Κάτι φθινοπωρινό

Μόλις βγαίνει από το σούπερ μάρκετ, αρχίζουν να πέφτουν αραιές ψιχάλες. Έχει αποφασίσει να γυρίσει με τα πόδια στο σπίτι, αλλά τώρα πρέπει να αλλάξει τα σχέδιά της. Δεν έχει ομπρέλα, ούτε κουκούλα στο μπουφάν της.

Η σακούλα με τα ψώνια είναι ελαφριά κι αυτή την ποδαράτη μετακίνηση την τηρεί ευλαβικά, συνήθως. Κάνει καλό και στην οστεοπενία και στα κέφια της. Τη διαδρομή την κάνει με βήμα μέτριο, μισάωρο το «πήγαινε» κι άλλο τόσο το «έλα», ούτε πολύ, ούτε λίγο.

Απολαμβάνει τη βόλτα της, έτσι την λέει, χαζεύοντας τους περαστικούς που συναντά, χαιρετώντας όσους γνωρίζει και αρκετούς που δεν γνωρίζει. Περπατά παίρνοντας βαθιές ανάσες. Βγάζει μια ιδιαίτερη οσμή ο κόσμος γύρω της. Ένα άρωμα, που συνθέτουν η αρμύρα της θάλασσας και τα φύλλα των δέντρων που πέφτουν, η υγρασία του αέρα και το μουσκεμένο χώμα. Πλούσια μυρωδιά, της αρέσει.

Τελειώνει πια ο Οκτώβρης και η βροχούλα, καλοδεχούμενη. Μπαίνει λοιπόν ευδιάθετα και εύτακτα, στο μικρό λεωφορείο που εξυπηρετεί την πόλη, γιατί και οι σταγόνες πέφτουν τώρα πιο πυκνές και πιο βαριές.
Ξεκινάνε, αλλά στην επόμενη διασταύρωση, ένα φορτηγό κλείνει την κυκλοφορία, μια καθυστέρηση που όλοι ελπίζουν να μην κρατήσει πολύ.

Από το μονοθέσιο κάθισμά της, παρατηρεί τους συνεπιβάτες, αφού η βροχή κυλά πια κρουνηδόν, τόσο, που κρύβει τη θέα του έξω κόσμου.
Απέναντί της, κάθεται ένα χαριτωμένο πεντάχρονο κοριτσάκι. Σγουρές, κατάμαυρες μπουκλίτσες και φρέσκα, ροδαλά μαγουλάκια. Ορθάνοιχτα και φωτεινά ματάκια, έκφραση ευτυχίας και αυτάρκειας. Η προσωποποίηση μιας ηλιόλουστης καλοκαιρινής και ξέγνοιαστης μέρας, έτσι που απολαμβάνει ολόψυχα το φραουλί γλειφιτζούρι, αδιαφορώντας για το σιρόπι σάλιου και ζάχαρης που κυλάει στα χεράκια του. Να ένα πρόβλημα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει δραστικά η μαμά, τουλάχιστον κατά την αποβίβασή τους.

Μπροστά της, όρθια μια κοπελίτσα. Κοντά στα δεκαπέντε την κάνει. Αν και κρατά το πρόσωπο σκυμμένο στο κινητό της, με προσήλωση, ολότελα αδιάφορη για όλα τα άλλα, μπορεί κανείς να δει καθαρά την ακμή που ανθίζει στα μάγουλά της. Δεν αφαιρεί κάτι από τη δροσιά της, όμως. Ισα – ίσα, προαναγγέλλει κάτι που εξελίσσεται καλπάζοντας, για να καταλήξει σε μια θριαμβευτική έκρηξη. Προετοιμάζεται σιγά – σιγά και, όπου να ‘ναι, θα σκάσει. Και θα ‘χει σαν αποτέλεσμα την μεταμόρφωση της έφηβης σε χαριτωμένη και θελκτική γυναίκα. Σαν ανθισμένη πορτοκαλιά, που ετοιμάζεται μέσα στην λαμπρότητα της άνοιξης, να δέσει τα άνθη της σε καρπούς.

Στρέφοντας, το βλέμμα της πέφτει στο ρικνό πρόσωπο, στα αραιά λευκά μαλλιά του άντρα που κάθεται πίσω της. Η ματιά του αφηρημένη, όλο αβεβαιότητα, ίσως πίκρα και παραίτηση. Ένα κατάλευκο χέρι, με μπλε φλέβες να διαγράφουν συμπλεκόμενους και παράλληλους δρόμους στη ράχη του, έχει γραπώσει γερά την πλάτη του καθίσματός της. Ο οδηγός του λεωφορείου, είναι αρκετά άτσαλος. Και ο δρόμος δεν βοηθά. Λακκούβες και τραντάγματα. Κι ο φόβος, μην συμβεί κανένα ατύχημα, τώρα που βρέχει.

Συναισθάνεται την ανασφάλεια του ηλικιωμένου. Στο κάτω – κάτω, αυτό είναι ο χειμώνας. Κρύα, χιόνια, άνεμοι, καταιγίδες, όλα υποτάσσονται στη βούληση της φύσης κι εσύ, ανίσχυρος λουφάζεις και περιμένεις να περάσει. Αναστενάζει και χαρίζει θερμή ματιά συμπόνιας κι ένα μικρό χαμόγελο στον ηλικιωμένο συνεπιβάτη, μήπως και τον ζεστάνει λίγο, μέσα στο χειμώνα της ζωής του.

Φτάνει σε λίγο στον προορισμό της, σηκώνεται και στέκει δίπλα στην πόρτα αποβίβασης.

Και να, που απ’ όλες τις εποχές που πέρασαν από το νου της, δεν σκέφτηκε το φθινόπωρο.

Πριν, το είχε κατατάξει σαν διφορούμενη, δύσκολη εποχή. Να μην ξέρεις τι να φορέσεις, πώς να σκεπαστείς, να ‘χεις τόσες δουλειές για τον χειμώνα, να σου προκαλεί κατάθλιψη η μέρα που μικραίνει, να ‘χουν χαθεί οι υπέρλαμπρες ανατολές, τα ηλιοβασιλέματα και οι βελούδινες νύχτες του καλοκαιριού, να ψάχνεις μάταια τη θέρμη του ήλιου. Να ανακουφίζεσαι από την τόση αβεβαιότητα, σαν έρθει ο χειμώνας.

Το φθινόπωρο ποτέ πριν δεν της άρεσε, αλλά τώρα, με έκπληξη καταλαβαίνει ότι το απολαμβάνει. Γιατί πια κι εκείνη ζει μέσα σ’ αυτό. Δεν είναι ακριβώς νέα, δεν είναι ακριβώς γερόντισσα. Το ξέρει πως θα ‘ρθει και για ‘κείνη ο χειμώνας. Μα κοίτα τώρα που εύχεται, το δικό της το φθινόπωρο να κρατήσει κι άλλο. Να κρατήσει πιο πολύ.

Ελένη Ασμάνη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading