Τα πρώτα δυο κομμάτια από το γλυκό τα έφαγαν η εγγονή Φραγκίσκα, που δεν της άρεσε το όνομά της και το είχε κάνει «Τζέσικα», και η φιλενάδα της, Τίκα, γόνος οικογενείας Βαλκανίων μεταναστών. Οι δύο δεκατριάχρονες, με πολύ φτωχές σχολικές επιδόσεις, κοκκαλιάρες και σχετικά κοντές για την ηλικία τους, έκαναν μια σύντομη στάση στο σπίτι της Τζέσικα, μετά το φροντιστήριο. Έσπασαν κάνα δυο σπυράκια και παστώθηκαν με κρέμες, μέικαπ, ρουζ και κραγιόν, θεωρώντας ότι ομόρφαιναν, αλλά και για να μην ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες, όταν θα συναντούσαν την παρέα τους στην πλατεία της συνοικίας.
Επειδή το μεσημέρι, υπήρχαν φακές στην κατσαρόλα για την Τζέσικα και τίποτα στην κατσαρόλα για την Τίκα, που οι γονείς της δούλευαν ως πολύ αργά κάτω από τον ζυγό ανελέητων εργοδοτών οικονομικών μεταναστών, εκτίμησαν δεόντως το γλυκό που φιγουράριζε λαχταριστό, στη μέση του τραπεζιού της κουζίνας. Έφυγαν με το στομάχι πολύ ελαφρά γεμάτο.
Αρμενίζοντας τυφλά μέσα στο πέλαγος μιας δύσκολης και ιδεοληπτικής εφηβείας, αγχωμένες από μια κοινωνία που αποθέωνε ξεδιάντροπα την τυποποιημένη καλλονή του συρμού, θεωρούσαν ακόμα και την λιμοκτονία, ευεργετική. Κι ας είχαν λιποθυμήσει κάμποσες φορές από την ασιτία που μόνες επέβαλαν στον εαυτό τους, εν ονόματι των φωτογραφιών που θεωρούσαν υποχρέωση να ποστάρουν στο διαδίκτυο.
Ο κανακάρης της οικογένειας, Αλέξανδρος, εσωστρεφής, κλειστός, και μόνιμα κατσουφιασμένος, έκανε την εμφάνισή του ύστερα από λίγο, το ίδιο πεινασμένος. Τι να του κάνουν δυό πιάτα φακές στα γρήγορα… Εκοψε άγαρμπα ένα τεράστιο κομμάτι από το γλυκό, και αρπακτικά το καταβρόχθισε. Υστερα, έκανε ένα γρήγορο ντους, έβαλε καθαρά ρούχα και έφυγε να βρει τους φίλους του, στην πλατεία. Παρασκευή βράδυ, γαρ. Αν ήταν εκεί και η Τζέσικα, εκείνος θα την αγνοούσε, όπως έκανε συνήθως. Δεν ήταν καλό για το γόητρό του να δείχνει ότι νοιάζεται για ένα κορίτσι, ακόμα κι αν αυτό ήταν αδελφή του. Όχι πώς και η ίδια η Τζέσικα του έδινε ιδιαίτερη σημασία. Σαχλή ήταν, όπως και τα περισσότερα κορίτσια της ηλικίας της. Βέβαια, ο Αλέξανδρος δεν ήταν εκ γενετής έτσι άγριος. Είχε αναγκαστεί να επιδεικνύει μια πλαστή βιαιότητα που, ύπουλα διείσδυε λίγο – λίγο από το πετσί, στην ψυχή του.
Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν αγγελική: λεπτός, ψηλός, με επιδερμίδα κατάλευκη και αμόλυντη από την ακμή του δεκαπεντάχρονου, ξανθόμαλλος, με γαλάζια μάτια. Η συμμορία όπου ανήκε σε αρχηγική θέση, ευδοκιμούσε στο χαοτικό περιβάλλον του Λυκείου της πρωτεύουσας. Τίποτε χοντρά παραβατικό, πλακίτσα, χαβαλές και αλληλοϋποστήριξη κυρίως. Τώρα, αν κανένα από τα παιδιά έκανε κάποιο φάουλ πού και πού, ε, μικρό το κακό. Εκείνος πάντως ήταν προστατευμένος. Είχε βαρεθεί να δέχεται, από μικρός, επιθέσεις κάθε μορφής, επειδή ήταν όμορφος. Δεν τρελαινόταν, ούτε είχε ιδιαίτερη αφοσίωση στη συμμορία, όμως είχε αντιληφθεί νωρίς, ότι έξω από το σπίτι του, όλα ήταν διαφορετικά, βάρβαρα και απειλητικά και είχε καταλήξει ότι ο ίδιος προτιμούσε να είναι επιτιθέμενος έστω και δίνοντας διαταγές από τα μετόπισθεν ως εγκέφαλος στρατηγικής, παρά να είναι αμυνόμενο θύμα.
Το τέταρτο γενναίο κομμάτι από το γλυκό, το γεύτηκε ο Αντώνης, ο πατέρας των παιδιών. Γύρισε αργά από το λογιστικό γραφείο του, πτώμα στην κούραση, ένεκα οι φορολογικές δηλώσεις που θα τον απασχολούσαν και το Σαββατοκύριακο. Επειδή είχε προλάβει να κατασιγάσει την πείνα του με δυο σουβλάκια καθ’ οδόν, έκρινε ότι το γλυκό του παρείχε το αντίβαρο για το πρόχειρο κυρίως πιάτο. Ευχαριστημένος, που είχε όλο το σπίτι στη διάθεσή του, δίχως παιδιά να πηγαινοέρχονται, δίχως συζυγική μουρμούρα, πήρε το πιάτο του στο σαλόνι, έβγαλε τα παπούτσια του, χαλάρωσε τη ζώνη του, πέταξε την γραβάτα του, σωριάστηκε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση. Λίγη ώρα αφότου είχε απολαύσει λαίμαργα το γλυκό, ροχάλιζε αμέριμνος και ο κρίσιμος ποδοσφαιρικός αγώνας της ομάδας του, εξελισσόταν ερήμην του.
Η Αλκηστη, η μητέρα, που ο Αντώνης αποκαλούσε «Τούλα», έτσι όπως την φώναζαν στο χωριό της ορεινής Φθιώτιδας, από όπου είχαν κι οι δυο ξεκινήσει να κατακτήσουν τον κόσμο, είχε στείλει μήνυμα ότι θα αργούσε απόψε. Το έκανε αυτό συχνά, γιατί το δικηγορικό γραφείο της άκμαζε και είχε φόρτο εργασίας, πολλές φορές απρόβλεπτο.
Την Αλκηστη, ο εραστής της, ο Μηνάς, ένας φιλόδοξος νεαρός δικηγόρος και συνεργάτης της, την αποκαλούσε Άληκτη, γιατί οι οργασμοί της δεν είχαν τέλος. Μαζί του φυσικά και εδώ και έξι μήνες. Η Άλκηστη ήταν οπαδός της φυσικής ζωής και προτιμούσε να κλείνει το πενθήμερο με υψηλές δόσεις οξυτοκίνης και ντοπαμίνης, όσο χρειαζόταν να αντέχει το Σαββατοκύριακο, μόνη της στο γραφείο, διεκπεραιώνοντας όλα όσα έμεναν πίσω είτε από την ίδια, είτε από τους βοηθούς της.
Τελευταία, μπήκε στο σπίτι η Ευαγγελία, το μεγάλο παιδί της οικογένειας. Δευτεροετής της ιατρικής, ένοιωθε χαρούμενη και πλήρης γιατί είχε αποσπάσει επαίνους από τον καθηγητή της στο εργαστήριο. Ο καθηγητής βέβαια, γνωστό και διάσημο καμάκι της σχολής, είχε μεγάλη δόση υστεροβουλίας στα «μπράβο» που μοίραζε στις φοιτήτριες. Την καλόβλεπε την Ευαγγελία, που ήταν μια εξαιρετικά καλοκαμωμένη, καστανόξανθη εικοσάρα. Πλην, δεν είχε καμιά ελπίδα. Το κύρος του, η βαθμολογία που είχε την ευχέρεια να προσφέρει άδικα και ανεξέλεγκτα και οι υψηλές γνωριμίες του, δεν μετρούσαν ούτε μισό ευρώ για την Ευαγγελία, γιατί εκείνη είχε διδαχθεί από μικρή, και μάλιστα από άτομο προσφιλές και ασυμβίβαστο, όχι μόνο να μην χρησιμοποιεί τέτοιου είδους δεκανίκια αλλά και να αποδέχεται στωικά, δίχως να απογοητεύεται, όσες απογοητεύσεις και απορρίψεις της επιφύλασσε η έλλειψη αξιοκρατίας που επικρατούσε παντού.
Η Ευαγγελία είχε σκοπό να καταναλώσει το προτελευταίο κομμάτι του γλυκού με την ησυχία της, αλλά ένα τηλεφώνημα που δέχθηκε, την έκανε να το αναβάλει. Η ταινία άρχιζε σε λίγο, ο Δημήτρης την περίμενε ήδη έξω από τον κινηματογράφο. Ψυχαναγκαστικός όπως πάντα, ήθελε να φτάνει μισή ώρα νωρίτερα. Ετσι, το μόνο που πρόλαβε ήταν να βάλει το κομμάτι σε ένα σακουλάκι και να το πάρει μαζί της για να το μοιραστούν παρακολουθώντας το έργο.
Κατά τις έντεκα, η Άλκηστη – Τούλα – Άληκτη, μπήκε στο σπίτι νυχοπατώντας. Πήγε πρώτα στην κουζίνα, έφαγε λαίμαργα το τελευταίο κομμάτι του γλυκού, γιατί οι ερωτικές ακροβασίες της είχαν ανοίξει την όρεξη, και μετά κατευθείαν στο μπάνιο, να διώξει την έντονη οσμή των ορμονών, πριν εμφανιστεί στο σαλόνι με παντόφλες και πιτζάμες, παριστάνοντας ότι είχε επιστρέψει προ πολλού. Καθόλου δεν χρειάστηκε να ξεδιπλώσει το υποκριτικό ταλέντο της, σχεδόν εξαντλημένο από τις παραστάσεις που έδινε τις προηγούμενες εργάσιμες στα ακροατήρια των δικαστηρίων. Ο Αντώνης, ξύπνησε μετά από δυο – τρεις απαλές σπρωξιές και, νοιώθοντας σκεβρωμένος από τον τρίωρο λήθαργο στον οποίο είχε περιπέσει επί του καναπέως, κατευθύνθηκε αμίλητος, υπνοβατώντας σχεδόν, πρώτα στο μπάνιο, και μετά, στο κρεβάτι του, όπου ο ύπνος τον πήρε όσο το κεφάλι του χαμήλωνε να συναντήσει το μαξιλάρι.
Η Αλκηστη ξάπλωσε δίπλα του στη συζυγική κλίνη μετά από μισή ώρα, περίπου. Βαθιά σκεπτική. Αιφνιδίως, είχε καταλήξει στην οριστική απόφαση να διώξει τον Μηνά και από το γραφείο και από τη ζωή της. Δεν ένοιωθε κανένα ενδοιασμό, καμιά αμφιβολία, γι’ αυτό που είχε αποφασίσει και θα το έκανε την Δευτέρα πρωί – πρωί. Σίγουρα, εκείνος δεν θα αργούσε να βολευτεί αλλού, και μάλιστα καλύτερα, αμέσως μόλις του ανακοίνωνε την αμετάκλητη λήξη των σχέσεών τους, επαγγελματικών και μη. Εντελώς ξαφνικά, δίχως να το περιμένει, ούτε και να το επιδιώξει, είχε συνταιριάξει γεγονότα και κουβέντες, συνειδητοποιώντας ολοκάθαρα ότι ο νεαρός την εκμεταλλευόταν τόσο καιρό, και ότι ήταν και τεμπέλης και αριβίστας.
Τα μεσάνυχτα, η γιαγιά Πανδώρα ξεμύτισε από το δωμάτιό της, ήσυχα – ήσυχα. Πήγε γραμμή στην κουζίνα, κι έβαλε την άδεια πιατέλα του γλυκού στο πλυντήριο πιάτων. Μισογεμάτο ήταν, αλλά εκείνη το έβαλε σε λειτουργία. Ύστερα, έφτιαξε ένα αρωματικό αφέψημα, που απόλαυσε καθισμένη στο τραπέζι. Η Πέρσα, στην αγκαλιά της, έβγαζε αυτόν τον τόσο κατευναστικό, γατίσιο βόμβο όσο η γιαγιά την χάιδευε αφηρημένα, διαβάζοντας το βιβλίο της.
Η γιαγιά ήταν εβδομήντα πέντε χρονών. Λίγα χρόνια πριν, είχε φτάσει πια να πάρει την σύνταξή της και να νοιώσει μια κατ’ ευφημισμό ξενοιασιά. Μέχρι τότε, δούλευε ακατάπαυστα. Στο γραφείο της, στο σπίτι της, παράλληλα μεγαλώνοντας την Άλκηστη, και ύστερα, βοηθώντας στο μεγάλωμα των εγγονιών της. Η ζωή της, από τότε που είχε τελειώσει το Πανεπιστήμιο ήταν ένα βουνό δικογραφίες που δεν χαμήλωνε ποτέ. Ήταν ένας αδιάκοπος αγώνας με τον χρόνο και τις προθεσμίες, στον οποίο κέρδιζε για λίγο.
Ήταν μια αδιάκοπη αναμέτρηση με τις ανάγκες των άλλων και τις δικές της, στην οποία νικούσαν συνήθως οι πρώτες, αφού πέρα από την δουλειά της, είχε καταλήξει, λόγω ειδικότητας, φορτωμένη και με όλες τις υπόλοιπες πρακτικές υποχρεώσεις μιας οικογένειας.
Σαράντα και πλέον χρόνια, είχε παλέψει σκληρά με δύστροπους πελάτες, ανεπαρκείς και αμελείς υπαλλήλους, δόλιους συναδέλφους, είχε παλέψει με δάνεια και τράπεζες, είχε παλέψει με την οικονομική και πολιτική κρίση της χώρας. Αλλά τα είχε καταφέρει. Είχε επιβιώσει δίχως μεγάλες απώλειες. Χήρα πια, δίχως αποθέματα στην Τράπεζα, αφού τα είχαν καταναλώσει οικονομικές αστοχίες του μακαρίτη, υποχρεώσεις της ευρύτερης οικογένειας, αρρώστιες σοβαρές και μη, και φυσικά η πολιτική που έγδυσε στυγνά το πάλαι ποτέ εύρωστο ασφαλιστικό Ταμείο της και της στέρησε το εφάπαξ, είχε υποχρεωθεί αναγκαστικά, λίγο αφότου χήρεψε, να στεγαστεί στο ευρύχωρο διαμέρισμα της κόρης της. Αυτό, που η ίδια, με τον κόπο της, είχε βοηθήσει να αγοραστεί.
Εγκαταστάθηκε αδιαμαρτύρητα στο μοναδικό δωμάτιο που περίσσευε, αυτό της υπηρεσίας. Κάτι, σχεδόν σαν αποθήκη. Στενόμακρο, με άνοιγμα μόνο στο φωταγωγό, ίσα – ίσα που χωρούσε το κρεβάτι της, μια κρεμάστρα και μια καρέκλα. Ας είναι, δεν χρειαζόταν παραπάνω. Όταν ήθελε τον αέρα της, έβγαινε στην απλόχωρη βεράντα του ρετιρέ.
Η γιαγιά Πανδώρα, απολάμβανε έκπληκτη ακόμα, την ελευθερία που είχε ανακαλύψει μετά τα εβδομήντα. Την ελευθερία να μην κάνει σχέδια, λίστες και προγράμματα, να έχει απαλλαγεί από τον πανικόβλητο, μάταιο μαραθώνιο με τον χρόνο που έτρεχε πάντα εις βάρος της. Το μυαλό της τόνοιωθε απροσδόκητα ξεκούραστο, αν και τα μάτια της δεν την βοηθούσαν και πολύ. Εξαιτίας αυτού, το διαζύγιό της με τον υπολογιστή και το διαδίκτυο ήταν βελούδινο, όμως μπορούσε ακόμα να διαβάζει βιβλία, όσο ήθελε, και μόνο όσα εκείνη αγαπούσε.
Θεωρούσε καθήκον της να παρασκευάζει, όπως έκανε πάντα, το καθημερινό φαγητό της οικογένειας, θρεπτικό κατά την απόλυτη κρίση της. Επ’ αυτού, αρνιόταν να δεχτεί παραγγελίες και να κάνει εξαιρέσεις στους κανόνες της. Μόνο τότε, υποκρινόταν ότι είχε «περήφανα» αυτιά, λόγω ηλικίας. Αν είχε κέφια, σκάρωνε και κανένα γλυκό. Οπως είχε κάνει σήμερα.
Τα κότσια της βαστούσαν για να βγαίνει τακτικά τη βόλτα της, και μάλιστα δίχως βακτηρία. Πότε μόνη της, πότε παρέα με την εγγονή της την Ευαγγελία. Αυτό ήταν το γλέντι της. Γιαγιά και εγγονή πήγαιναν περίπατο, σινεμά, για ψώνια και έπιναν το καφεδάκι τους μιλώντας συνεχώς για πολλά και διάφορα. Η Ευαγγελία αστειευόταν ότι οι συζητήσεις τους επί παντός επιστητού, είχαν εξαντλήσει πια όλα τα θέματα, όμως η Πανδώρα τόνιζε ότι η επανάληψη είναι μητέρα της μάθησης.
Η αλήθεια είναι ότι τελευταία, είχε αρχίσει να ξεχνάει λίγο. Δεν είχε την αξίωση να διατηρεί την απύθμενη, ακατάβλητη μνήμη της νιότης και την εξαιρετική της μέσης ηλικίας, όμως κρατούσε σφιχτά την ελπίδα να μην χειροτερέψει. Δεν φοβόταν τον θάνατο, αφού δεν θα ήταν εκεί. Αυτό που πάντα έτρεμε, ήταν ο εκφυλισμός της αυτοσυνείδησής της και ο εκμηδενισμός της αξιοπρέπειάς της, αν έμενε ζωντανή μόνο κατ’ όνομα.
Όταν ξημέρωσε το Σάββατο, η Τζέσικα και ο Αλέξανδρος ξύπνησαν νωρίς, και όχι το μεσημέρι, όπως συνήθιζαν. Αντί να στρωθούν μπροστά στον υπολογιστή, με την τσίμπλα στο μάτι, ή να πιάσουν το κινητό, με διαφορά λίγων λεπτών μεταξύ τους, κατευθύνθηκαν στην κουζίνα όπου βρήκαν τους γονείς τους να παίρνουν το πρωϊνό τους, κουβεντιάζοντας ευδιάθετα. Καθόλου δεν παραξενεύτηκαν, αν και είχαν χρόνια να το δουν αυτό. Κάθησαν και καταβρόχθισαν με απόλαυση από μια μερίδα αυγοφέτες με μέλι και κανέλα -σπεσιαλιτέ που η Αλκηστη νόμιζε πώς είχε ξεχάσει να φτιάχνει. Μετ’ ου πολύ, εμφανίστηκε και η Ευαγγελία. Για να τους ανακοινώσει ότι είχε επιτέλους χωρίσει με τον Δημήτρη και ένοιωθε ξαλαφρωμένη. Γιατί, είχε απαλλαγεί από μια τοξική σχέση που σερνόταν από το Λύκειο και ήταν θεμελιωμένη στην ανασφάλεια και την βόλεψη αμφοτέρων. Από κει και πέρα, τα τρία αδέλφια, εντελώς φυσιολογικά, σαν μια παρέα, έμειναν στην κουζίνα και άρχισαν να κάνουν αστειάκια και να γελάνε, όσο έπιναν τα πρωϊνά ροφήματά τους, κάτω από στοργικά γονεϊκά χαμόγελα.
Λίγο μετά, η Αλκηστη, έχοντας απλώσει τη μπουγάδα, δίχως να περιμένει από τη μάνα της να το κάνει, όπως άλλα Σάββατα, υποστήριξε με θέρμη την πρόταση του Αντώνη, να βγουν όλοι μαζί για μεσημεριανό σε μια παραθαλάσσια ταβέρνα: κάτι που όλοι αποδέχθηκαν, δίχως ενδοιασμούς και επιφυλάξεις. Αντίθετα, με μεγάλο ενθουσιασμό.
Όταν η Πανδώρα βγήκε από το δωμάτιό της, όλοι ετοιμάζονταν πυρετωδώς για την έξοδο.
«Μα τι έβαλες πια, βρε μαμά, μέσα σ’ αυτό το γλυκό;», την ρώτησε -για πλάκα- η Άλκηστη, ψάχνοντας τις γόβες που είχε παρατήσει αποβραδίς. «Δεν μπορεί, κάτι μας έκανε, κάτι καλό, σήμερα όλοι νοιώθουμε παράξενα, διαφορετικά. Και μας αρέσει κιόλας!»
«Α, τίποτε ιδιαίτερο, τη συνηθισμένη συνταγή. Με την αγάπη μου για όλους σας… όπως πάντα», απάντησε η Πανδώρα χαμογελώντας αινιγματικά, ενώ τα μυωπικά μάτια της σπίθιζαν πονηρά πίσω από τα γυαλιά.
«Γιαγιά, θα βγούμε για φαγητό στη θάλασσα, πήγαινε να ντυθείς κι εσύ να φύγουμε τώρα, να προλάβουμε να χαρούμε και λίγο τη λιακάδα», ξεφώνισε η Ευαγγελία, από το δωμάτιό της.
Η Τζέσικα και ο Αλέξανδρος εμφανίστηκαν συγχρόνως στο χωλ, με ύφος μπλαζέ.
«Μα, πόση ώρα θέλετε πια να ετοιμαστείτε;», απόρησε η μικρή, δίχως ίχνος μεϊκάπ και χωρίς το έντονο κραγιόν που διπλασίαζε τον όγκο των χειλιών της και την έκανε να μοιάζει με πάπια.
«Μεγάλοι άνθρωποι, αδελφούλα, τι περιμένεις; Μέχρι να κουνηθούν…», σχολίασε γελαστά ο νεαρός. «Τι μπορώ να κάνω να βοηθήσω;», συνέχισε.
«Εγώ… δεν νομίζω ότι δεν χωράω στο αυτοκίνητο…», μουρμούρισε η Πανδώρα, επιφυλακτικά
«Μα, τι λες!», αναφώνησε συγχισμένη η Άλκηστη, τακτοποιώντας τις ανευρεθείσες γόβες στην παπουτσοθήκη και παίρνοντας να φορέσει τα αθλητικά της. «Είναι δυνατόν να βγούμε να φάμε δίχως εσένα; Αδιανόητο!»
«Πανδώρα, κάνε μου τη χάρη και τράβα ντύσου ΤΩΡΑ! Η αυτοκινητάρα μου είναι στέϊσον βάγκον, το ξέχασες; Υπάρχει και έκτο κάθισμα! Θα βολευτεί εκεί η Τζέσικα, που είναι μικρόσωμη, το ‘χουμε κανονίσει αυτό! Εσένα, η θέση σου είναι μπροστά, δίπλα μου, συνοδηγός!», διέταξε ο Αντώνης, μέσα στα κέφια.
Η Πανδώρα έκανε μεταβολή και πήγε να στολιστεί, υπομειδιώντας. Ωραία μέρα σήμερα, χαρά θεού. Όλα πήγαιναν καλά.
Και υπήρχαν ακόμα, πολλές, πάρα πολλές συνταγές για γλυκά.
Ελένη Ασμάνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
