Το αρχείο της λήθης – Μέρος 1ο

Προχωρούσε σκυφτός μέσα στη νύχτα, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες της καπαρντίνας του. Το ύφασμα ανέμιζε πίσω του και η σκιά του μάκραινε πάνω στην άσφαλτο, κάνοντάς τον να μοιάζει με μια τρομακτική φιγούρα που δραπέτευσε από κάποιον εφιάλτη. Τα βήματά του χτυπούσαν ρυθμικά στο πεζοδρόμιο.

Στρίβοντας στη γωνία, ένιωσε ένα ρεύμα αέρα να του χτυπά το πρόσωπο. Το καπέλο με το πλατύ γείσο γλίστρησε από το κεφάλι του κι έπεσε κάτω. Έσκυψε να το πιάσει, μα πάγωσε πριν καν το αγγίξει. Κάτι ακουγόταν: ένα τρίξιμο αχνό, μεταλλικό, που έμοιαζε με ρόδα καροτσιού που κυλούσε αργά πάνω σε φθαρμένη πέτρα. Ο δρόμος, όμως, ήταν άδειος. Ο ήχος πλησίαζε χωρίς να συνοδεύεται από τίποτα ορατό. Ίσιωσε το σώμα του αργά, φόρεσε ξανά το καπέλο και έμεινε ακίνητος. Το αόρατο πέρασε δίπλα του.

Γύρισε απότομα και κοίταξε στο σημείο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται ένα καρότσι. Δεν υπήρχε τίποτα· μόνο ο ήχος, που σταμάτησε στιγμιαία. Ύστερα ξεκίνησε ξανά. Απομακρύνθηκε αργά, έσβησε βήμα-βήμα και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Ο άντρας σήκωσε τότε το κεφάλι του στον ουρανό. Οι γραμμές ήταν εκεί: λευκές, λεπτές, χαραγμένες πάνω στο βαθύ μπλε λες και ήταν πληγές που δεν έκλειναν. Διασταυρώνονταν, χώριζαν, χάνονταν στο βάθος, σαν πορείες ανθρώπων που συναντιούνται μόνο για μια στιγμή πριν πάρουν για πάντα διαφορετικό δρόμο.

Τις παρατηρούσε κάθε μέρα, χωρίς ποτέ να ξέρει αν πλήθαιναν ή λιγόστευαν. Ήξερε μόνο πως δεν τις έβλεπαν όλοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι περπατούσαν από κάτω τους, μιλούσαν, γελούσαν, βιάζονταν, λες και ο ουρανός ήταν καθαρός. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή ποια πορεία θα είχε διαλέξει εκείνος, αν του είχε δοθεί επιλογή.

«Μας ψεκάζουν με λήθη, ξέρεις».
Η φωνή ήρθε ξαφνικά, από τα δεξιά του. Στο φως μιας χαλασμένης λάμπας στεκόταν ένας γέρος. Τα ρούχα του ήταν παλιά, φθαρμένα και κρέμονταν στραβά πάνω στο κοκαλιασμένο σώμα του. Το ένα μάτι του ήταν σκεπασμένο με μαύρο ύφασμα και το αριστερό μανίκι κατέληγε σε μεταλλικό γάντζο. Θα μπορούσε να μοιάζει γελοίος, αν δεν τον κοιτούσε με τέτοια τρομακτική διαύγεια.

«Δε χαράζει κανείς τόσες γραμμές στον ουρανό χωρίς λόγο» συνέχισε ο γέρος. «Κάθε γραμμή κι ένας δρόμος. Κάθε δρόμος κι ένας άνθρωπος που αρνήθηκες να γίνεις. Κάθε άνθρωπος… μια πιθανότητα».
Ο άντρας με την καπαρντίνα δεν απάντησε.

Ο γέρος τον πλησίασε. Μύριζε υγρασία, καπνό και βρεγμένο χαρτί. «Το ξέρεις ήδη, έτσι δεν είναι; Γι’ αυτό κρύβεις το πρόσωπό σου με αυτό το καπέλο. Γι’ αυτό ακούς όσα δεν υπάρχουν. Είσαι κι εσύ μια κομμένη πιθανότητα».
Ο άντρας τον κοίταξε ψυχρά, έτοιμος να ξεγλιστρήσει στο σκοτάδι.
Τότε ο γέρος του χαμογέλασε πλάγια, σχεδόν λυπημένα. «Μην ανησυχείς. Δεν ήρθε ακόμη η ώρα να θυμηθείς».

Πριν προλάβει να απαντήσει, ακούστηκε ένας χτύπος. Ήταν ένας εκκωφαντικός, μεταλλικός κρότος, σαν τεράστια καμπάνα που χτύπησε πίσω από τον ουρανό. Η γη σείστηκε ελαφρά. Οι άνθρωποι σταμάτησαν εκεί που βρίσκονταν. Σταμάτησαν να περπατούν, σταμάτησαν να μιλούν, σταμάτησαν να αναπνέουν. Άλλοι κάλυψαν τα αυτιά τους ενώ μερικοί σήκωσαν ενστικτωδώς το βλέμμα ψηλά. Για δύο, τρία δευτερόλεπτα, όλη η πόλη έμοιαζε να κρατά την αναπνοή της. Ύστερα όλα συνεχίστηκαν. Οι περισσότεροι ξανάρχισαν να περπατούν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ο γέρος είχε ήδη απομακρυνθεί, σέρνοντας το κουτσό πόδι του. Ο άντρας έμεινε ακίνητος. Εκείνος είχε ακούσει τον χτύπο δυνατότερα από όλους τους άλλους. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, μια νεαρή γυναίκα με τυρκουάζ μαλλιά στεκόταν ασάλευτη και κοιτούσε τον ουρανό. Δεν είχε καλύψει τα αυτιά της, ούτε φαινόταν τρομαγμένη. Ο άντρας την παρατήρησε ανέκφραστος. Την ίδια στιγμή ένιωσε ένα τράβηγμα στο μανίκι του. Ένα αγόρι, όχι πάνω από εννιά ετών, τον κοιτούσε από κάτω με μάτια τεράστια και υγρά.
«Κύριε» είπε «ψάχνω το μπαλόνι μου».
Ο άντρας δεν μίλησε.
«Είναι κόκκινο» συνέχισε το παιδί. «Αν το βρω, θα με πάει βόλτα. Μακριά από εδώ». Το βλέμμα του μικρού γυάλισε ξαφνικά. Κοίταξε πίσω από την πλάτη του άντρα. Εκείνος γύρισε. Ένα κόκκινο μπαλόνι αιωρούνταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Το παιδί χαμογέλασε σαν να αναγνώριζε παλιό φίλο. Ο άντρας άπλωσε απότομα το χέρι. «Μην το αγγίξεις».

Το αγόρι δε σταμάτησε. Προχώρησε αργά, σαν υπνωτισμένο Ο άντρας όρμησε να το προλάβει. Και τότε άκουσε ξανά το γνώριμο τρίξιμο. Το αόρατο καρότσι πετάχτηκε ανάμεσά τους. Κάτι τον χτύπησε με δύναμη στο πλάι και τον πέταξε προς τα πίσω. Η καπαρντίνα του μπλέχτηκε για μια στιγμή σε κάτι φαινομενικά ανύπαρκτο και βαρύ, σαν να την είχε αρπάξει αόρατη ρόδα. Προσπάθησε να ξαναορμήσει, μα το αόρατο καρότσι πέρασε μπροστά του δεύτερη φορά, πιο αργά τώρα, φράζοντάς του τον δρόμο ακριβώς τη στιγμή που το παιδί άπλωνε το χέρι. Τα μικρά δάχτυλα έκλεισαν γύρω από τον σπάγκο. Ο άντρας έσφιξε τα δόντια και τραβήχτηκε στην άκρη, έτοιμος να ξαναχυθεί μπροστά. Μα ήταν ήδη αργά. Το μπαλόνι άρχισε να ανυψώνεται. Μαζί του υψώθηκε και το παιδί· στην αρχή αργά, ύστερα όλο και πιο γρήγορα. Το αγόρι χαμογελούσε γαλήνια, σαν να έμπαινε σε βάρκα που θα το πήγαινε σπίτι.

Ο άντρας το παρακολουθούσε λαχανιασμένος. Και τότε, στην άκρη του δρόμου, είδε τον γέρο με τον γάντζο. Στεκόταν κάτω από τη χαλασμένη λάμπα, ασάλευτος. Το κεφάλι του ήταν ελαφρά γερμένο στο πλάι. Στο στόμα του είχε εμφανιστεί εκείνο το λυπημένο χαμόγελο. Ο γάντζος του είχε μείνει υψωμένος, σαν χέρι που μόλις είχε αφήσει αόρατα γκέμια. Ύστερα τον κατέβασε αργά.

Το παιδί συνέχισε να ανεβαίνει, μέχρι που έγινε μια μικρή αδιόρατη κουκίδα και χάθηκε στο σκοτάδι του ουρανού.

Την ίδια στιγμή, μία από τις λευκές γραμμές άρχισε να ξεθωριάζει. Ο άντρας την είδε να σβήνει αργά, σαν να τη ρουφούσε μια αόρατη τρύπα. Κι ύστερα κάτι άλλο διέσχισε το οπτικό του πεδίο: ένα λευκό κουνέλι, στο ύψος μικρού παιδιού, ντυμένο με γιλέκο, κρατώντας παλιό ρολόι τσέπης.
«Άργησα! Άργησα τρομερά!», φώναζε καθώς έτρεχε.

Οι περαστικοί δεν του έδιναν καμία σημασία. Η κοπέλα με τα τυρκουάζ μαλλιά όμως, γύρισε απότομα και το κοίταξε. Έσμιξε τα φρύδια της, σαν να αμφέβαλλε για τα μάτια της. Έπειτα άρχισε να το ακολουθεί.
Ο άντρας, για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, δίστασε. Το σωστό θα ήταν να την ακολουθήσει αμέσως και αφού τη σταματούσε να ενημερώσει εκείνους που αποφάσιζαν. Έστω και αργά, έτρεξε ξοπίσω της.

Διέσχισαν μεγάλους δρόμους, στοές, φωτισμένες διαβάσεις, σκιερές πλατείες. Το λευκό κουνέλι έτρεχε πάντα λίγο πιο μπροστά τους, στρίβοντας την τελευταία στιγμή, αφήνοντας πίσω του τον ήχο του ρολογιού του, ένα ξερό, τικ-τακ. Στο τέλος μπήκε στο κεντρικό πάρκο της πόλης και χάθηκε μέσα σε μια σκοτεινή συστάδα δέντρων.

Η κοπέλα έσπρωξε τους θάμνους και βρέθηκε μπροστά σε μια τρύπα, τόσο μεγάλη όσο μια καταπακτή πηγαδιού, ανοιγμένη στη γη εκεί όπου πριν, θα ορκιζόταν κανείς, δεν υπήρχε τίποτα. Το κουνέλι δίχως δισταγμό γλίστρησε μέσα. Η κοπέλα έσκυψε, κοίταξε το σκοτάδι και έπεσε κι εκείνη. Ο άντρας στάθηκε στην άκρη. Για μια στιγμή είδε μόνο μαύρο. Ύστερα, βαθιά κάτω, κάτι άστραψε σαν καθρέφτης. Έκανε να τη μιμηθεί, μα σταμάτησε απότομα, νιώθοντας πάλι την ίδια αίσθηση με πριν: τον δισταγμό. Για κάποιο λόγο, δεν ήθελε να την εμποδίσει. Και τότε ακούστηκε ένας γνώριμος ήχος εκείνος που σήμαινε πως τον καλούσαν, κι έπρεπε να παρουσιαστεί μπροστά τους το συντομότερο δυνατό.
Άφησε την τρύπα πίσω του.

***

Η πτώση της κοπέλας κράτησε ώρα, ή μπορεί να μην κράτησε καθόλου. Δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Όταν προσγειώθηκε, βρέθηκε γονατισμένη πάνω σε μια τεράστια σκακιέρα. Ο χώρος ήταν σαν αίθουσα θρόνου χτισμένη μέσα σε λευκό όνειρο. Στις άκρες ορθώνονταν πιόνια τόσο ψηλά όσο ένας άνθρωπος. Κάπου πιο πέρα διέκρινε έναν καθρέφτη.

Το λευκό κουνέλι στεκόταν ήδη κοντά του, κοιτώντας το ρολόι του. «Αν αργήσεις πολύ» είπε «θα ξεχάσεις ακόμη και γιατί έτρεξες».
«Πού είμαι;» ρώτησε η κοπέλα.
Το κουνέλι κούνησε μόνο τα αυτιά του.
Ένα πιόνι μετακινήθηκε μπροστά μόνο του. Η παρτίδα είχε αρχίσει. Για να περάσει λοιπόν απέναντι και να φτάσει στον καθρέφτη που υπήρχε στην άλλη άκρη, έπρεπε απλά να παίξει. Και δεν ήξερε καλό σκάκι.

***

Η αίθουσα ήταν μεγάλη, γυμνή και ελαφρώς φωτισμένη. Στο κέντρο βρισκόταν ένα μακρύ κυκλικό τραπέζι και γύρω του κάθονταν δέκα φιγούρες. Το φως δεν έφτανε ποτέ στο πρόσωπό τους. Έπεφτε μόνο στα λευκά, λεπτά, ακίνητα χέρια τους. Στην κορυφή του τραπεζιού, υπήρχε μια άδεια, κενή θέση. Ο άντρας με την καπαρντίνα στάθηκε απέναντί τους και έβγαλε το καπέλο του.
«Χθες τη νύχτα» είπε μια φωνή, «συνέβη κάτι που δεν προβλεπόταν».

Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει ποιος μιλούσε. Η φωνή ερχόταν από παντού. Ένα από τα λευκά χέρια σηκώθηκε. Στον τοίχο πίσω τους άναψε μια οθόνη που έδειχνε το εσωτερικό ενός τεράστιου μηχανισμού. Γρανάζια γύριζαν αργά μέσα σε ένα αχανές, μεταλλικό ημίφως. Άσπρα νήματα έτρεχαν από τροχό σε τροχό, ανέβαιναν στον θόλο και χάνονταν ψηλά, σαν να έραβαν από μέσα τον ουρανό. Στο κέντρο του μηχανισμού, μέσα σε μια στενή κοιλότητα από μέταλλο, στεκόταν μια μορφή με λευκά μαλλιά. Από μακριά έμοιαζε με γυναίκα. Όσο όμως η εικόνα πλησίαζε, γινόταν φανερό πως δεν ήταν άνθρωπος. Το πρόσωπό της είχε τη λεία, παγωμένη ομορφιά της πορσελάνης. Το δέρμα της γυάλιζε θαμπά, σαν παλιό αντικείμενο φυλαγμένο επί χρόνια στο σκοτάδι. Τα μαλλιά της έπεφταν ακατάστατα στους ώμους, κι από το στέρνο της έβγαιναν λεπτές μεταλλικές ίνες, ενωμένες με τον πυρήνα του Ρολογιού σαν φλέβες.
Ήταν ακίνητη. Ύστερα ακούστηκε ο χτύπος.

Οι ίνες τεντώθηκαν απότομα και άρχισαν να σπάνε. Η κούκλα λύγισε μπροστά, σαν κάτι μέσα της να την τραβούσε για πρώτη φορά προς διαφορετική κατεύθυνση απ’ ό,τι όριζε ο μηχανισμός. Για μια στιγμή έμεινε γονατισμένη μέσα στο φως των γραναζιών, με το κεφάλι σκυμμένο. Ύστερα ανασηκώθηκε. Με μια κίνηση αδέξια, σχεδόν επώδυνη, αποσπάστηκε από τη θέση της. Η οθόνη τρεμόπαιξε και η εικόνα άλλαξε.

Τώρα η ίδια μορφή παραπατούσε μέσα στη νύχτα, σε μια μικρή πλατεία. Στο κέντρο υπήρχε ένα πηγάδι και δίπλα του στέκονταν ακίνητοι δύο πανύψηλοι μολυβένιοι στρατιώτες. Η κούκλα κρατούσε σφιχτά με τα δύο χέρια το στήθος της. Οι κινήσεις της ήταν σπασμωδικές, ακανόνιστες. Τότε ακούστηκε ένας ήχος σαν κάτι να έσπασε.

Μια λεπτή γραμμή άνοιξε από τη βάση του λαιμού της και κατέβηκε αργά προς το στέρνο έπειτα ακολούθησαν κι άλλες. Έκανε ακόμη μερικά βήματα προς το πηγάδι. Πριν προλάβει να φτάσει, το στέρνο της άνοιξε με έναν φρικτό, ξερό ήχο. Σωριάστηκε στα γόνατα. Το κεφάλι της έγειρε στο πλάι. Τα γυάλινα μάτια της έμειναν ανοιχτά, στραμμένα κάπου πέρα από τον δρόμο και το πηγάδι.

Οι δύο στρατιώτες πλησίασαν χωρίς βιασύνη. Ο ένας γονάτισε μπροστά της. Το μεταλλικό του χέρι μπήκε με ακρίβεια μέσα στο ανοιγμένο στέρνο της. Όταν το τράβηξε πίσω, κρατούσε έναν μικρό, σύνθετο μηχανισμό από μέταλλο και οδοντωτούς τροχούς. Έμοιαζε με καρδιά. Ο δεύτερος άπλωσε ένα σκούρο ύφασμα. Ο πρώτος ακούμπησε προσεκτικά μέσα του τον μηχανισμό και τον τύλιξαν αμέσως.
Πίσω τους, το πορσελάνινο σώμα της κούκλας άρχισε να θαμπώνει. Οι ρωγμές άνοιξαν περισσότερο.
Στο τέλος έμοιαζε με άδειο κέλυφος που είχε υπηρετήσει για πάρα πολύ καιρό έναν σκοπό που δεν ήταν δικός του. Η οθόνη έσβησε.

«Το προηγούμενο δοχείο έσπασε», είπε μια φωνή.
«Ο πρώτος χτύπος ακούστηκε τη στιγμή της αποσύνδεσης», συνέχισε μια άλλη. «Η καρδιά αποσπάστηκε προτού να είναι έτοιμο το νέο δοχείο».
Ένας στενός προβολέας φώτισε το κέντρο του τραπεζιού. Εκεί βρισκόταν τώρα το πακέτο.
«Ο ρυθμιστής ανακτήθηκε», είπαν. «Θα το παραδώσεις στον επόμενο φύλακα. Θα τον οδηγήσεις με ασφάλεια στον προορισμό του. Δεν επιτρέπεται δεύτερη απώλεια».
Ο άντρας έγνεψε.
«Σήμερα ακούστηκε και άλλος χτύπος», είπε μια φωνή
«Ένα παιδί έφυγε με ένα κόκκινο μπαλόνι», εξήγησε ο άντρας.
Η σιωπή κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.

«Και δεν το εμπόδισες;»
Ο άντρας σήκωσε αργά το κεφάλι. «Προσπάθησα να το προλάβω πριν αγγίξει τον σπάγκο».
Οι λευκές παλάμες έμειναν ακίνητες.
«Τότε γιατί απέτυχες;»
Ο άντρας δίστασε μόνο για μια στιγμή. «Κάτι παρενέβη».
«Εξήγησε».
«Ένα αόρατο εμπόδιο που είχα συναντήσει νωρίτερα στον δρόμο», άρχισε «πέρασε ανάμεσά μας και μου έφραξε τον δρόμο, δύο φορές». Δεν ανέφερε τον γέρο με τον γάντζο. Για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να εξηγήσει, κράτησε την πληροφορία αυτή για τον εαυτό του.
«Άρα δεν ήταν απλή διαρροή», ακούστηκε μια σιγανή φωνή.
«Η ισορροπία του κόσμου έχει αρχίσει να κλονίζεται», δήλωσε μια άλλη.

Ο άντρας έμεινε ακίνητος. «Υπάρχει κι άλλο», συνέχισε τελικά. «Μια κοπέλα. Είδε τις γραμμές κι έπειτα ακολούθησε ένα λευκό κουνέλι».
«Πού είναι τώρα;»
«Έπεσε σε μια τρύπα, στο πάρκο»
«Γιατί δεν έπεσες;»
«Πάλι εμπόδιο», είπε ψέματα χωρίς να διστάσει.
«Θα παραδώσεις το πακέτο στον νέο φύλακα. Και την κοπέλα…». Η παύση που ακολούθησε ήταν ψυχρότερη από κάθε διαταγή. «…θα τη διαγράψεις».

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading