Ήταν οχτώ χρονών παιδάκι ο Μάνος, όταν είπε πρώτη φορά στην μαμά του ότι ήθελε να γίνει παπάς όταν θα μεγάλωνε. Δεν ήταν κάτι που την παραξένεψε την Κυριακή. Από μια σταλιά παιδάκι, όταν βρισκόταν στην εκκλησία, συμπεριφερόταν πολύ διαφορετικά από τα υπόλοιπα που έτρεχαν, που έμπαιναν κι έβγαιναν πόσες φορές, που έπαιζαν με το ξύλινο στασίδι, που δεν άφηναν τις μαμάδες τους να ευχαριστηθούν τη θεία λειτουργία, αφού τα κυνηγούσαν ή προσπαθούσαν να τα κρατήσουν ήσυχα. Εκείνος, καθόταν ευλαβικά στο στασίδι του, με προσήλωση στον παπά, θαρρείς και καταλάβαινε τα λόγια που έβγαιναν από το στόμα του. Υπήρχαν στιγμές που έκλεινε τα μάτια του και χανόταν πνευματικά. Όταν γυρνούσαν στο σπίτι και τον ρωτούσε η Κυριακή, της έλεγε ότι προσευχόταν. Εντυπωσιαζόταν εκείνη και του ζητούσε να της πει τι ζητούσε από τον Θεό στην προσευχή του και ο μικρούλης της έλεγε, για όλα τα παιδάκια που δεν είχαν την μανούλα ή τον μπαμπά τους, για εκείνα που πεινούσαν, για εκείνα που ήταν άρρωστα, για όσα ζούσαν σε πόλεμο, για όσα τα χτυπούσαν οι γονείς τους, να δίνει σε όλα ο Θεούλης ο καλός δύναμη και ό,τι τους λείπει. Η μαμά του άνοιγε την αγκαλιά της, του έλεγε πόσο περήφανη ήταν και αυτό συνεχιζόταν.
Μεγαλώνοντας, η ανάγκη του να αφοσιωθεί στον Θεό γιγαντωνόταν. Σαν νέος διέφερε πολύ από τους συνομήλικούς του. Η εκκλησία ήταν ο χώρος που αγαλλίαζε η ψυχή του και που επιδίωκε να βρίσκεται. Ο λόγος του ήταν ήρεμος, δεν βωμολοχούσε, δεν έλεγε κακή κουβέντα για κανέναν, υπερασπιζόταν το δίκαιο, τους αδύναμους, προσευχόταν γονατιστός στο κρεβάτι του κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, διάβαζε βίους Αγίων και άκουγε ψαλμωδίες. Έδωσε πανελλαδικές και πέρασε στην ιερατική σχολή παρακολουθώντας τα οχτώ εξάμηνα με προσοχή και ενθουσιασμό.
Δεν δυσκολεύτηκε να βρει την γυναίκα που θα είχε στο πλάι του, αφού έπρεπε να παντρευτεί πριν λάβει τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης, πριν χειροτονηθεί διάκονος. Η Ελένη ήταν η αδερφή του Ιωάννη, τον οποίο γνώρισε στην σχολή και ταίριασαν αμέσως, δημιουργώντας μια δυνατή φιλία. Λίγους μήνες μετά του σύστησε και την αδερφή του. Όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά τους πρώτη φορά, ήξεραν και οι δύο ότι είχε αλλάξει ήδη η ζωή τους. Στο πρόσωπο της Ελένης έβλεπε την γυναίκα που θα γινόταν η Πρεσβυτέρα που φανταζόταν δίπλα του. Ένα κορίτσι μόλις δεκαεφτά χρόνων, με μια ωριμότητα, σοβαρότητα και ταπεινότητα αντίθετα με την ηλικία της, μια καλοσύνη συγκινητική, μια αγάπη για όλα τα πλάσματα του Θεού, χωρίς διακρίσεις και όρεξη να βοηθάει οπουδήποτε υπήρχε ανάγκη.
Μόλις τελείωσε την σχολή, παντρεύτηκαν. Η πνευματική του ωριμότητα και η θεολογική του κατάρτιση, θεωρήθηκαν από τον Μητροπολίτη κάλεσμα του Θεού να υπηρετήσει και τον χειροτόνησε διάκονο νωρίτερα κι όχι στην κανονική ηλικία των 25 ετών που προβλέπεται.
Ο Μάνος ένιωθε ότι του χάρισαν ολάκερο τον κόσμο. Λάτρευε τον υποστηρικτικό του ρόλο στην εκκλησία, έλεγε την λέξη “υπηρέτης” με καμάρι και αγάπη, Βοηθούσε τον ιερέα κατά την Θεία Λειτουργία, εκφωνούσε τις δεήσεις, διάβαζε το Ευαγγέλιο, προετοίμαζε τα ιερά σκεύη, επιμελούνταν την τάξη στο ιερό, είχε την αποστολή της φροντίδας των φτωχών και τις ανάγκες της κοινότητας, όχι τυπικά, αλλά ουσιαστικά. Με την γυναίκα του στο πλευρό του, ήταν πρακτικά και ταπεινά δίπλα σε όσους είχαν ανάγκη. Ο κόσμος μιλούσε για τον νεαρό διάκονο, με τα ζεστά μάτια, το φωτεινό χαμόγελο, την ανοιχτή αγκαλιά και την ικανότατη διακόνισσα.
Ο επίσκοπος, εφαρμόζοντας άλλη μια παρέκκλιση των εκκλησιαστικών κανόνων, δύο χρόνια μετά, χειροτόνησε τον Μάνο πρεσβύτερο σε μικρότερη ηλικία από αυτήν που ορίζεται. Κατά την διάρκεια, όταν ο επίσκοπος και το εκκλησίασμα αναφωνούσαν “άξιος”, η συγκίνηση στις δύο γυναίκες της ζωής του, της μαμάς και της γυναίκας του, ήταν υπέρμετρη.
Ο πάτερ Εμμανουήλ, ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Μαζί με την πρεσβυτέρα του, κατάφεραν να προσελκύσουν πολύ νέο κόσμο στον χώρο της εκκλησίας. Η απλότητά τους, το νοιάξιμο, η καταδεκτικότητα, η αγάπη προς όλους, τους έκαναν να μη φαντάζουν ψεύτικοι και απόμακροι, αλλά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Ο νεαρός ιερέας ήταν περήφανος για την γυναίκα του, την καμάρωνε. Κάθε μέρα επιβεβαιωνόταν η πρώτη του εκτίμηση. Ότι όλη η διαδρομή του, οδηγούσε σε ένα συμπέρασμα, όλα έγιναν έτσι όπως έπρεπε για να συναντηθούν, να αγαπηθούν, να συνυπάρξουν. Ο ερχομός της κόρης τους πολλαπλασίασε την ευτυχία τους. Ευχαριστούσε τον Θεό για όλα τα δώρα που του είχε χαρίσει απλόχερα.
Η ζωή όμως του επιφύλασσε ένα θλιβερό γεγονός. Δύο χρόνια μετά την γέννηση του παιδιού τους, η πρεσβυτέρα αρρώστησε.
Τα συμπτώματα του υψηλού πυρετού, της ταχυκαρδίας, του χλωμού δέρματος, δεν διαγνώσθηκαν σωστά, χάθηκε πολύτιμος χρόνος και η απειλητική λοίμωξη, οδήγησε σε σήψη, ανεπάρκεια οργάνων, σηπτικό σοκ και τον θάνατό της σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Το σοκ για τον πάτερ Εμμανουήλ ήταν υπέρβαρο. Ζητούσε την βοήθεια του Θεού και της Παναγίας να ανταπεξέλθει, να βρίσκει καθημερινά τις ανάσες του. Προσεύχονταν τόσο για την δική της ψυχούλα, να είναι αναπαυμένη, όσο και για κείνον να αντέχει. Ο πόνος δεν μετριάζει όταν είσαι ιερέας, όταν έχεις για σπίτι σου τον οίκο του Θεού. Απλά, είσαι πιο κοντά στο να κατανοήσεις, να αποδεχτείς το γεγονός και να προσευχηθείς για την ψυχή του εκλιπόντος.
Το ποίμνιό του τον αγκάλιασε όπως έκανε εκείνος τόσα χρόνια. Κάθε μέρα, τον ρωτούσαν αν χρειάζεται οτιδήποτε κι εκείνος απαντούσε μονολεκτικά, “προσευχή”.
Δεν έχασε ποτέ την ζεστασιά στο βλέμμα του. Μόνο είχε βαρύνει από τον πόνο της απώλειας. Το μόνο που τον γαλήνευε ήταν η βεβαιότητα ότι πήγε δίπλα στον Θεό που τόσο αγαπούσαν και οι δύο και θα ήταν πάντα νοερά δίπλα σε κείνον και την κόρη τους. Η καθημερινότητα άλλαξε, φρόντιζε για όλα μόνος, του έλειπε τόσο το μοίρασμα της ζωής μαζί της.
Ο χρόνος κυλάει χωρίς να υπολογίζει ποιοι μένουν, ποιοι φεύγουν, αν ο πόνος φωλιάζει και δεν χάνεται, πώς συνεχίζεται η ζωή και το μένει στο τέλος της ημέρας. Ο χρόνος απλά περνάει, κυρίαρχος. Η κόρη του πάτερ Εμμανουήλ μεγάλωνε κι έμοιαζε ολοένα και περισσότερο στην μαμά της. Την αναπολούσε στα μάτια της, την ζωντάνευε στο χαμόγελό της, την νοσταλγούσε στην κίνηση των χεριών της. Έφυγε, μα στη δεκαετία που πέρασε, υπήρχε μέσα από την μικρή Αλεξάνδρα. Έκπληκτος και συγκινημένος παρακολουθούσε στο μεγάλωμά της, πόσο βάδιζε στα πατήματα της μαμάς της. Δεν είχε προλάβει να δει τίποτα από τον τρόπο που φρόντιζε όσους είχαν ανάγκη, από τον τρόπο που φερόταν σε όλο τον κόσμο, αφού ήταν μόλις δύο χρονών όταν την έχασε, μα με έναν μοναδικό τρόπο είχε περάσει στο γονίδιό της. Ήταν η μικρή, πιστή αντιγραφή της πρεσβυτέρας. Οι ενορίτες την λάτρευαν, καθημερινά επαινούσαν τον πάτερ για την διαμαντένια της ψυχή και του τόνιζαν πόσο έμοιαζε στην μαμά της. Ο παπάς ένιωθε κάθε στιγμή ευγνωμοσύνη, προς τον Θεό και την γυναίκα του, για το δώρο που του είχαν χαρίσει.
Μαθήτρια γυμνασίου πια η Αλεξάνδρα και στην τάξη της ήρθε ένα καινούργιο κορίτσι. Μόλις μετακόμισαν με την μαμά και την γιαγιά της στην γειτονιά τους. Φοβισμένη και διστακτική η κοπέλα από την αλλαγή πόλης, αφού είχε αφήσει πίσω της την δική της τάξη, τις δικές της φίλες, ένιωθε ξένη. Από την πρώτη στιγμή όμως ένιωσε μια απρόσμενη οικειότητα με το γλυκό, εκφραστικό κορίτσι που την καλοδέχτηκε σα να την ήξερε χρόνια και της άνοιξε την αγκαλιά της. Δεν άργησε να ανοιχτεί και να της πει τι έκρυβε η δική της ιστορία. Είχαν δύο κοινά σημεία. Το όνομά τους, Αλεξάνδρα κι εκείνη και την ορφάνια. Εκείνη δεν είχε πατέρα. Είχε πεθάνει λίγους μήνες πριν, βυθίζοντας την μαμά της στη μελαγχολία, την γιαγιά της στον πανικό για την κατάσταση της κόρης της και το νεαρό κορίτσι στην θλίψη της απώλειας από τη μία και από την άλλη του να βλέπει την μαμά της να χάνεται σε βυθούς πίκρας και δακρύων, χωρίς τίποτα να μπορεί να την κρατήσει στην επιφάνεια, ούτε καν το ίδιο της το παιδί.
Η κόρη του παπά, η μεγάλη Αλεξάνδρα όπως ξεχώριζαν μεταξύ τους, αφού γεννήθηκε τέσσερις μήνες πριν, της πρότεινε να κάνει λόγο στην μαμά της για τον πάτερ Εμμανουήλ και να πάει για εξομολόγηση. Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην επιρροή του μπαμπά της, στο πώς προσέγγιζε τους ανθρώπους, στο πώς τους άλλαζε την ψυχολογία, στο πώς μαλάκωνε τον πόνο τους.
Η Πασχαλία, δεν ήθελε να ακούσει τίποτα και για κανέναν. Η μεγάλη Αλεξάνδρα, δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι. Ήξερε ότι η πρεσβυτέρα θα κινούσε βουνά προκειμένου να προσφέρει βοήθεια κι αυτό θα έκανε κι εκείνη. Κανόνισε με την συνονόματή της, να σπρώξουν την γνωριμία με τον πάτερ. Την ημέρα της σύνταξης του συγχωρεμένου συζύγου της, που ήταν και η μόνη μέρα που κατάφερναν να την βγάλουν έξω με την δικαιολογία ότι εκείνη ήξερε καλύτερα να συνδυάζει ποιότητα και οικονομία στο σούπερ μάρκετ, θα γινόταν “τυχαία” συνάντηση.
Οι δύο φίλες, σε έναν διάδρομο του καταστήματος, χαιρετήθηκαν και αγκαλιάστηκαν. Ο πάτερ Εμμανουήλ που ήξερε το σχέδιο, χαμογέλασε στο κορίτσι και του χάιδεψε το κεφάλι.
“Καλησπέρα σας”, είπε και τα μάτια του έψαχναν εκείνα της ολοκάθαρα βασανισμένης ψυχής που είχε μπροστά του.
Δίχως να σηκώσει το βλέμμα της η Πασχαλία, ψιθύρισε “καλησπέρα”.
– Είστε καινούργιοι στην ενορία μας! Καλώς ήρθατε! Η νέα ζωή εδώ να απομακρύνει κάθε δισταγμό, να φέρει χαρά και ευλογία.
Κάτι στην γλύκα της φωνής του, την έκανε να σηκώσει το κεφάλι, να δει από πού βγήκε αυτή η μελιστάλαχτη χροιά. Η καθαρή του ματιά, η στοργή που εξέπεμπε, το φωτεινό του, εγκάρδιο χαμόγελο, άγγιξαν την ψυχή της.
– Ευχαριστούμε, ανταπέδωσε με κάτι σαν μειδίαμα και αισθάνθηκε την ανάγκη να σκύψει να φιλήσει το χέρι του, χωρίς να ακολουθήσει το τυπικό, να πει το όνομά της και “ευλογείτε”. Μπροστά της, δεν είδε έναν ιερέα σαν όλους τους άλλους, που έκαναν την δουλειά τους και ο κόσμος τους θεωρούσε απρόσωπους, αλλά έναν ρασοφόρο που είχε την μορφή φίλου, αδερφού, γονέα.
Εκείνος, απαλά, το ύψωσε, άγγιξε με πατρική τρυφερότητα τα χέρια της που μέσα τους έβαλαν το δικό του και της είπε με τον ίδιο γλυκό τρόπο, “θα χαρώ να σας δω στην εκκλησία μας την Κυριακή”, να προσευχηθούμε όλοι μαζί.
Η Πασχαλία, έδινε το παρόν τις Κυριακές και ακούγοντάς τον στη θεία λειτουργία, ένιωθε πως η φωνή του εκείνες τις στιγμές έλιωνε κάπως τον πάγο από την καρδιά της, μαλάκωνε τον θυμό της για τον Θεό που της πήρε τον Νίκο της και βοηθούσε την ανάσα της να φτάνει στα πνευμόνια. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Απορούσε πώς δρούσε τόσο καταλυτικά μέσα της το άκουσμα της φωνής του να ιερουργεί. Όταν δύο μήνες μετά της ξαναπρότεινε η κόρη της να πάει για εξομολόγηση, δεν ήταν αρνητική.
Εκτός από τον Κυριακάτικο εκκλησιασμό, αποφάσισε να προσθέσει και την εξομολόγηση στην προσπάθεια αποδοχής του θανάτου. Όταν ήρθε η σειρά της, κουμπωμένη, έκατσε απέναντι του.
– Γεια σου Πασχαλία, βολέψου, την ενθάρρυνε ο πάτερ.
– Δεν έχω εξομολογηθεί πολλά χρόνια, του είπε ντροπιασμένη και περίμενε το γνωστό κήρυγμα που άκουγε από τον παπά της ενορίας στην πόλη που ζούσε πριν.
– Δεν πειράζει. Η εξομολόγηση γίνεται όταν το ζητήσει το μέσα μας κι όχι όποτε “πρέπει”. Φαίνεται δεν ήσουν έτοιμη. Χαίρομαι που ένιωσες αυτήν την ανάγκη να ξεφορτωθείς τα ψυχικά βάρη. Πάρε τον χρόνο σου. Ξεκίνα όποτε θέλεις.
Η Πασχαλία προσπάθησε να πάρει βαθιά ανάσα, όπως σχεδόν ένα χρόνο τώρα, από τον θάνατο του άντρα της, μα πάλι δεν τα κατάφερε. Ο πάτερ Εμμανουήλ κατάλαβε αμέσως την δυσκολία της. “Μη βασανίζεσαι, μη βιάζεσαι, σιγά σιγά επέτρεψε τον αέρα να εισχωρήσει μέσα σου. Είναι ώρα, αν το θέλεις, να κατέβεις το βουνό που ανεβαίνεις τόσο καιρό. Είμαι εδώ να βοηθήσω”.
Τα μάγουλά της έγιναν μούσκεμα από τα δάκρυα. Δεν μιλούσε, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, μόνο άφηνε τα δάκρυα. Κι ο εξομολόγος της, της έδινε χώρο και χρόνο να βγάλει όλη την ένταση της κλαίγοντας.
Λίγη ώρα μετά, ένιωσε ασφάλεια, ήθελε να βγάλει από μέσα της τους δαίμονές της.
Του είπε για τον Νίκο της, το εργατικό ατύχημα, το φευγιό του, το ότι θεώρησε υπεύθυνο τον Θεό που το επέτρεψε, που της πήρε το στήριγμά της, τον κόσμο της όλο. Του είπε για την παραίτηση της από όλα, από την ζωή την ίδια. Του είπε για τις ενοχές της απέναντι στην αδιαφορία για το παιδί και την μαμά της. Δεν την διέκοπτε. Τις στιγμές που σταματούσε από μόνη της, τον κοιτούσε με αγωνία, ψάχνοντας να αποκωδικοποιήσει το βλέμμα του για όλα όσα άκουσε και με ντροπή για τις αμαρτίες της. Συνέχιζε να την κοιτάζει με την ίδια πραότητα και ενθάρρυνση, ότι κανείς δεν ήταν τέλειος, ότι δεν θα την έκρινε και ότι ο καθένας μας είχε τα δικά του βάρη.
Όταν τελείωσε, της χαμογέλασε και πήρε τον λόγο.
– Το πρώτο σπουδαίο και θαρραλέο βήμα που έκανες Πασχαλία, ήταν η εξομολόγηση. Ο σατανάς, μας θέλει αιχμαλώτους του σκοταδιού μας, να ρίχνουμε ευθύνες στο Θεό, να κρυβόμαστε στον πόνο που φέρνει γκρίνια, μιζέρια, αμφιβολία. Η εξομολόγηση, το να ζητήσεις βοήθεια, ρίχνει φως και τυφλώνει τον σατανά, τον διώχνει. Το ξέρω πως πονάς και είναι ανθρώπινο. Ο Θεός επιτρέπει μόνο όσα είναι για την σωτηρία της ψυχής μας. Σου φαίνεται παράδοξο, ακαταλαβίστικο, μα πώς να κατανοήσουμε οι άνθρωποι κάτι τόσο ασύλληπτο για μας! Ο θυμός σου δεν είναι αμαρτία, αλλά ξέσπασμα. Σε ακούει ο Θεός, δέχεται το παράπονό σου. Χρησιμοποίησε την γέφυρα της προσευχής για την ψυχή την δική του, την δική σου. Η αγάπη δεν χάνεται με τον θάνατο. Ο χωρισμός είναι προσωρινός. Θα ανταμώσετε πάλι, στην αιώνια ζωή θα είστε μαζί! Μη κλείνεσαι στον εαυτό σου, επικοινώνησε με ανθρώπους που πονούν εξίσου, βοήθησέ τους και ο πόνος θα μοιραστεί. Έχω χάσει την πρεσβυτέρα πολλά χρόνια. Ο Θεός, η επανένωση μαζί της στην αιώνια ζωή, η Αλεξάνδρα μου, οι άνθρωποι που με αγαπούν, το ποίμνιό μου, ήταν η παρηγοριά μου.
Με τα μάτια της πλημμυρισμένα από δάκρυα και μια αχτίδα ελπίδας να αγγίζει την καρδιά της, ένιωθε ευγνωμοσύνη για τον ιερέα απέναντί της. Συνέχισε να εξομολογείται, να αντλεί δύναμη από τα λόγια του, να κάνει πράξη τις παροτρύνσεις του. Πάντα με τον πόνο της απώλειας ζωγραφισμένο στην έκφρασή της, μα ανακουφισμένη από τα “γιατί” που την βασάνιζαν και την οργή.
Ένα χρόνο μετά, η διαφορά ήταν αισθητή. Η Αλεξάνδρα ήταν τόσο ευγνώμων στον πατέρα της φίλης της. Χάρη σε εκείνον, είχε πάλι πίσω την μαμά της. Η Πασχαλία πονούσε, μα προσπαθούσε να είναι πάλι παρούσα στη ζωή της κόρης της, όπως πριν το κακό που την βρήκε και αποκόπηκε από όλους. Άντεχε να μιλάνε για τον άντρα της, έβλεπαν φωτογραφίες, αναπολούσαν τις όμορφες οικογενειακές τους στιγμές, έβγαιναν από το σπίτι για περιπάτους, κάποιες φορές συμμετείχε σε κύκλους γυναικών με παρόμοια γεγονότα στη ζωή τους.
Η επαφή της με τον πάτερ Εμμανουήλ την επανέφερε στη ζωή, με τον χρόνο και πάλι να κυλάει. Τα κορίτσια πέρασαν στο Πανεπιστήμιο σε άλλη πόλη και αποφάσισαν να συγκατοικήσουν. Ο παπάς και η Πασχαλία ήταν εκεί, στην εύρεση του φοιτητικού σπιτιού, στην μετακόμιση, στα πήγαινε έλα. Η διαφορετική μορφή σχέσης που απέκτησαν, έξω από κείνη του πνευματικού και της εξομολογούμενης, ήταν και για τους δύο μια πρωτόγνωρη αίσθηση. Σα να ακουμπούσε ο ένας στον άλλο την πληγωμένη του καρδιά. Σα να μιλούσαν με τα μάτια. Σα να ήθελε ο ένας να προστατέψει τον άλλο. Σα να είχε ανάγκη ο ένας, την παρουσία του άλλου. Δεν τολμούσαν ούτε στον εαυτό τους να παραδεχτούν τα αισθήματά τους. Ο πάτερ, δεν είχε το δικαίωμα να ξαναπαντρευτεί. Η Πασχαλία, μες στην ντροπή και τις ενοχές, δεν μπορούσε να τον κοιτάζει πια στα μάτια. Ο ιερέας το κατάλαβε και αρκετό καιρό μετά, αποφάσισε να δώσει την λύση, κατά την εξομολόγησή της.
– Πασχαλία, αν τρέφεις για μένα τα αισθήματα που έχουν φωλιάσει μέσα μου για σένα, θα εγκαταλείψω την ιεροσύνη.
Η γυναίκα τον κοίταζε σαστισμένη. Πάγωσε η σκέψη της, το αίμα της. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Να παραδεχόταν την βαθιά αγάπη που είχε τρυπώσει μέσα της για κείνον ή να έλεγε ψέματα για το καλό και των δύο;
– Πάτερ… εγώ…
– Άκουσέ με. Ξέρω πώς νιώθεις. Κι εγώ φοβάμαι. Δεν θα είναι εύκολο. Θα εναντιωθούν πολλοί σε αυτή μας την απόφαση. Αλλά πώς να συνεχίσω να διδάσκω την αγάπη και την αλήθεια αν άλλα λέω κι άλλα νιώθω; Αν ζω μέσα σε ένα ψέμα; Δεν πίστευα να μου συμβεί ποτέ. Η πρεσβυτέρα μου, ήταν ό,τι καλύτερο μου είχε συμβεί στη ζωή μου και ούτε πρόκειται να την βγάλω ποτέ από την καρδιά μου. Είναι κομμάτι μου αναφαίρετο. Όπως κι εσύ δεν θα ξεχάσεις ποτέ τον σύζυγό σου. Αυτή όμως η γαλήνη που νιώθω κοντά σου, η πληρότητα, μετά από πολλά χρόνια, δεν θέλω να θεωρείται κάτι κακό, να έχω τύψεις και να διαπράττω αμάρτημα.
– Πάτερ Εμμανουήλ, αν μου έλεγαν ότι θα ξανααγαπούσα μετά τον Νίκο μου, θα τους περνούσα για τρελούς. Όμως πώς να λέω άλλο ψέματα στον ίδιο μου τον εαυτό; Ωστόσο είναι δύσκολη απόφαση, με ριζικές αλλαγές. Αξίζω αυτήν την θυσία; Θα στιγματιστείς.
– Αν την αξίζεις; Αν είσαι δίπλα μου, θα τα αντιμετωπίσουμε όλα μαζί. Η ανάγκη μας δεν είναι σαρκική, είναι πνευματική και ουσιαστική. Αυτοί που μας ξέρουν καλά, θα καταλάβουν. Όσοι πάλι όχι, δεν πειράζει. Δεν νιώθω ότι εγκαταλείπω τον Θεό, αφού θα τον λατρεύω και θα τον έχω πάντα μέσα μου, ούτε ότι κάνω κάτι κακό. Αφήνομαι στην κρίση Του.
Μετά την καθαίρεση, αφού κηρύχθηκε έκπτωτος από το λειτούργημα και έχασε τον μισθό του, ως λαϊκός πια, μπήκε στο σούπερ μάρκετ του κουμπάρου του να δουλέψει. Αφού εξασφάλισε τον μισθό του, την ζήτησε σε γάμο. Μαζί, το ανακοίνωσαν στις κόρες τους που το δέχτηκαν χωρίς επίκριση. Αυτό που τις ένοιαζε ήταν να είναι ευτυχισμένοι οι γονείς τους κι όχι τι θα πει ο κόσμος. Ο κόσμος πάντα λέει. Υπήρξαν αυτοί που τον κατηγόρησαν, που απογοητεύθηκαν με αυτή την κίνηση και αυτοί που σεβάστηκαν την απόφασή του και κατανόησαν την ανθρώπινη πλευρά του.
Παντρεύτηκαν χωρίς ιδιαίτερες ετοιμασίες, σε ένα εξωκλήσι, συνοδευόμενοι μόνο από κοντινούς συγγενείς. Η ζωή τους ήταν απλή, με δουλειά, συζητήσεις στις οποίες έβρισκαν τον χώρο τους καθημερινά οι άνθρωποι που μοιράστηκαν την ζωή τους πριν γνωριστούν και που δεν ξέχασαν ποτέ, στιγμές στη φύση που αγαπούσαν και οι δύο και βοηθώντας τους συνανθρώπους τους, από άλλη βάση πια. Δεν προκάλεσαν ποτέ με την στάση ζωή τους, όσο κι αν ο γάμος τους τάραξε τα νερά της κοινωνίας γύρω τους. Συνέχισαν με ταπεινότητα και αγάπη, πάντα στον δρόμο του Θεού κι ας μην ήταν πια επίσημα, υπηρέτης του. Με ράσο ή χωρίς, ο Εμμανουήλ συνέχισε να λατρεύει τον Θεό και να κάνει πράξη τον λόγο Του. Δεν το μετάνιωσε ποτέ και η Πασχαλία τελικά, άξιζε την θυσία.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές 👇👇👇

One response to “Υπηρέτης του Θεού”
[…] Υπηρέτης του Θεού Θαλασσινά Χριστούγεννα […]