Το αρχείο της λήθης – Μέρος 4ο

Προηγούμενο

Το αερόστατο ταξίδεψε μακριά από το δάσος, πάνω από πόλεις, δρόμους, ποτάμια που έμοιαζαν ζωγραφισμένα. Σ’ ένα ερειπωμένο θερμοκήπιο στην άκρη του κόσμου, άφησαν τον Τζεπέτο κρυμμένο. Εκεί ο ξυλουργός έμεινε ώρες να δουλεύει ασταμάτητα πάνω στην κούκλα του. Όταν ολοκλήρωσε και το τελευταίο σκάλισμα έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό κομμάτι ξύλο, φθαρμένο από τα χρόνια.

«Αυτό» είπε «είναι από ένα δέντρο που φύτεψα όταν πίστευα ακόμη πως όλα μπορούν να ξαναρχίσουν».

Το σκάλισε με προσοχή, ώσπου έγινε μια μικρή, ξύλινη καρδιά. Την έβαλε μέσα στο στήθος της κούκλας. Ύστερα έσκυψε και φύσηξε απαλά στο ξύλινο στόμα του παιδιού. Ο Πινόκιο άνοιξε τα μάτια. Ο Τζεπέτο έβαλε τα κλάματα. Ο ξύλινος γιος του άγγιξε διστακτικά το πρόσωπο του πατέρα του.

Την ίδια στιγμή, ένιωσε κάτι να τραβά το σώμα του προς τα πίσω. Το περίγραμμα των ώμων του θόλωσε. Τα δάχτυλά του έγιναν διάφανα. Η καμπάνα ακούστηκε να χτυπά εκκωφαντικά. Μια λευκή γραμμή έσβησε από τον ουρανό.

Ο άντρας με την καμπαρντίνα έβγαλε από το παλτό του τη μεταλλική καρδιά που είχαν φέρει μαζί τους.

Ο γέρος χαμογέλασε θλιμμένα. «Κι ο Τζεπέτο μια χαμένη πορεία ήταν. Ένας άνθρωπος που δεν πρόλαβε να γίνει αυτό που λαχταρούσε. Ένας δρόμος που κόπηκε πριν προλάβει ο άνθρωπος στον οποίο ανήκε να φτιάξει με τα χέρια του κάτι αληθινό και να το αγαπήσει σαν παιδί του»

Ο άντρας σήκωσε ελάχιστα το κεφάλι. «Και η μαριονέτα;»

«Ήταν το σύμβολο που μπορούσε να ξαναενώσει τον Τζεπέτο με τον άνθρωπο που τον έχασε. Όπως το μπαλόνι για το παιδί. Όπως το κουνέλι για την κοπέλα. Όπως θα υπάρξει κάτι και για σένα, όταν έρθει η ώρα. Γι’ αυτό τον ήθελαν οι Δέκα» συνέχισε ο γέρος. «Αν βάλουν μέσα του τη μεταλλική καρδιά, θα πάρουν κάτι που γεννήθηκε για να επανενώσει και θα το μετατρέψουν σε υπηρέτη του Ρολογιού. Ύστερα θα έκλεινε τις ρωγμές και όλες οι πορείες θα έμεναν εγκλωβισμένες εδώ».

Ο άντρας τον κοίταξε ψυχρά. «Και τι κάνουμε;»

«Το στέλνουμε μακριά. Πιο μακριά απ’ όσο μπορούν να το φτάσουν». Έδεσε τον μηχανισμό στο εσωτερικό του αερόστατου. «Όταν ανέβει αρκετά ψηλά, θα εκραγεί».

«Κι αν αποτύχει;»

Ο άλλος χαμογέλασε λυπημένα. «Τότε θα χάσουμε».

***

Το αερόστατο ξανάρχισε να ανεβαίνει. Οι δυο άντρες το έβλεπαν να γίνεται ολοένα μικρότερο, ώσπου έμοιαζε πλέον με κουκίδα ανάμεσα στις λευκές γραμμές. Ο άντρας με την καμπαρντίνα σήκωσε το βλέμμα του ψηλά. Για πρώτη φορά δεν έβλεπε τις γραμμές σαν απλές χαρακιές στον ουρανό. Έβλεπε πορείες ̇ πιθανότητες ̇ εξόδους.

«Κι η κοπέλα;» ρώτησε.

«Θα περιμένει τον επόμενο χτύπο» είπε ο άλλος. «Όταν έρθει η στιγμή, θα χρειαστεί κάποιον να τη φέρει πίσω. Στο παραμύθι της, μόνο ένα φιλί μπορεί να την ξυπνήσει».

Ο άντρας χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν είμαι πρίγκιπας».

«Όχι ακόμη. Εδώ κανείς δεν είναι μόνο ένα πράγμα».

Λίγο αργότερα, η ησυχία έσπασε από τον εκκωφαντικό κρότο μιας έκρηξης. Το αερόστατο μετατράπηκε σε φλόγα και διαλύθηκε στον ουρανό, καταστρέφοντας τον μηχανισμό.

Πολλά χιλιόμετρα μακριά, στην αίθουσα των Δέκα, ακούστηκε η ίδια έκρηξη σαν αχνός αντίλαλος. Οι λευκές παλάμες έμειναν ακίνητες.

«Ήταν μέσα;» ρώτησε μια φωνή.
«Ήταν» απάντησε άλλη.
«Χάσαμε» είπε μια τρίτη.

***

Ο άντρας με την καμπαρντίνα, είχε κρύψει την κοπέλα με τα τυρκουάζ μαλλιά σε ένα παλιό, μικρό, παιδικό αυτοκίνητο, κάτω από μια γέφυρα. Το μήλο θα την κρατούσε ανάμεσα στον ύπνο και στη μνήμη, εκεί όπου οι Δέκα δεν μπορούσαν να τη φτάσουν, μέχρι να ερχόταν η ώρα να ξυπνήσει. Το δέρμα της ήταν λευκό σαν χιόνι, τα χείλη της κόκκινα και τα μαλλιά της χυμένα στο παλτό του σαν θάλασσα.

Εκείνος κάθισε στη θέση του οδηγού χωρίς να ανάψει τη μηχανή. Θυμόταν πως, όταν ήταν παιδί, αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα την ιστορία του Τζακ και της Φασολιάς: του αγοριού που ανέβαινε στον ουρανό από ένα βλαστάρι φασολιού, ψάχνοντας έναν άλλο κόσμο. Έχωσε το χέρι στην τσέπη της καμπαρντίνας του. Βρήκε μερικά ξερά φασόλια.

«Θα έρθει κι ο δικός μου δρόμος» ψιθύρισε.

Στο πίσω κάθισμα, η κοπέλα δεν κουνήθηκε. Μα τα κλειστά βλέφαρά της τρεμόπαιξαν. Τότε ακούστηκε και άλλος χτύπος.

Η γέφυρα έτριξε. Το παιδικό αυτοκίνητο σείστηκε ελαφρά. Μια λευκή γραμμή έσβησε από τον ουρανό. Ο άντρας βγήκε από το αυτοκίνητο και σήκωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή είδε καθαρά κάτι που του είχε ξεφύγει όλες τις άλλες φορές: μία από τις γραμμές δεν περνούσε απλά πάνω από την πόλη. Κατέβαινε προς τα κάτω και κατέληγε στην αίθουσα των Δέκα.

***

Λίγη ώρα αργότερα βρισκόταν ξανά στον χώρο του Συμβουλίου. Μόνο που τώρα οι δέκα θέσεις ήταν άδειες. Το τραπέζι έμοιαζε ξαφνικά τεράστιο, άχρηστο, σαν κουφάρι μηχανής χωρίς χέρια να τη δουλεύουν. Στο βάθος βρισκόταν η Ενδέκατη θέση. Δεν έμοιαζε πια με απλή καρέκλα. Ήταν πιο ψηλή και πιο στενή από τις άλλες. Ο άντρας πλησίασε αργά και κάθισε. Για ένα δευτερόλεπτο δε συνέβη τίποτα.

Ύστερα το ξύλο βούλιαξε κάτω απ’ το βάρος του, σαν να ήταν νερό. Ο χώρος γύρω του άρχισε να αναδιπλώνεται. Οι τοίχοι της αίθουσας ξεχείλωσαν. Το πάτωμα έγινε δρόμος. Οι σκιές τραβήχτηκαν προς τα πίσω. Τα σπίτια άρχισαν να μοιάζουν με πρόχειρα σκηνικά. Οι ήχοι της νύχτας σβήστηκαν ένας ένας, ώσπου απέμεινε μόνο ένα ρυθμικό τικ-τακ.

Άρχισε να προχωρά. Έφτασε μπροστά σ’ ένα κτίριο που δεν ήξερε αν ήταν πύργος, εργοστάσιο ή καθεδρικός ναός. Οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι γραμμές σαν ραφές. Από μέσα έρχονταν ήχοι από γρανάζια και μηχανικές καρδιές που χτυπούσαν ρυθμικά. Μπήκε μέσα.

Ο θάλαμος ήταν αχανής. Από τον θόλο κρέμονταν λευκές γραμμές σαν νεύρα. Καθεμία κατέληγε σε μια μισοσβησμένη ανθρώπινη μορφή: πρόσωπα, χέρια, παιδικές σκιές, κενά βλέμματα. Κάποιες μορφές ήταν άυλα σώματα ̇ άλλες μονάχα ένα παιδικό παιχνίδι, ένα βιβλίο, μια φωτογραφία, ένα ρούχο.

Στο κέντρο ορθωνόταν ένα τεράστιο Ρολόι με οδοντωτούς τροχούς, μεταλλικές φλέβες και λευκά νήματα που έμπαιναν και έβγαιναν από τον μηχανισμό σαν να έραβαν τον ίδιο τον ουρανό. Μπροστά του στεκόταν ένας άντρας. Το δέμα του έμοιαζε πορσελάνινο, τα μαλλιά του ήταν λευκά και τα μάτια του γκρίζα. Φορούσε ένα λευκό κοστούμι.

Ο άντρας με την καπαρντίνα πλησίασε αργά. «Εσύ είσαι ο Ενδέκατος».

«Έτσι με ονομάζουν οι Δέκα» είπε. Άγγιξε απαλά ένα από τα λευκά νήματα. «Πριν από μένα, οι άνθρωποι άκουγαν συχνά τις χαμένες ζωές τους να καλούν πίσω από τον κόσμο. Κάθε φορά που ένιωθαν παγιδευμένοι, κάθε φορά που η ζωή τους έφτανε σε τέλμα, οι κομμένες πορείες τούς πλησίαζαν ξανά. Τους έσπρωχναν να αλλάξουν. Να φύγουν. Να διαλέξουν αλλιώς». Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Τότε κατάλαβα: η αλλαγή είναι η μεγαλύτερη ρωγμή. Από αυτήν μπαίνει όλο το χάος. Έπρεπε να τη σταματήσω για το καλό τους».

Ο άντρας με την καπαρντίνα κοίταξε γύρω του τις μισές μορφές που κρέμονταν απ’ τα νήματα. «Κι αυτό το λες βοήθεια;»

«Ναι» είπε ο Ενδέκατος χωρίς δισταγμό. «Ένας άνθρωπος που αρχίζει να αλλάζει, δεν αλλάζει μόνο το παρόν του. Ξυπνά μαζί του κι όλα τα ‘τι θα γινόταν αν’. Γίνεται ασταθής. Απρόβλεπτος. Εγώ τους έδωσα ένα πρόσωπο, μία μνήμη, έναν δρόμο».

Ο άντρας έκανε άλλο ένα βήμα. «Και τους υπόλοιπους δρόμους τούς έθαψες».

«Τους φύλαξα» απάντησε ο Ενδέκατος. «Από τους ίδιους τους ανθρώπους. Προτιμώ την απογοήτευση που μένει ακίνητη παρά την ελπίδα που γκρεμίζει τα πάντα».
«Και οι Δέκα;»
«Τα χέρια μου. Οι φύλακες αυτού του κόσμου». Το Ρολόι πίσω τους έτριξε. «Νομίζεις πως πολεμάς εμένα. Μα πολεμάς αυτό που κρατά τους ανθρώπους όρθιους».

Ο άντρας θυμήθηκε το παιδί με το μπαλόνι. Το κορίτσι με το σπίρτο. Το ξύλινο αγόρι που άνοιξε τα μάτια του. Θυμήθηκε την κοπέλα κάτω απ’ τη γέφυρα.

Και για μια στιγμή, φοβήθηκε ότι ο Ενδέκατος είχε δίκιο. Ίσως όντως το χάος παραμόνευε πίσω από την αλλαγή. Ίσως όντως η πολλαπλότητα να ήταν βαρύτερη απ’ όσο άντεχε η ανθρώπινη ψυχή. Μα το βλέμμα του έπεσε ξανά στα δεμένα νήματα. Και τότε θυμήθηκε τον άνθρωπο με το κενό βλέμμα στο γραφείο: τον ίδιο του τον εαυτό.

«Δεν τους έσωσες» είπε αργά. «Τους αποθάρρυνες. Τους κράτησες στην ίδια ζωή ώσπου να πιστέψουν πως δεν υπάρχει άλλη». Έβγαλε από την τσέπη του τα ξερά φασόλια. Τα κοίταξε για μια στιγμή. Ύστερα τα έσφιξε μέσα στη χούφτα του.

Για πρώτη φορά το πρόσωπο του Ενδέκατου συσπάστηκε ελάχιστα.

Το Ρολόι έτριξε και χτύπησε ξανά. Μία από τις λευκές γραμμές πάνω από τον θόλο τρεμόσβησε· ύστερα άλλη μία.

Ο Ενδέκατος σήκωσε αργά το βλέμμα. «Κατέστρεψες τον ρυθμιστή» είπε ήρεμα. «Δεν καταλαβαίνεις τι έκανες».
«Καταλαβαίνω πολύ καλά» απάντησε ο άντρας. «Τους άφησα μια ακόμη δυνατότητα».
«Η αλλαγή θα τους διαλύσει».
«Ίσως» είπε ο άντρας. «Αλλά αυτή η απόφαση δεν είναι δική σου».
Θυμήθηκε την κοπέλα με τα μαλλιά φτιαγμένα από θάλασσα. Γύρισε χωρίς να πει άλλη λέξη κι έφυγε.
Τικ – Τακ. Τικ – Τακ.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Συνεχίζεται…

One response to “Το αρχείο της λήθης – Μέρος 4ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading