο πράγμα που σχεδίασε ήταν ένας μεγαλόσωμος, καφετί σκύλος. Από πάνω του έγραψε το γράμμα Δ. Μέχρι εκεί μπόρεσε. Η αλήθεια είναι ότι όσο ζούσε, καλλιέργησε το αμπελάκι της δημιουργίας προς όφελος όχι μόνο της ψυχής της, αλλά κυρίως των άλλων παιδικών ψυχών που έμαθαν μέσα από τα βιβλία της να σέβονται την φύση και τα ζώα.

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading