Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται

“Δεν αντέχω άλλο έτσι!”. Τον έσπρωξε λίγο πιο μακριά της. Έφτιαξε λίγο τα μαλλιά και τα ρούχα της ενώ ακόμα ένιωθε τον ερεθισμό από τα φιλιά του.

“Τι έπαθες;”, τη ρώτησε χαλαρά.
“Δεν αντέχω άλλο να κρύβομαι. Μεγάλωσα, Διονύση. Τραβάει ήδη πέντε χρόνια αυτή η ιστορία και τα μόνα μέρη που μας έχουν δει είναι το κουζινάκι του γραφείου, το γραφείο σου, τα αυτοκίνητά μας και όλα τα ξενοδοχεία της παραλιακής!”.

“Ρε συ, Ελένη… Πάλι τα ίδια; Αφού τα είπαμε ρε κορίτσι μου. Δεν γίνεται αλλιώς. Και αν μας πάρει κανένα μάτι; Τη γυναίκα μου δεν την σκέφτεσαι;”.

Η Ελένη κατέβασε το κεφάλι ενώ παράλληλα προσπαθούσε να κουμπώσει το πουκάμισό της. Δύο χρόνια, το ίδιο πράγμα. Στα κλεφτά. Στα γρήγορα. Στα κρυφά. Μην τους δουν. Μην τους ακούσουν. Παντρεμένο το αφεντικό! Εκείνη, αρραβωνιασμένη όταν τον γνώρισε. Τα διέλυσε όλα μετά την πρώτη τους νύχτα και έμεινε μόνη ώστε να αφιερώσει όλο της τον χρόνο σε εκείνον.

“Ναι, ναι, Διονύση! Ξέρω! Η γυναίκα σου… Τέλος πάντων, μπορώ να φύγω; Υπάρχουν δουλειές που πρέπει να γίνουν!”.

Ο Διονύσης την πλησίασε λάγνα… “Μα ακόμα δεν αρχίσαμε, μωράκι μου!”. Η Ελένη τον σταμάτησε.

“Υπάρχουν δουλειές που πρέπει να γίνουν!”. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε από την κουζίνα χωρίς να κοιτάξει γύρω της. Πρώτη φορά.

Μόλις έκλεισε την πόρτα του δικού της γραφείου, σωριάστηκε στην πολυθρόνα μπροστά της. Είχε έναν δυνατό πονοκέφαλο από το πρωί που την ταλαιπωρούσε. Σήκωσε το ακουστικό και κάλεσε τη γραμματέα της.

“Μαρία, μου φέρνεις σε παρακαλώ ένα χαμομήλι και ένα παυσίπονο;”.
“Μάλιστα, κυρία Παππά! Αμέσως!”
“Ευχαριστώ πολύ!”. Έκλεισε η Ελένη και έκλεισε λίγο τα μάτια. Μερικά λεπτά μετά, χτύπησε η πόρτα και εμφανίστηκε η Μαρία.

“Κυρία Παππά, είστε καλά;”.
“Ναι, Μαρία μου. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Μπορείς να πηγαίνεις!”
“Φυσικά! Να σας ενημερώσω μόνο πως σας κάλεσε ο κύριος Διονύσης γιατί το κινητό σας είναι κλειστό και η γυναίκα του”.
“Η Ειρήνη; Τι ήθελε;”
“Δεν έχω ιδέα! Είπε να την καλέσετε! Α! Σας πήρε και ο γιατρός σας, ο κύριος Οικονόμου. Είπε να τον καλέσετε οπωσδήποτε!”
“Εντάξει, Μαρία μου! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ!”.

Μόλις η Μαρία έκλεισε την πόρτα πίσω της, η Ελένη ανασηκώθηκε και έκατσε στο γραφείο της. Ήπιε το παυσίπονο της και λίγο χαμομήλι και ξεκίνησε τα τηλέφωνα. Πρώτη η Ειρήνη, η γυναίκα του Διονύση. Στο δεύτερο χτύπημα ακούστηκε η γυναικεία φωνή.

“Ελένη μου, εσύ είσαι;”
“Ναι ναι, σε παίρνω από το γραφείο γιατί το κινητό δεν έχει μπαταρία. Πες μου, όλα καλά;”
“Πολύ καλά! Θέλω μια χάρη μωρέ… Θέλω να μου πεις αν ο Διονύσης έχει και αυτό το σαββατοκύριακο κάποιο επαγγελματικό ταξίδι, γιατί θέλω να του κάνω μια έκπληξη!”.

Ο Διονύσης; Επαγγελματικό ταξίδι;

“Ειρήνη μου, μισό λεπτό γιατί κόπηκε η γραμμή. Με ρώτησες αν έχει κάποιο επαγγελματικό ταξίδι ο Διονύσης; Καλά άκουσα;”
“Όχι! Σε ρώτησα αν έχει ΚΑΙ αυτό το σαββατοκύριακο επαγγελματικό ταξίδι, όπως τα δύο προηγούμενα στο Βερολίνο. Δεν ήθελα να πάρω τη γραμματέα του, γιατί είναι κουτσομπόλα οπότε πήρα εσένα. Το δεξί του χέρι!”

Η Ελένη με τρεμάμενα χέρια και τον πονοκέφαλο να σφυροκοπά το κεφάλι της, κοίταξε το ημερολόγιο τάχα μου δήθεν μιας και ήξερε την απάντηση.

“Όχι, Ειρήνη μου! Δεν έχει κάτι! Και αν προκύψει, θα φροντίσω να αλλάξει!”
“Αχ, Ελένη μου σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Θέλω να του κάνω το pregnancy reveal!”

Το ακουστικό γλίστρησε από το χέρι της και προσγειώθηκε στην γυάλινη επιφάνεια του γραφείου της. Ήπιε μια γουλιά νερό και σήκωσε αμέσως το ακουστικό.

“Συγνώμη, Ειρήνη μου. Μπλέχτηκε το ακουστικό στην καρέκλα! Είπες pregnancy reveal; Είσαι έγκυος;”
“ΝΑΙΙΙΙΙ! Δύο μηνών. Δεν το είχα πάρει είδηση. Ο Διονύσης θα γίνει μπαμπάς!”.

Η Ελένη ένιωσε κάθε κύτταρο του κορμιού της να στερεύει από αίμα μα κράτησε την ψυχραιμία της και προσπάθησε να φανεί ενθουσιασμένη.

“Ειρήνη μου, χαίρομαι τόσο πολύ για εσάς! Με το καλό! Μην αγχώνεσαι. Δεν θα πω τίποτα και θα φροντίσω να είναι σπίτι του! Σε κλείνω όμως γιατί έχω πολύ χαρτούρα μπροστά μου!”
“Σε ευχαριστώ πάρα πολύ Ελένη μου! Και στα δικά σου!”.

Η Ελένη έκλεισε το τηλέφωνο και έγειρε πίσω το κεφάλι στην καρέκλα. Ο πονοκέφαλος ήταν ακόμα πιο έντονος και μια ξαφνική ανακατωσούρα, την διέλυσε. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί και όλα αυτά που έμαθε, της έπεσαν βαριά. Το τηλέφωνό χτύπησε.

“Παρακαλώ!”
“Κυρία Παππά, σας ξαναπήρε ο κύριος Οικονόμου. Λέει να τον καλέσετε!”
“Ναι, θα τον πάρω. Μαρία;”
“Παρακαλώ!”
“Υπάρχει κάτι για φαγητό εδώ μέσα;”
“Ναι φυσικά! Στην μεγάλη την κουζίνα επάνω. Να σας φέρω;”

Μια συγκίνηση ένιωσε για αυτή την κοπέλα η Ελένη. Ήταν πάντα δίπλα της αλλά διακριτικά για αυτό την είχε τόσα χρόνια στην ομάδα της.

“Αν μπορείς, θα το εκτιμούσα. Και κάτι ακόμα… Ο κύριος Διονύσης πού είναι;”
“Στο γραφείο του εδώ και ώρα με την κυρία Λουίζα από το ανθρώπινο δυναμικό!”.
“Ευχαριστώ Μαρία μου!”.

Τα πράγματα άρχισαν να ξεδιαλύνουν στο μυαλό της. Ο Διονύσης δεν είχε κανένα επαγγελματικό ταξίδι αυτόν τον μήνα. Η Λουίζα όμως είχε δύο ταξίδια στο Βερολίνο γιατί κυνηγάει έναν εξαιρετικό αρχιτέκτονα που θέλει να φέρει στην εταιρεία. Επομένως, ο Διονύσης πήγε μαζί της και για να πάει μαζί της σημαίνει ότι…

“Αυτό ήταν! Τέλος!”. Η Ελένη χτύπησε τα χέρια στο γραφείο και σηκώθηκε όρθια, όμως ένιωσε μια ξαφνική σκοτοδίνη. Με όσο κουράγιο είχε, πήγε κατευθείαν στο γραφείο του Διονύση, το οποίο είχε κατεβασμένες τις κουρτίνες. Η γραμματέας του προσπάθησε να την σταματήσει όμως εκείνη την έκανε στην άκρη και άνοιξε αστραπιαία την πόρτα.

Ο Διονύσης με χαλασμένα ρούχα να έχει επάνω στο γραφείο τη Λουίζα με σηκωμένη φούστα και να την φιλάει παθιασμένα. Έκανε ένα βήμα μπροστά και έκλεισε την πόρτα πίσω της για να μην γίνουν θέαμα. Η Λουίζα πετάχτηκε όρθια και άρχισε να ντύνεται. Ο Διονύσης είχε γυρίσει την πλάτη και έφτιαχνε τα ρούχα του. Η Ελένη είχε μείνει βιδωμένη στο ίδιο σημείο και παρακολουθούσε τον πανικό τους.

“Ελένη… Εγώ…”
“Κυρία Παππά, Λουίζα! Κυρία Παππά!”
“Ναι, συγνώμη! Δεν ήθελα…”
“Στο Βερολίνο όμως μια χαρά ήθελες. Τέλος πάντων… Δεν φταις εσύ! Μπορείς να πηγαίνεις!”

Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους, ο Διονύσης άνοιξε όλες τις κουρτίνες και γύρισε προς το μέρος της Ελένης.

“Δεν ολοκλήρωσες τη δουλειά σου στο κουζινάκι και κάπως έπρεπε να εκτονωθώ!”.
“Πόσο καιρό;”
“Δύο μήνες! Στο Βερολίνο όμως την κατάφερα!”
“Μάλιστα!”
“Δεν πιστεύω να ζηλεύεις;”
“Τι λόγο θα είχα; Τι ήμουν άλλωστε; Η επίσημη. Ανεπίσημες πολλές! Στη γυναίκα σου να δω τι θα πεις!”
“Πού κολλάει η Ειρήνη;”

“Αχ βρε κακομοίρη!”
“Πρόσεχε τα λόγια σου!”
“Σκ@σε και άκου… Κομμένα τα ταξιδάκια. Σε κάλυψα μια φορά. Αυτό το σαββατοκύριακο η Ειρήνη θα σου ανακοινώσει την εγκυμοσύνη της και εσύ, εσύ, θα φροντίσεις να είσαι ο τέλειος σύζυγος και ο συγκινημένος πατέρας!”.

Ο Διονύσης έκανε να σηκωθεί.

“Δεν τελείωσα! Θα γίνει εσωτερική μετάθεση της Λουίζας. Θα πάει στο αρχιτεκτονικό ως υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού. Δεν πειράζει που δεν είναι στο ίδιο κτήριο. Ένα στενό παρακάτω είναι και θα δουλεύει μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Δεν ξέρω αν το ξέρεις, αλλά ο Στεργίου και η Λουίζα παντρεύονται σε έξι μήνες. Το προσκλητήριο είναι στο μέιλ σου. Για εμάς δεν θα μάθει κανένας. Ποτέ! Προφανώς και σαν εραστές τελειώσαμε. Δεν θα μάθουν ποτέ ούτε για την εταιρεία, ούτε για τη θέση μου. Το ότι αποποιήθηκα από τον πατέρα σου τη θέση που έχεις τώρα, δεν με καθιστά ανίσχυρη. Δική μου είναι η εταιρεία. Υπάλληλος μου είσαι οπότε τελειώνει εδώ. Στο επόμενο ατόπημα, έχεις φύγει. Εντάξει, Διονυσάκη;”.

Γύρισε και βγήκε από το γραφείο. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν πια. Μπήκε στο γραφείο και σωριάστηκε στην πολυθρόνα αφού άδειασε το στομάχι της στον κάδο σκουπιδιών. Το τηλέφωνο χτύπησε…

“Κυρία Παππά, είναι ο γιατρός σας στη γραμμή. Είναι η τρίτη φορά!”.
“Πέρασέ τον!”.
“Ρε Ελένη, έλεος πια! Σε έχω πάρει τόσα τηλέφωνα!”
“Πρώτη φορά βλέπω γυναικολόγο να κάνει έτσι για ασθενή. Πες μου… Πεθαίνω;”
“Μπα! Χαίρετε άκρας υγείας και οι δύο από ό,τι βλέπω, αλλά πρέπει να έρθεις από εδώ να κάνουμε κάποιες βασικές εξετάσεις…”
“Εννοείς;”

“Μαρία, πού είναι η κύρια Παππά. Έχω πάνω από έναν μήνα να τη δω! Πόση άδεια έχει πια;”

“Κύριε Διονύση, χίλια συγνώμη. Πίστευα ότι σας είχε ενημερώσει ο κύριος Πέτρου από το ανθρώπινο δυναμικό. Η κυρία Παππά είχε δεκαπέντε μέρες άδεια και μετά άλλες μέρες αναρρωτική και από εδώ και στο εξής θα δουλεύει από το σπίτι. Θα έρχεται ελάχιστα εδώ!”

“Αυτό από πού και ως πού; Από ποιον πήρε τη άδεια;”
“Από το νομικό τμήμα. Τώρα δεν ξέρω λεπτομέρειες. Είπε πως αν θέλετε διευκρινίσεις να μιλήσετε με εκείνους!”

Ο Διονύσης άσπρισε…. “Όχι όχι, κανένα θέμα! Γιατί όμως από το σπίτι; Συνέβη κάτι;”
“Α! Ούτε αυτό το ξέρετε; Η κυρία Παππά είναι έγκυος!”

“Ορίστε;”
“Ναι ναι! Πολλά μωρά στην εταιρεία. Πρώτα η γυναίκα σας και μετά η κυρία Παππά! Όλο χαρμόσυνα γεγονότα! Με συγχωρείτε όμως τώρα γιατί πρέπει να μπούμε σε ένα διαδικτυακό meeting. Θέλετε να μεταφέρω κάτι στην κυρία Παππά;”
“Όχι! Ευχαριστώ…”

Μόλις έμεινε μόνος, άρπαξε το κινητό. Το όνομά της στην οθόνη. Κάλεσε. Μία φορά. Δύο. Τρεις. Καμία απάντηση.

“Σήκωσέ το…”, ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του. Ξανά. Και ξανά. Το τηλέφωνο χτυπούσε μέχρι που κόπηκε. Έστειλε μήνυμα. Άλλο ένα. Και άλλο. Τίποτα. Μόνο η σιωπή.

Το βλέμμα του έπεσε στην άδεια οθόνη. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν είχε τον έλεγχο.

Και εκείνη… δεν του τον ξανάδωσε ποτέ.

Κατερίνα Μοχράνη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading