Χωρίς ρίζες

Μπήκε στο σπίτι, έκλεισε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στο εσωτερικό χωρίς ν’ ανάψει τα φώτα. Έφτασε στο σαλόνι και κοίταξε γύρω του τον χώρο. Το βλέμμα του έμενε πάνω σε κάθε σπιθαμή, θαρρείς και το έβλεπε πρώτη φορά. Οι κυπαρισσί καναπέδες στη γωνία, το μεγάλο ξύλινο σκρίνιο με τα γυαλικά στον τοίχο αριστερά του. Το τραπέζι με τις έξι καρέκλες με τα λευκά καλύμματα δεξιά του, δίπλα στη μπαλκονόπορτα. Η τηλεόραση στο έπιπλο με τα γυάλινα πορτάκια, σκεπασμένη με εκείνο το μικρό σεμεδάκι “απ’ την προίκα της”. Χαμογέλασε. Το μισάνοιχτο παντζούρι άφηνε ελάχιστο φως να περάσει στον χώρο, αρκετό για να φωτίζει σημεία και να δημιουργεί σκιές που χόρευαν μπροστά στα υγρά μάτια του.

Ακούμπησε το χέρι του στο κάσωμα της πόρτας. Κάθε μικρή και μεγάλη γωνιά είχε κάτι να του θυμίσει. Σ’ εκείνη τη γωνία είχε κρυφτεί τότε που είχε σπάσει το κινέζικο βάζο, δώρο γάμου “Τεράστιας συναισθηματικής αξίας”. Εκεί, πίσω απ’ τους καναπέδες, ακόμη φαινόταν το “μπάλωμα” που είχαν κάνει, όταν μ’ ένα μαχαίρι κουζίνας είχε σκάψει βαθιά τον τοίχο, “για να ανοίξει τρύπα και να κατασκοπεύει τους γείτονες”. Ήταν δεν θα ήταν πέντε. Είχε προσπαθήσει να τον μαλώσει, μα μάλλον βλέποντας το αθώο, με ειλικρινές προθέσεις μουτράκι του, δεν τα είχε καταφέρει. Είχε ξεσπάσει σε δυνατά γέλια, ακόμη το θυμόταν. Κι εκείνος… χωρίς να καταλαβαίνει, είχε καθίσει στο πάτωμα δίπλα της, της είχε αγγίξει απαλά το χέρι και την είχε ρωτήσει σχεδόν τρομαγμένος “Μαμά… καλά είσαι;”, κάνοντάς την να ξεσπάσει σε δεύτερο γύρο γέλιου.

Σ’ αυτό το ξύλινο, σκουρόχρωμο τραπέζι, που… “Πρόσεχε το έπιπλο κι είναι μαόνι και θα μου το χαλάσεις!”, κάθε απόγευμα καθόταν δίπλα της, με τα βιβλία και τα τετράδιά του απλωμένα και τον βοηθούσε στο διάβασμα. Κι εκείνος κουνούσε το κεφάλι καταφατικά, ενώ ταυτόχρονα με το μολύβι του ζωγράφιζε κρυφά απ’ την κάτω πλευρά του τραπεζιού, ήλιους και καραβάκια. Το τι είχε ακούσει όταν, Πάσχα πλησίαζε, είχε μπει εκείνη κάτω απ’ το τραπέζι για να καθαρίσει κι είδε τις… καλλιτεχνίες του… “Α ρε μάνα!”, μονολόγησε και προχώρησε μ’ αργά βήματα προς τη μπαλκονόπορτα. Σήκωσε το παντζούρι με αργές κινήσεις κι οι τριγμοί απ’ τους σκουριασμένους μεντεσέδες, τον έκαναν ν’ ανατριχιάσει. “Σιγά σιγά να το ανεβάζεις! Αν πέσει θα ψάχνουμε μάστορα! Δεν έχω λεφτά και για τέτοια!”, σαν να άκουσε τη φωνή της πίσω του.

Το φως του ήλιου γέμισε το σαλόνι, κάνοντας τη σκόνη πάνω στα έπιπλα να γυαλίσει στα μάτια του. Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και τράβηξε τη λευκή κουρτίνα. Κοίταξε τις γλάστρες, που ξεραμένες πια, έμοιαζαν με νεκροταφείο αναμνήσεων. “Αυτό το είχαμε αγοράσει μαζί απ’ την ανθοέκθεση”. “Αυτό της το είχα φέρει στη γιορτή της μάνας”. “Αυτό μας το είχε φέρει η θεία Παγώνα τα Χριστούγεννα…”, έκανε στο μυαλό του αναδρομές για κάθε ένα γλαστράκι που γέμιζε ασφυχτικά το μικρό μπαλκόνι με τα χαμηλά, λευκά, ξεθωριασμένα σε σημεία κάγκελα. “Μην πλησιάζεις πολύ στην άκρη! Είναι κοντά τα κάγκελα, έχεις ψηλώσει! Μην έχουμε κι άλλα!”, θυμήθηκε τα λόγια της. “Αν είχα μεγαλύτερο μπαλκόνι να έβλεπες πόσα θα είχα!”, έφερε στο νου του τη μορφή της, όταν περήφανη του έδειχνε κάποιο καινούριο μπουμπούκι που είχε σκάσει.

Χρυσή την είχε κάνει, όταν είχε μεγαλώσει λίγο, να βγάλει μερικές γλάστρες για να έχουν χώρο να βάλουν καμιά καρεκλίτσα να κάθονται. “Και σάμπως τι θα βλέπεις; Τον κυρ Ανέστη απέναντι; Σ’ αυτά τα κουτιά που μένουμε, ο ένας πάνω στον άλλον… Κοίτα, κοίτα πόσο κοντά είμαστε! Έτσι να κάμω το χέρι μου, θα πιάσω τη μπουγάδα της Παναγιώτας!”, του έλεγε.

Τα λουλούδια της… το μεγάλο της καμάρι! Τα λουλούδια της κι εκείνος. Που μοναχή τον μεγάλωσε σε τούτο το μικρό σπιτάκι. Κι ευτυχώς που ήταν κι αυτό, που της το άφησε η γιαγιά της, γιατί μετά το θάνατο του άντρα της, δεν θα είχε πού να πάει, μικρομάνα χωρίς κανέναν δικό της. Κι όμως… καλά τα είχε καταφέρει. Τον μεγάλωσε, τον σπούδασε, τον πάντρεψε, είδε και τρία εγγόνια. Και το πρώτο πήρε το όνομα τ’ αντρός της, μετά από δική της ‘απαίτηση’: “Όχι, όχι! Δε θέλω ν’ ακούσω τ’ όνομά μου! Μα του πατέρα σου… άματις το θέλετε κι εσείς, Γιωργία να το βγάλετε το κορίτσι!”. “Μα είναι τόσο ωραίο το Ελένη, βρε μαμά!”, της είχε πει η νύφη της. “Άμα θέλετε να με κάνετε τη χάρη, Γιωργία θέλω, κόρη μου!”, είχε δώσει το τελεσίγραφό της η κυρά Ελένη. Και πώς να της χαλάσουν χατήρι;

Γεωργία έβγαλαν την πρώτη κόρη τους, προς τιμήν του πατέρα του, που αμυδρά τον θυμόταν κι αυτό από τις περιγραφές της μάνας του κι από κάτι παλιές φωτογραφίες… Και μετά ήρθε κι ο Πετρής, που πήρε τ’ όνομά του απ’ τον συμπέθερο, που τόσο του είχε αδυναμία η κυρά Ελένη. Και συχνά πυκνά του έστελνε κολοκυθόπιτα με τα παιδιά, κρυμμένη στο χρυσό, μη το δει η κυρά Μαρία, η συμπεθέρα κι αρχίσει να τον ψέλνει, που έχει ζάχαρο και δεν κόβει τα γλυκά. Κι ύστερα ήρθε και τρίτη κόρη, το τρίτο εγγόνι της κυρά Ελένης, που το ονομάσανε Μαρία-Ελένη, προς τιμήν των δυο γιαγιάδων, που “μάλωναν” για το ποια θα το πρωτοαλλάξει και ποια θα το πάει στο πάρκο.

Είκοσι χρονών είχε φτάσει η Μαριαλένα, όταν κατέπεσε πια η γιαγιά Ελένη. “Τουλάχιστον μεγάλωσε κι η ‘μπουκίτσα’ μας και δεν με χρειάζεστε με τα παιδιά…”, τους έλεγε, ξαπλωμένη κι ανήμπορη για πολλές μετακινήσεις. “Βρε μάνα, θα γίνεις καλά, θα το δεις, και θα πάμε όλοι μαζί μια μεγάλη εκδρομή στη θάλασσα!”, την παρηγορούσε. “Εγώ πια…”, του έλεγε και κατέβαζε το βλέμμα σαν να ντρεπόταν. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί δυνατά, μα θα ‘θελε να τα κατάφερνε να σηκωθεί ξανά, κόντρα στις εκτιμήσεις των γιατρών. Θα ‘θελε να την έκαναν εκείνη την εκδρομή στη θάλασσα όλοι μαζί, να ρουφήξει την αλμύρα της, να ζεστάνει την ψυχή της στο φως του ήλιου, να χαρεί μέσα απ’ τα γέλια των δικών της ανθρώπων.

Δεν τα κατάφερε. Η “ωραία Ελένη” του, άπαξ κι έπεσε στο κρεβάτι, δεν κατάφερε να ξανασηκωθεί. Μήνες έμεινε καθηλωμένη στο κρεβάτι, κι άρχισε σιγά σιγά να μη μπορεί ούτε να αυτοεξυπηρετηθεί. Χάιδεψε απαλά εκείνη την παλιά φωτογραφία του γάμου της με τον πατέρα του. Ασπρόμαυρη ήταν, μα αυτό το φως στα μάτια της, γέμιζε θαρρείς χρώματα το ξεθωριασμένο πια χαρτί. ‘Ωραία Ελένη’ την έλεγε ο πατέρας του. Και ήταν. Όμορφη, φωτεινή. Μέσα κι έξω. Κυρίως μέσα.

“Τα χρόνια της να πάρουμε. Θεός σχωρέσ’ την”, πόσες φορές δεν άκουσε αυτά τα λόγια, λίγες ώρες πριν… Κάθισε στην κυπαρισσί πολυθρόνα που είχε ακόμη τη μυρωδιά της κι έκλεισε το πρόσωπό του στα χέρια του. Πόσα χρόνια είναι αρκετά για την αγάπη; Στα πόσα χρόνια λες “χόρτασα”; Τι κι αν η ωραία Ελένη του κόντευε τα ενενήντα; Τι κι αν αυτός, πλησίαζε τα εξήντα; Τι κι αν είχε από χρόνια κάνει τη δική του οικογένεια; Τι κι αν είχε τη γυναίκα του, βράχο δίπλα του; Τι κι αν είχε τρία παιδιά, που είχαν πια μεγαλώσει και πάρει τον δρόμο τους; Δεν θα ξαναξεστόμιζε τη λέξη ‘μαμά’. Με το τέλος της, έπαυε πια να είναι παιδί. Ήταν σύζυγος, πατέρας, μα όχι πια παιδί, κι αυτή είναι μια διαπίστωση που σε τσακίζει, σε όποια ηλικία κι αν βρίσκεσαι. Ήταν πια ένας άνθρωπος με φτερά, εκείνα που με τα χρόνια του είχε υφάνει στις πλάτες για να μπορεί να πετά, μα με το φευγιό της, δεν είχε πια ρίζες. Και σ’ όποια ηλικία κι αν είσαι, το “ξερίζωμα”, ματώνει την ψυχή σου.

Ο ήχος απ’ το κινητό του, τον έβγαλε απ’ τις σκέψεις του. Σκούπισε με βιαστικές κινήσεις τα μάτια του και απάντησε.

– Έλα αγάπη μου… Ναι, στης μαμάς. Θα κλείσω καλά τα παντζούρια και θα ξεκινήσω… Ναι, στην κλινική κατευθείαν θα έρθω…

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην πόρτα. Έριξε μια τελευταία ματιά στο έρημο πια σπίτι, κλείδωσε και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Έπρεπε να φτάσει γρήγορα στην κλινική. Εκεί που με την οικογένειά του θα υποδέχονταν την κόρη της κόρης του. Το πρώτο του εγγόνι. “Ελένη θα την πούμε. Για τη γιαγιά…”, θυμήθηκε τα λόγια της Γεωργίας του.

Μια Ελένη έφυγε. Μια Ελένη ερχόταν. Σ’ έναν αέναο κύκλο ζωής, που κρύβει γέλιο και δάκρυ, μα σε κάθε τέλος γεννά και μια νέα αρχή.

Κική Γιοβανοπούλου

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading