Βρισκόταν ήδη στο γεμάτο από κόσμο πολυκατάστημα πολλή ώρα, μαζί με την βαφτιστικιά της, ψάχνοντας το δώρο της, αφού πλησίαζε η γιορτή της μικρής Ελένης και παρά τις αντιρρήσεις της κολλητής της, η Ουρανία επέλεξε να πάρει μαζί της την πεντάχρονη “ανεμοθύελλα”. Έτσι την αποκαλούσε ο παππούς της και δεν είχε άδικο.
Είχαν γυρίσει τους διαδρόμους με τα λούτρινα, τις κούκλες, τα επιτραπέζια, τα παζλ και τα κουζινικά, άπειρες φορές. “Τι λες γι’ αυτό Ελένη μου;”, μετά από χιλιόμετρα πάνω κάτω πρότεινε η Ουρανία που άρχισε να μετανιώνει την συνοδεία της μικρής, για να πάρει για απάντηση: “Μμμ νονά, είναι δύσκολη απόφαση!”, και την έκανε να χαμογελάσει ενώ ήταν στα πρόθυρα να κλάψει.
Άφησε το βλέμμα της να τρέξει στους πιο πέρα διαδρόμους με τα εσώρουχα, τα ρούχα, τις παντόφλες και ακόμα πιο κάτω τα γενεθλιακά είδη. Παντού κόσμος, που γέμιζε το καρότσι του. “Όλοι ερχόμαστε για ένα δύο πράγματα και φεύγουμε με ένα καρότσι πράγματα”, σκέφτηκε. Όταν γύρισε το βλέμμα της στην μικρή, εξέταζε μια κούκλα για χιλιοστή φορά και επιτέλους άκουσε το πολυπόθητο: “Αυτήν θα πάρω νονά!”.
Τριγύρισαν λίγο ακόμα για κάτι μικροπράγματα, τύπου μπογιές, τετράδια με σκίτσα ζωγραφικής και λοιπά και έφτασαν στο ταμείο. Μπροστά τους ένας συνομήλικος της Ουρανίας, ο κούκλος που είχε πάρει το μάτι της και στον διάδρομο με τα γυναικεία εσώρουχα. Είχε πληρώσει και στάθηκε για καλή της τύχη στα “ελαττωματικά” προς πώληση σε πολύ κατώτερη τιμή, οπότε είχε τον χρόνο να τον χαζέψει, με την σκέψη: “Για ποια τυχερή διάλεγες εσώρουχα μάνα μου; Ποια σε χαίρεται;”. Με έναν βαθύ αναστεναγμό, πήρε την ματιά της από πάνω του, πέρασε τα δωράκια της μικρής από το ταμείο, τα έβαλε σε μια σακούλα, πλήρωσε, και το πνευματικό της παιδί, σα να ήξερε τι έπρεπε να κάνει, σα να κατάλαβε ότι εκείνη ήθελε να καθυστερήσει λίγο παραδίπλα του, φώναξε: “Νονά, έχει κι εδώ κάτι που θέλω να δω, μπορώ;”. Την χάιδεψε στα μαλλιά, της χαμογέλασε κι ενώ ήθελε να της πει “Είσαι πολύ παιδί μου!”, της απάντησε: “Φυσικά, αγάπη μου”. Ο κούκλος, δείχνοντας την κάτασπρη οδοντοστοιχία του, χαμογέλασε πρώτα στην μικρή και μετά στην μεγάλη και σχολίασε: “Μα τι ευγενικό κοριτσάκι!” κι έφυγε, δυσαρεστώντας την, αφήνοντάς την εκεί κατά γοητευμένη.
Αρκετή ώρα μετά, αφού η Ελένη δοκίμασε κι άλλο την υπομονή της νονάς της, πήρε την σακούλα της, την έβαλε μόνη της στο πορτ μπαγκάζ, έκατσε πίσω στο ειδικό καρεκλάκι της και ξεκίνησαν. Όταν έφτασαν στο σπίτι, περιχαρής έτρεξε στην μαμά της. “Μαμά, η νονά μου πήρε ό,τι ήθελα! Να σου τα δείξω;”. Φυσικά δεν περίμενε απάντηση, άνοιξε την σακούλα και…
Όταν έβγαλε από μέσα ένα κόκκινο δαντελωτό στριγκ, το κρατούσε με αντίχειρα και δείκτη και με γουρλωμένα μάτια γεμάτα απογοήτευση τσίριξε: “Νοναααααααα, τι είναι αυτό;”, η Ουρανία πάγωσε. Πήρε από το χέρι της το εσώρουχο και την σακούλα και την άνοιξε, παρατηρώντας μόνο το περιεχόμενο, χωρίς να βγάλει τίποτα από μέσα.
– Αγαπούλα μου, δεν πας στο δωμάτιό σου να μου κάνεις μια ζωγραφιά, μέχρι να βρούμε με τη μαμά μία άκρη;, προσπάθησε να καλοπιάσει την Ελένη που είχε ήδη βάλει τα κλάματα.
– Όχι, όχι, όχι! Πού είναι η κούκλα μου; Τα μπλοκ ζωγραφικής και οι μπογιές μου;
Την κατάσταση πήρε στα χέρια της η Μάρω, επιβάλλοντας την τάξη στην κόρη της.
– Ελένη, έχει γίνει λάθος στις σακούλες όπως βλέπεις. Με το να κλαις δεν διορθώνεις τίποτα, ίσα ίσα στεναχωρείς την νονά. Θα την βρούμε την λύση. Πήγαινε τώρα μέσα να κάνεις μια ζωγραφιά στη νονά, άντε μικρή μου…
Ακριβώς σαν ανεμοθύελλα οργισμένη, έφυγε από μπροστά τους.
– Στεναχωρέθηκα ρε Μάρω! Το πλάσμα μου απογοητεύτηκε!
– Ε, τι να κάνουμε, δεν ήθελε κανείς να συμβεί τέτοιο μπέρδεμα. Θα το ξεχάσει. Κι αυτή που πήρε τα εσώρουχα και θα δει την κούκλα;
– Αμ δεν είναι αυτή, είναι αυτός κι αν σου πω τι παίδαρος είχε αυτή τη σακούλα…
Της ανέφερε την μικρή επαφή τους μετά το ταμείο και η Μάρω της έκλεισε το μάτι.
– Έλα, να το! Είναι κισμέτ. Έπρεπε να πάρει εκείνος την δική σας σακούλα κι εσείς την δική του για να ξαναβρεθείτε.
– Και πώς θα γίνει αυτό ρε συ; Πού θα τον βρούμε; Θα πάμε σε χαρτορίχτρα;
– Κάτσε πρώτα να δούμε τα υπόλοιπα και θα μελετήσουμε το πώς, σχολίασε η Μάρω ενώ σκάλιζε την σακούλα. Αααααααα, μερακλής! Όταν λέω εγώ είναι το κισμέτ σου… Παιχνιδιάρης σαν εσένα ο τύπος! Κοίτα, κοίτα, κόκκινες χειροπέδες, μαύρο διχτυωτό σέ3ι νυχτικό, κόκκινες, δαντελένιες καλτσοδέτες και άλλες, μαύρες, πέτσινες, καλέ πόσα διαφορετικά στριγκ; Ο Θεός να τα κάνει! Κορδόνια σκέτα. Ευτυχώς η Ελένη έπιασε αυτό με το περισσότερο ύφασμα!
Οι δύο φίλες γέλασαν και όταν η Μάρω έβγαλε από την σακούλα το τελευταίο αντικείμενο, κοιτάχτηκαν πονηρά.
– Αυτόν τον τύπο πρέπει να τον γνωρίσεις Ουρανία μου, ο π ω σ δ ή π ο τ ε. Θα κάνετε σούπερ… τσοντοδίδυμο.
– Έλα ρε χαζό! Άκου τσοντοδίδυμο!
– Ρε συ εγώ το ξέρεις ότι σε χαίρομαι. Τι; Σαν εμένα, ξενέρωτη; Ο άντρας θέλει και το πρόστυχο το εσώρουχο και τα παιχνίδια και τους ρόλους. Εγώ… δεν… ξενερουά, δεν το ’χω.
– Μια χαρά είσαι, ο κουμπάρος μου σε αγαπάει όπως είσαι, χαμηλοβλεπούσα και συνεσταλμένη.
– Πάρε κορίτσι μου εσύ εδώ το μαστιγιάκι του ανθρώπου και ρίξε βουρδουλιές! Κάνε εσύ τις 50 αποχρώσεις του κόκκινου!
– Ε είσαι χαζό!, γέλασε η Ουρανία και γρήγορα γρήγορα πήρε το ερωτικό παιχνίδι από τα χέρια της. Κρύψ’ το χριστιανή μου μη βγει η μικρή κι άντε μετά να της εξηγήσεις τι είναι!
– Αααα, εσύ θα της εξηγούσες που τα χρησιμοποιείς!
– Το ψυχούλι μου θα έχανε πάσα ιδέα για την νονά του, κρύψ’ το σου λέω!
– Λοιπόν, ξεφύγαμε από το θέμα…
– Το οποίο είναι;
– Πώς θα βρούμε τον Θεό του s3ξ!
– Άντε και τον βρήκαμε, πράγμα απίθανο. Ο άνθρωπος έχει την κοπέλα του που της πήρε όλα τα αξεσουάρ δώρο!
– Λοιπόν, παίρνω τηλέφωνο στο κατάστημα μήπως ανέφερε την λάθος σακούλα ο ερωτιάρης.
– Λες ρε;
– Λέω, σσσσσσσσσ! Ναι, καλημέρα, μπορώ σας παρακαλώ να κάνω μια ερώτηση; Πριν καμία ώρα ήμασταν εκεί και κατά λάθος ο κύριος που ήταν μπροστά μας πήρε την σακούλα μας, με μια κούκλα και σετ ζωγραφικής, οπότε κι εμείς την δική του, με γυναικεία εσώρουχα. Μήπως σας κάλεσε κανείς να αναφέρει το συμβάν; Α, όχι! Οκ, μπορώ να σας αφήσω το νούμερό μου σε περίπτωση που καλέσει, να του το δώσετε ή αν έρθει από ‘κει και αφήσει την λάθος σακούλα να με καλέσετε εσείς; Ωραία, ευχαριστώ. Το νούμερο είναι 6982558686 και λέγομαι Ουρανία.
– Το δικό μου έδωσες; Τι κάνουμε τώρα;
– Τώρα θα ετοιμάσουμε το φαγητό να κάτσεις να φάμε όλοι μαζί. Το δικό σου βέβαια! Αν πάρει, να κανονίσετε να βρεθείτε για ανταλλαγή. Θα δεις, θα πάρει. Ε δε μπορεί, είναι η μόνη λύση για το λάθος που έγινε. Να ησυχάσει και η ανεμοθύελλά μας.
Την επόμενη μέρα, νωρίς το πρωί, χτύπησε το κινητό της και στην οθόνη είδε ένα άγνωστο νούμερο. Με αγωνία το σήκωσε.
– Παρακαλώ;
– Η Ουρανία;
– Η ίδια.
– Ονομάζομαι Στέφανος και είμαι αυτός που κατά λάθος πήρα χθες την σακούλα της μικρούλας, οπότε έχετε κι εσείς τη δική μου. Μου έδωσαν το τηλέφωνό σας χθες που τους κάλεσα για να αναφέρω το λάθος.
– Τέλεια, θα χαρεί η βαφτιστήρα μου. Πώς θα ανταλλάξουμε σακούλες;
– Μπορείς σε καμία ώρα στο πολυκατάστημα, να πιούμε κι έναν καφέ;
Ενθουσιασμένη πήρε τηλέφωνο στην κολλητή της και της είπε για το ραντεβού της. Όταν μια ώρα μετά έκατσαν στην καφετέρια, ο Στέφανος αρχικά έτεινε την σακούλα που κατά λάθος είχε στην κατοχή του προς το μέρος της.
– Η Ελενίτσα μου θα χαρεί πολύ! Απογοητεύτηκε χθες!
– Εγώ να δεις!
– Φαντάζομαι, είπε διστακτικά η Ουρανία και τα μάγουλά της κοκκίνισαν στην σκέψη του περιεχομένου που έδινε με την σειρά της στον σωστό κάτοχο.
– Άστο! Δεν φαντάζεσαι! Έτρεχα να βρω άλλα σύνεργα για το γύρισμα, απάντησε με ύφος που δήλωνε αναστάτωση και δεν έκρυβε ίχνος ντροπής, που τα σέ3ι εσώρουχα και ερωτικά παιχνίδια, βρέθηκαν σε λάθος χέρια.
– Σύνεργα; Γύρισμα;
– Να συστηθώ, για να καταλάβεις. Στέφανος Φουρναδάκης, παραγωγός αισθησιακών ταινιών για ενήλικες.
Η Ουρανία που κάπως τον ουρανό τον ένιωσε να πέφτει πάνω της, τον κοιτούσε μάλλον με ύφος που φανέρωνε την έκπληξη, την απορία και την παγωμάρα που ένιωσε στο άκουσμα του επαγγέλματός του, αφού στη θέα της, άρχισε να γελάει ο συνομιλητής της.
– Αχ, είμαι απαράδεκτη, με συγχωρείς. Σα χάνος σε κοιτάω τόσα λεπτά, ε;
Ο Στέφανος γέλασε ακόμα περισσότερο με το σχόλιό της, της άγγιξε το χέρι και με εύθυμο τόνο της απάντησε.
– Μην αγχώνεσαι, είμαι συνηθισμένος σε περίεργες αντιδράσεις. Με σένα γνωριστήκαμε και με παράδοξο τρόπο. Σίγουρα, όταν τα είδες, φαντάστηκες ότι τα πήρα για γούστα με την κοπέλα μου.
Δεν έπαιρνε το βλέμμα του από πάνω της. Οι αντιδράσεις της ήταν τόσο διασκεδαστικές.
– Ε, για να είμαι ειλικρινής, εκεί πήγε το μυαλό μου. Πού να φανταστώ…
– Πάντως αν ψάχνεις ένα εξτρά πολύ καλό μεροκάματο, πάντα υπάρχει χώρος για όμορφες γυναίκες σαν εσένα. Να, πάρε και την κάρτα μου.
Ευτυχώς είχε ένα επαγγελματικό ραντεβού εκείνος κι έπρεπε να φύγει, γιατί ένιωθε έξω από τα νερά της η Ουρανία. Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι, έπρεπε να τα πει στην κολλητή της.
– Για πες! Περίεργα σε άκουσα στο τηλέφωνο.
– Με την λέξη “περίεργα” δεν εκφράζεις τίποτα.
– Τι έγινε καλέ; Με έσκασες.
– Το περιεχόμενο της σακούλας ήταν “σύνεργα”.
– Τι σύνεργα; πριν ρωτήσει κι άλλα, φάνηκε να λύνει το μυστήριο. Μη μου πεις! γούρλωσε τα μάτια της και ψιθυριστά πρόσθεσε: είναι τρανς;
– Παναγία μου τι ακούω σήμερα!
– Ε τι; Λες σύνεργα! Θα μου πεις;
– Είναι παραγωγός αισθησιακών ταινιών και χρειάζονταν για το γύρισμα.
Η κολλητή και κουμπάρα της έσκασε να γελάει.
– Περίμενε! Πού να ακούσεις και το καλύτερο! Μου είπε ότι για όμορφες γυναίκες σαν εμένα πάντα υπάρχει χώρος αν θέλω έξτρα χρήματα.
Τα έλεγε κι ακόμα δε μπορούσε να πιστέψει ότι το έζησε όλο αυτό. Η δε Μάρω απέναντί της, είχε αλλάξει συκώτι από το γέλιο.
– Ρε σε κάνω εικόνα πώς αντέδρασες! Δεν μπορώ, πεθαίνω! Άντε πάλι! Μια νέα καριέρα σε περιμένει! Πάντως είμαι μέντιουμ! Έλεγα για τσοντοδίδυμο, δεν έλεγα;, προσπαθούσε με δυσκολία να μιλήσει, αφού από τα γέλια δε μπορούσε.
– Ρε κόφ’ το! Τέτοιο ρεζίλι! Δε λες που κάτσαμε λίγο, θα μας έβλεπε και κανένας γνωστός και τι θα έβαζε με το νου του. Παναγία μου στα τριάντα πέντε μου να μου βγει το όνομα.
– Ναι μωρέ, γιατί όλοι ξέρουν τον Φουρναδάκη, σε αυτή τη πόλη, τον μεγαλοπαραγωγό της τζόντας, με σύνεργα από το φτηνό πολυκατάστημα, άσε με κι εσύ! Πάντως… όταν γίνεις διάσημη μη μας ξεχάσεις, πρόσθεσε και ξέσπασε πάλι σε γέλια.
– Άντε ρε βλαμμένο!
Μια λάθος σακούλα με σύνεργα γυρίσματος, έγινε ένα γεγονός, μία ανάμνηση, ένα πείραγμα από την Μάρω, που συχνά ανακαλούσαν και γελούσαν. Από τότε η Ουρανία έλεγχε πάντα τις σακούλες σε όποιο μαγαζί πήγαινε για ψώνια και κάθε φορά που στην ερωτική της ζωή χρησιμοποιούσε ένα πιο ιδιαίτερο εσώρουχο, ένα χαμόγελο εμφανιζόταν στα χείλη της.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
