Ρουφώ την πρώτη γουλιά του μοναδικού μέτριου με ολίγη, που μ’ αφήνει πια ο θεράπων ιατρός να χαρώ, κι ακούω τον κυρ-Μανώλη δίπλα μου, κάτι να μουρμουρίζει.
«Τι είπες Μανώλη;», τον ρωτώ. Eδώ και καιρό, εκτός απ’ όλα τα άλλα, έχω γίνει και περήφανος στ’ αυτιά.
«Λέω: τον βλέπεις αυτόν;», και μου δείχνει με το σαγόνι έναν ψηλό, κοτσονάτο που περνά με μεγάλες δρασκελιές μπροστά από την αυλή του καφενείου.
«Ε, καλά, όσο γι’ αυτό… τον βλέπω!», τον διαβεβαιώνω. «Και λοιπόν;», τον ρωτώ.
«Για πες, πόσο τον κάνεις;»
«Ωχ ξέρω ‘γω; Δεν θα ‘ναι 60;», λέω διστακτικά.
Γελάει ο Μανώλης.
«70;», ξαναποντάρω.
«80 πατημένα!», λέει θριαμβευτικά ο φίλος μου. «Και ξέρεις πού πάει τώρα; Στο ΚΑΠΗ να χορέψει τανγκό και βαλς και μάμπο, με τις κοπέλες εκεί!». συνεχίζει.
Μένω ολίγον άναυδος. Να δεις που με δουλεύει ο Μανώλης, ξεκούτιανε, δεν βλέπει καλά, τι να πω… 75 πατημένα είμαστε κι εμείς.
Το πρωί που ξυπνάμε είμαστε καλά, όσο προχωράει η μέρα όμως, τα κουράγια μας αφήνουν.
Τώρα, προχωρημένο απογευματάκι πια, μόνο στις καρέκλες του καφενείου αντέχουμε να κάτσουμε, να πιούμε έναν καφέ και να χαζέψουμε την κίνηση.
Αναστενάζει ο Μανώλης. Τραβάει μια ρουφηξιά από τον σκέτο του και ξεκινάει αυτό που κάνει πάντα τα απογεύματα που βρισκόμαστε. Θα πει μια ιστορία σε μένα, που είμαι λιγομίλητος και ξέρω να τον ακούω.
«Τον λένε Στέφανο», αρχίζει. Α, βέβαια, του Μανώλη του ‘χει μείνει από την δουλειά, χρόνια στο ληξιαρχείο, να ξεκινά πάντα από την αρχή. «Είχε το συνεργείο στη γειτονιά μου. Το σπίτι του, από πάνω. Τεχνίτης μέγας και τρανός. Μάγος! Να του πας το σαραβαλάκι σου, να στο κάνει Λαμποργκίνι! Καλά, ‘ντάξει όχι και Λαμποργκίνι, αλλά να του δώσει καμιά δεκαριά χρόνια ζωή, ακόμα. Τώρα το συνεργείο το ‘χει ο παραγιός του. Ο γιός του, ο καθηγητής, δεν το καταδέχτηκε.
Δραστήριος πολύ ο Στέφανος. Πάντα κάτι θα ‘βρισκε να κάνει, ποτέ να μην κάθεται άπραγος. Και, που λες, ήρθε η ώρα που πήρε πια τη σύνταξή του και πήγε να ξεκουραστεί με τη γυναίκα του, τη Βασιλικώ. Στο χρόνο πάνω, αρρώστησε η Βασιλικώ. Άνοια, είπανε. Στην αρχή μόνο μπέρδευε κάτι λίγα κι όλο έλεγε τα ίδια και τα ίδια. Ένα πρωί που ξύπνησε όμως, είχε ξεχάσει και τον Στέφανο και τα παιδιά της. Σαν να ‘χε σβήσει μ’ ένα σφουγγάρι στο μαυροπίνακα της ζωής της όλα τα χρόνια, εκτός από ‘κείνα που ήταν μικρή. Ζητούσε την μάνα και τον πατέρα της, ήθελε να φύγει από το σπίτι της γιατί δεν το γνώριζε, φοβόταν τον Στέφανο, της ήταν πια άγνωστος. Τη νύχτα ξαγρυπνούσε και κούτσα – κούτσα πήγαινε στο διπλανό δωμάτιο που κοιμόταν ο Στέφανος. Τον ξυπνούσε με τις φωνές και συχνά τον κοπανούσε με το μπαστούνι. Εκείνος άντεχε, γελούσε κιόλας με τις παλαβομάρες που ξεστόμιζε το κορίτσι του. Μια μέρα που η Βασιλικώ σωριάστηκε κι είδε κι έπαθε να τη σηκώσει, δήλωσε πως θα εισηγηθεί να βάλουν στους Ολυμπιακούς νέο άθλημα: Άρση γριάς!
Ύστερα από κάνα δυο χρόνια, η Βασιλικώ έπεσε στο κρεβάτι, σταμάτησε να τρώει, έμεινε σκελετός. Ο Στέφανος βράχος: την τάιζε, την καθάριζε, της μίλαγε συνέχεια. Ώσπου η καημένη πέθανε. Θα ‘λεγε κανείς πώς κι’ ο Στέφανος, 5 χρόνια πιο μεγάλος από ‘κείνη, θα πήγαινε ξωπίσω της. Αλλά πού… Αφού την έθαψε, άρχισε να ζει, ύστερα από 6 χρόνια που ήταν κλεισμένος μέσα στο σπίτι με την άρρωστη. Πότε να τριγυρίζει στας εξοχάς και στας παραλίας, πότε ταβερνάκι, πότε ποδόσφαιρο να βλέπει σε ένα καφενείο με τα φιλαράκια, που όλο και λιγοστεύουν, καμιά φορά και παρέα με τον έγγονό του, τον συνονόματο. Στο ΚΑΠΗ ανελλιπώς! Για χαρτάκι, κουβεντούλα και χορό με τα κορίτσια. Και κινηματογράφο πάνε, και θέατρα. Και εκδρομές να δεις! Τα κορίτσια στο ΚΑΠΗ, τον λατρεύουν. Σκοτώνονται ποια θα καθίσει δίπλα του, ποια θα του πιάσει την κουβέντα. Τις ζωντανεύει, λέμε! Μπράβο του! Και πιο πολύ γιατί δεν καταδέχεται να κρεμαστεί απ’ τα παιδιά του, να παραδώσει στα χέρια τους τη ζωή του, να του την ορίζουν, τώρα που γέρασε.
Να σου πω, έμαθε και μαγειρεύει κιόλας! Όμως, για να του καθαρίζει έρχεται τακτικά μια κοπελιά, που πολύ μου φαίνεται να τον αγαπάει…», καταλήγει ο Μανώλης, χαμογελώντας πονηρά κάτω από τα μουστάκια του.
Έχω μείνει να τον κοιτάζω μ’ ανοιχτό το στόμα. Ζηλεύω! Από βδομάδας, σκέφτομαι να τον ξεκουνήσω να πάμε κι εμείς σε ‘κείνο το ΚΑΠΗ.
Εντούτοις, «Άντε βρε Μανώλη…», λέω απαξιωτικά. «Υπερβολές… στα 80 σχεδόν όλοι μας καταλαγιάζουμε. Έτσι που μου τα λες, αυτός κάνει σαν τζόβενο, που τώρα ξεκινάει τη ζωή του. Αφύσικο πράγμα. Τι είναι αυτός πια; Αντιδραστικός;».
«Όχι, όχι αντιδραστικός, φίλε μου. Δραστικός! Δραστικότατος! Δραστήριος! Και όχι απλώς δραστήριος! Αυτουνού, βράζει ακόμα το αίμα του! Βραστήριος είναι! Σαν και ‘κείνες τις ηλεκτρικές κανάτες που βράζουν το νερό στο πι και φι. Και βγάζουν ατμό. Ατμό βγάζει κι αυτός! Ατμό που δίνει χαρά και ζωή και στον ίδιο και σε άλλους. Αντιδρά! Αντιδρά όμορφα, λεβέντικα, θετικά στα γηρατειά. Η ζωή είναι δώρο και τη χαίρεσαι μέχρι να πεθάνεις! Κατάλαβες φίλε μου;».
Ελένη Ασμάνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
