Κάθε απόγευμα την ίδια ώρα, η κυρία Ελένη έβγαινε στην βεράντα με ένα φλιτζάνι αχνιστό τσάι στο χέρι. Καθόταν στην κουνιστή καρέκλα και χάζευε τον δρόμο, τα παιδιά που έπαιζαν στο πάρκο, τους νέους που περπατούσαν αγκαλιά. Χρόνια μόνη της, αυτή ήταν η παρέα της. Αυτή και ο κυρ Θωμάς, ο γείτονάς της από το απέναντι σπίτι.
«Ελενίτσα! Καλησπέρα!»
Λεπτό δεν έχανε ο κύριος Θωμάς όταν την έβλεπε να βγαίνει στην βεράντα και έκλεινε ανυπόμονα πίσω του την πόρτα. Πεταγόταν στον δρόμο με το μπαστούνι στο ένα χέρι και ό,τι γλυκό είχε στο άλλο να πάει να κεράσει την αγαπημένη του γειτόνισσα. Περνούσε απρόσεχτα απέναντι και πάντα του φώναζε η κυρία Ελένη.
«Πρόσεχε, μωρέ Θωμά!»
«Αφού τα μάτια μου είναι μόνο πάνω σου, Ελενίτσα!»
«Αμάν, βρε Θωμά!»
Την έπιανε η καρδιά της κάθε φορά την γυναίκα. Φοβόταν πως μια μέρα θα τον χτυπούσε αμάξι, δεν θα την γλύτωνε.
«Τα κατάφερα και σήμερα, Ελενίτσα!», έφτασε στην πλευρά της και στάθηκε λαχανιασμένος στα σκαλιά.
«Έλα, βρε Θωμά, ούτε δέκα μέτρα δεν έκανες. Ανέβα πάνω!»
«Μεγάλωσα… Μη με βλέπεις έτσι καλοστεκούμενο!»
Κουτσά στραβά κατάφερε και ανέβηκε τα σκαλοπάτια και πήγε κοντά της. Κοντοστάθηκε και την καμάρωσε. Τα μάτια της γελούσαν παρόλο που τον κοιτούσε σοβαρή. Τα ασημένια μαλλιά της ήταν λυτά και έπεφταν ανέμελα πάνω στους ώμους της. Ήταν τυλιγμένη με την αγαπημένη της ροζ εσάρπα. Σαν μικρό κοριτσάκι φαινόταν στα μάτια του. Και εκείνος ένιωθε σαν μικρό αγόρι που δεν μπορούσε να πει στο κορίτσι ότι το αγαπούσε.
«Δεν έφερες τα γυαλιά σου! Ήθελα να σου δείξω φωτογραφίες από τα εγγόνια»
«Συγγνώμη, Ελενίτσα μου. Να ξαναπάω;»
«Άστο! Θα νυχτώσουμε!»
«Όλο με πειράζεις! Ήθελα να ήξερα με αγαπάς καθόλου ή τζάμπα με παιδεύεις;»
«Έλα, χαζομάρες στην ηλικία μας! Πες μου τώρα. Τελικά ήρθε χθες η κόρη σου;»
Έκατσε ο κύριος Θωμάς και όπως κάθε απόγευμα μίλησαν για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Ύστερα για την υγεία και τις εξετάσεις τους. Τέλος, για τα όνειρά τους. Αυτά που ποτέ δεν έκαναν και αυτά που θα ήθελαν να κάνουν.
«Μακάρι να μπορούσα να φτιάξω ξανά τα περβάζια. Μου λείπουν τα λουλούδια μου»
«Θα σε βοηθήσω εγώ, Ελενίτσα μου»
«Σωθήκαμε, Θωμά μου!»
Γέλασαν με την καρδιά τους, ήπιαν το τσάι τους και είπαν καληνύχτα. Έδωσαν ραντεβού και την επόμενη μέρα όπως κάθε φορά, ίδιο μέρος, ίδια ώρα. Μόνοι είχαν μείνει και οι δύο μιας και είχαν χηρέψει πριν πολλά χρόνια και τα παιδιά τους δεν ζούσαν πια στην πόλη τους. Είχαν ανοίξει τα φτερά τους και είχαν διασκορπιστεί σε όλη την χώρα. Όποτε τους επισκέπτονταν, το συζητούσαν για μέρες ολόκληρες. Ευτυχώς που είχαν ο ένας τον άλλον. Και παρόλο που δεν έλειπαν τα πειράγματα μεταξύ τους, δεν θα άλλαζαν τα ραντεβού τους για τίποτα στον κόσμο.
Εκείνο το βράδυ, ο κύριος Θωμάς δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογύριζε στο κρεβάτι και σκεφτόταν τα λόγια της Ελενίτσας του. Ήθελε να δει ξανά ανθισμένα τα περβάζια της. Ήθελε τα λουλούδια της. Δεν μπορούσε να μείνει άπραγος. Κάτι έπρεπε να κάνει. Έπρεπε να σκεφτεί ένα σχέδιο. Να μην τον καταλάβει όμως και του βάλει πάλι τις φωνές. Μπορεί βέβαια να τον μάλωνε αλλά κατά βάθος τον νοιαζόταν. Δεν ήταν έτοιμη όμως να το παραδεχτεί.
«Γιατί χαμογελάς έτσι σήμερα;»
«Τίποτα, Ελενίτσα μου. Απλά είμαι χαρούμενος. Πειράζει;»
«Σίγουρα δεν παθαίνεις κανένα εγκεφαλικό; Με τρομάζεις με αυτό το χαμόγελο. Δεν είσαι μουντρούχος όπως συνήθως»
«Σου είπα είμαι απλά χαρούμενος!»
«Μάλιστα… Γιατί νομίζω ότι κάτι έχεις βάλει στο μυαλό σου;»
Ο κύριος Θωμάς ανασήκωσε τους ώμους δήθεν ανήξερα. Ήταν αλήθεια ότι συνήθως ήταν κατσούφης αλλά όχι κοντά της. Δίπλα της φωτιζόταν ο κόσμος όλος. Δίπλα της όλα έμοιαζαν πιο όμορφα. Έβρισκε λόγο να σηκώνεται από το κρεβάτι κάθε μέρα. Κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέφτη και μπορεί το πρόσωπό του να ήταν χαραγμένο από τις ρυτίδες, μα μόλις την σκεφτόταν φωτιζόταν ολόκληρο. Χτένιζε τα λευκά μαλλιά του προς τα πίσω και ίσιωνε προσεχτικά το παχύ μουστάκι του. Έπειτα έβαζε το λινό του πουκάμισο και ένα ανάλαφρο παντελόνι και περίμενε να πάει απόγευμα να την δει. Την είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή που μετακόμισε στην γειτονιά της. Μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο, αυτόν που μόνο όσοι τον έχουν περάσει μπορούν να τον καταλάβουν. Έδεσαν σαν δύο κομμάτια παζλ. Έγιναν αχώριστοι.
«Φοβάμαι πολύ… Μου φάνηκε ότι άκουσα φασαρία χτες το βράδυ έξω από το σπίτι»
Μαζεύτηκε ο κύριος Θωμάς. Την είχε τρομάξει. Έπρεπε να είναι πιο προσεχτικός. Ένα ένα τα φύτευε τα σποράκια κάθε βράδυ. Μέχρι την άνοιξη θα ήταν έτοιμα!
«Μην φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ! Θα βάλεις μια φωνή και θα έρθω να σε σώσω!»
«Τώρα σώθηκα!»
Προσπάθησε να την καθησυχάσει και τελικά έβαλαν πάλι τα γέλια. Έπρεπε όμως να αλλάξει το σχέδιό του. Πλέον πήγαινε τα πρωινά, πριν σηκωθεί ο ήλιος, να έχει λίγη φασαρία ο δρόμος. Ήξερε ότι η καλή του θα κοιμόταν ακόμα. Άρχισαν και ξεπετάγονταν τα πρώτα μπουμπουκάκια. Σίγουρα θα αναρωτιόταν. Από μέρα σε μέρα θα του έκανε κουβέντα για τα νέα λουλούδια που άνθισαν μυστηριωδώς στα περβάζια της.
«Κάτι παράξενο συμβαίνει…»
«Μην ανησυχείς, Ελενίτσα μου. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει εξήγηση…»
«Δεν ξέρω. Δεν νιώθω πια ασφαλής σε αυτήν την γειτονιά. Πρέπει να κάνω κάτι δραστικό…»
Τι ανόητος που ήταν! Η Ελενίτσα του ήθελε να μετακομίσει. Αυτός έφταιγε που ήθελε να της κάνει έκπληξη και τελικά το μόνο που κατάφερε ήταν να την τρομάξει. Ούτε τα μπουμπούκια δεν είχε προσέξει, που ήταν τόσο όμορφα και ζωηρά τα χρώματά τους. Δεν του έκανε καμία συζήτηση για αυτά. Μόνο ήταν χαμένη στις σκέψεις της…
Πέρασαν κάποια πρωινά που δεν πήγε κρυφά ο κύριος Θωμάς. Είχε τελειώσει την έκπληξη, μα μόνο εκείνος την καμάρωνε από το παράθυρό του. Ντρεπόταν να της πει τώρα την αλήθεια. Θα τον περνούσε για ανόητο σίγουρα. Δεν θα το άντεχε αυτό. Πήγε και πήρε μια μικρή πινακίδα και της έγραψε με κιμωλία ότι αυτή η άνοιξη ήταν δική της. Θα πήγαινε το επόμενο πρωί κρυφά να την καρφώσει ανάμεσα στα λουλούδια για να αποκαλυφθεί το μυστικό του.
Εκείνο το πρωινό ήταν διαφορετικό. Ο κύριος Θωμάς είχε πολύ άγχος χωρίς να ξέρει τον λόγο. Μόλις που είχε βγει ο ήλιος και πέρασε τον δρόμο να πάει στο σπίτι της. Έμπηξε στο χώμα την μικρή πινακίδα και στάθηκε λυπημένος να κοιτά όσα είχε φτιάξει αλλά δεν μπορούσε να απολαύσει με την αγαπημένη του. Μέχρι και ο αέρας μύριζε διαφορετικά εκείνο το πρωινό. Και σαν να άκουσε γρυλίσματα!
«Χριστέ μου! Πήγε και πήρε σκύλο!»
Ο κύριος Θωμάς κοιτούσε τον μεγαλόσωμο σκύλο που είχε σκαρφαλώσει στο μισάνοιχτο παράθυρο και ο σκύλος κοιτούσε τον κύριο Θωμά ανάμεσα στα λουλούδια της κυρίας του.
«Παναγία βοήθα!»
Αυτό είπε και έβγαλε μια κραυγή που σήκωσε όλη τη γειτονιά στο πόδι. Ο σκύλος έσπρωχνε να ανοίξει το παράθυρο και ο κύριος Θωμάς μετρούσε πόσα λεπτά ζωής του απέμεναν. Έβαλε τα δυνατά του και βγήκε στον δρόμο κοιτώντας πίσω του μην τον προφτάσει το ζωντανό. Εν τω μεταξύ σηκώθηκε και η κυρία Ελένη που άκουσε τα γαβγίσματα και καλούσε την αστυνομία όταν άνοιξε την πόρτα να δει τι γινόταν. Πρώτα παρατήρησε πόσο όμορφα ήταν τα λουλούδια που τα έλουζε το φως του ήλιου και την μικρή πινακίδα ανάμεσά τους και ύστερα είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν από την στροφή.
«Θωμά! Αμάξι!»
Το είχε πει η κυρία Ελένη. Μια μέρα θα τον χτυπήσει αυτοκίνητο έτσι απρόσεκτος που ήταν. Ευτυχώς που ήταν καλός ο οδηγός και κοκάλωσε την κατάλληλη στιγμή. Ο κύριος Θωμάς βέβαια σωριάστηκε αποκαρδιωμένος κατάχαμα στον δρόμο και περίμενε την αγαπημένη του για να την αποχαιρετήσει. Ευτυχώς που είχε καλέσει και ασθενοφόρο γιατί σίγουρα δεν θα ζούσε πολύ ακόμα και θα πέθαινε από την ντροπή του.
«Χτύπησες, Θωμά μου;»
«Ναι, Ελενίτσα μου»
«Μα καλά, τον Αζόρ φοβήθηκες; Πού είναι ήσυχος σαν το αρνάκι; Πες μου! Πού πονάς;»
«Στην καρδιά. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου»
«Σε καλό σου, νόμιζα ότι χτύπησες!»
«Ελενίτσα μου, θα με παντρευτείς;»
«Τι ζω η χριστιανή!»
«Γίνε γυναίκα μου γιατί θα πεθάνω!»
«Με απειλείς κιόλας;»
«Άντε, καλέ κυρία! Πείτε το ναι! Δεν τον βλέπετε πώς υποφέρει;», συμφώνησε και ο οδηγός που γλύτωσαν τα χειρότερα.
«Για να υποφέρω εγώ μετά;»
«Μη μιλάς έτσι, Ελενίτσα μου, μπροστά σε ξένο άνθρωπο»
«Αχ, τι να κάνω που σε νοιάζομαι και με κάνεις να γελάω και περιμένω κάθε μέρα πώς και πώς να σε δω και τι καλύτερο να είναι ο σύντροφός σου ο καλύτερός σου φίλος;»
«Άντε, εγώ θα σας παντρέψω!», πρότεινε ο οδηγός και σήκωσε όρθιο τον ηλικιωμένο άντρα.
«Δέχεσαι, λοιπόν;»
«Μπορώ να πω όχι;»
«Σε αγαπώ, Ελενίτσα μου»
«Και εγώ, Θωμά μου. Πολύ σε αγαπώ! Πιο πολύ γιατί μου χάρισες μια άνοιξη!»
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇
