Έκλεισε πίσω της την πόρτα του πατρικού της, κατευθυνόμενη προς τις σκάλες, κατάχλωμη και με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, σαν μόλις να είχε δει φάντασμα. Με τα μάτια πρησμένα και κόκκινα από το κλάμα, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν καλή ιδέα να κατέβει επτά ορόφους με τα πόδια. Όχι ότι θα την ένοιαζε πια αν γκρεμοτσακίζονταν με όσα έμαθε πριν λίγο, αλλά αποφάσισε να αλλάξει πορεία και πάτησε το κουμπί για το ασανσέρ.
Για καλή της τύχη, ήταν σταματημένο στον έκτο και σύντομα μπήκε μέσα. Το μόνο που ήθελε ήταν να φτάσει στο ισόγειο χωρίς να συναντήσει άνθρωπο και να εξαφανιστεί. Από το πατρικό, από το σπίτι της, από τον κόσμο όλο. Η τύχη όμως αυτή τη φορά δεν ήταν μαζί της. Γενικά το τελευταίο δίωρο έπαψε να πιστεύει οπουδήποτε, στην τύχη, στον εαυτό της, στον Θεό τον ίδιο. Από τον έκτο ανέβηκε ένας νεαρός, που ίσως και να της χαμογέλασε, δεν ήταν σίγουρη. Για τίποτα δεν ήταν σίγουρη πια. Χαμήλωσε το βλέμμα, έσκυψε το κεφάλι για να μη φαίνεται το χάλι της και ξαφνικά, ακούστηκε ένας θόρυβος, ο θάλαμος του ασανσέρ τραντάχτηκε, το φως αναβόσβησε και η κάθοδος διακόπηκε.
Το παλικάρι ψύχραιμο πάτησε ξανά το μηδέν, μα δεν άλλαξε κάτι. Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι και με τον ήδη ταραγμένο ψυχισμό της, έντρομη, ψιθυριστά κλαψούρισε “Θεέ μου βάλθηκες να με δοκιμάζεις σήμερα!”. Το αγόρι απέναντί της άκουσε τα λόγια της και θέλησε να την καθησυχάσει. “Μη φοβάστε, πάλιωσε κι αυτό, σαν την πολυκατοικία. Πολύ συχνά χαλάει. Απλά θα χρειαστεί λίγη ώρα, μέχρι κάποιος να το καταλάβει, να καλέσει τον τεχνικό, να έρθει”. Εκείνη όχι μόνο δεν ησύχασε με τον ευγενικό έφηβο μπροστά της, αλλά αντιθέτως ένιωσε να τελειώνει πια το οξυγόνο της, που από νωρίτερα είχε λιγοστέψει.
– Πνίγομαι! Πνίγομαι!, είπε δυνατά σαν να ήθελε να την ακούσει κάποιος από έξω για να τη βγάλει από κει μέσα ή και μόνο για να το ακούσει η ίδια.
– Μη πανικοβάλλεστε, υπάρχει οξυγόνο και δεν είστε μόνη, είμαι κι εγώ εδώ, όλα καλά θα πάνε, συνέχισε στο ίδιο ήρεμο ύφος το αγόρι, με ένα ζεστό χαμόγελο.
– Όλα καλά θα έπρεπε να πάνε. Θα έπρεπε εγώ να το φροντίζω, όμως εγώ…
– Είστε αναστατωμένη τώρα, από τον φόβο σας.
– Αν ήξερες τι ανίκανη μάνα είμαι… Αν ήξερες τι κακό έχω κάνει…
– Κυρία, κανένας δεν είναι τέλειος. Όλοι έχουμε κάνει λάθη.
– Πνίγομαι! Πνίγομαι, σου λέω! Το παλιό ασανσέρ φταίει… η Πασχαλία δεν μπορούσε πια να σταθεί όρθια. Άφησε το σώμα της κάπως άγαρμπα να πέσει κάτω, τρομάζοντας και τον νεαρό που προσπάθησε να την πιάσει χωρίς επιτυχία. Σωριασμένη πια, ψυχικά και σωματικά, σήκωσε το κεφάλι της, τον κοίταξε στα μάτια και πρόσθεσε μη μπορώντας να κρατήσει άλλο ένα κύμα δακρύων: Οι τύψεις που με πνίγουν φταίνε και τίποτα άλλο.
– Όλα διορθώνονται. Όλα. Αρκεί να το θέλουμε. Αρκεί να το πιστέψουμε. Αρκεί να το προσπαθήσουμε.
Μήπως από το κλάμα δεν έβλεπε καλά; Μήπως από το βουητό στα αυτιά δεν άκουγε καλά; Απέναντί της είχε ένα παιδί συνομήλικο του γιου της, μα ακουγόταν σαν ένας άντρας με μεγάλη εμπειρία ζωής.
– Κι αν σου πω ότι το παιδί μου πριν ένα χρόνο έμπλεξε με ναρκωτικά κι εγώ δεν κατάλαβα τίποτα; Το παιδί μου! Το δικό μου το παιδί, που πολυτιμότερο δεν έχω τίποτα, ούτε την ίδια μου τη ζωή. Που τον έχω μονάκριβο, που έλιωνα από πάνω του πάντα. Που ήμουν περήφανη ότι έχουμε μια σχέση αλήθειας, ότι μου τα έλεγε όλα. Έτσι είχαμε συμφωνήσει. Νόμιζα το είχα κερδίσει. Ήμουν δίπλα του πάντα. Ήμουν;
– Λυπάμαι, ειλικρινά. Μακάρι να μη συνέβαιναν σε κανέναν αυτά, αλλά δυστυχώς τα ναρκωτικά υπάρχουν.
– Το παιδί μου! Το δικό μου το παιδί! Εγώ πού ήμουν; Πότε χάθηκε η επαφή; Πότε έπαψε να μου έχει εμπιστοσύνη; Πώς έμπλεξε; Γιατί έμπλεξε; Τι έχασα; Ένα χρόνο κάνει χρήση κι εγώ…; Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα. Ανίκανη! Άχρηστη μάνα! Το παιδί μου για να φτάσει εδώ κάτι το βασανίζει κι εγώ δεν αντιλήφθηκα τίποτα. Πώς γίνεται αυτό; Κι αν δεν τον έβλεπε τυχαία η κολλητή της μάνας μου στο δρόμο να παίρνει την δόση του από κάποιον, ποιος ξέρει… ίσως και να μη το καταλάβαινα ποτέ, η άχρηστη, η ανίκανη, η χειρότερη μάνα όλου του κόσμου! Στη μέση του δρόμου! Σερνόταν λέει… το παιδί μου! Κι εγώ; Εγώ πού ήμουν; Εγώ ΠΟΥ ήμουν; Δεν τον είδα ποτέ αλλαγμένο; Τίποτα, τίποτα να μη καταλάβω ένα χρόνο; Ποια μάνα θα το έκανε αυτό; Μόνο εγώ… Εγώ… Μου τα ‘λεγε η μάνα μου, χωρισμένη και ψωροπερήφανη που δεν δέχεσαι την βοήθεια του πρώην σου για την φροντίδα του παιδιού, πώς θα τα καταφέρεις; Κι απαντούσα, με την αγάπη που έχω για εκείνο θα τα καταφέρω, δεν έχω ανάγκη κάποιον που δεν μας θέλει, που δεν μας υπολογίζει, που αντί αγάπης θα έδινε λεφτά. Σκατά! Σκατά κατάφερα!
– Στην ερώτησή σας πώς γίνεται αυτό, θα σας απαντήσω πως, γίνεται και μάλιστα εύκολα. Λέγεται λειτουργική χρήση, είναι η ικανότητα κάποιων χρηστών να μη γίνονται αντιληπτοί. Διατηρούν την κανονικότητα στις καθημερινές υποχρεώσεις, αποκρύπτουν με τεχνάσματα, τα σημάδια, τις οσμές, τα κόκκινα μάτια, η χρήση γίνεται σε ελεγχόμενους χώρους και χρόνους για να μη γίνεται αντιληπτή, συνεχίζουν κανονικά την κοινωνική τους ζωή. Σας το λέω με σιγουριά από… πείρα.
Το παιδί έπαψε να μιλάει, κάθισε δίπλα της κατάχαμα και έβαλε στοργικά το χέρι της μέσα στα δικά του. Η γυναίκα σάστισε. Για κάποια δευτερόλεπτα αυτή η σιγή μίλησε στις ψυχές και των δύο.
– Είσαι κι εσύ χρήστης, παιδί μου;, τον ρώτησε διστακτικά.
– Ήμουν. Εύχομαι να μη ξανακυλίσω. Δεν φταίει κανείς. Ούτε εσείς ούτε ο γιος σας.
– Μα πώς; Κάποιος φταίει. Κάτι φταίει. Εγώ…
– Φταίει που είναι τόσο εύκολο να μπλεχτείς. Φταίει που τα ναρκωτικά είναι παντού. Είναι ο κόσμος τόσο σκληρός εκεί έξω κι αυτοί που σκορπούν τον θάνατο τόσο ικανοί και πρόθυμοι να σε μπλέξουν. Πιστέψτε με, ξεκινάς χωρίς να το καταλάβεις και μετά… ο γυρισμός είναι δύσβατος. Τώρα πρέπει να πλησιάσετε με αγάπη τον γιο σας. Τώρα πρέπει να σταθείτε δίπλα του. Σας έχει ανάγκη, αλλά δεν το βλέπει. Μη ρίξετε το φταίξιμο επάνω σας ούτε επάνω του. Αφήστε το πώς έγινε. Επικεντρωθείτε στο πώς θα λύσετε το πρόβλημα.
Άλλη μια παύση ακολούθησε. Μέσα σε λίγες ώρες ανατράπηκε ο κόσμος της δύο φορές. Πριν λίγο, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της, μαθαίνοντας από την μαμά της ότι ο γιος της είναι χρήστης ουσιών. Το ύφος της όταν της αποκάλυπτε όλα όσα έμαθε, την μαχαίρωνε ακόμα πιο βαθιά. Της άξιζε και δεν της άφηνε περιθώρια να ζητήσει βοήθεια ή συμπαράσταση από εκείνη. Έφυγε καταρρακωμένη, μην έχοντας κάπου να πιαστεί, με τις τύψεις και τις ενοχές να καίνε τα σωθικά της. Κλείστηκε στο ασανσέρ με ένα ξένο παιδί που ούτε κατάλαβε πως του εκμυστηρεύτηκε το πόσο άθλια μάνα ήταν κι ενώ περίμενε να την κοιτάξει με το ύφος της νιότης και του χάσματος ανάμεσά τους, με εκείνο το επικριτικό ύφος, με την αηδία και την απογοήτευση που την αντιμετώπισε πριν λίγο η γυναίκα που την έφερε στη ζωή, εκείνο το νέο πλάσμα, έφερε άλλη μια ανατροπή. Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, έγινε το άγγιγμα που είχε ανάγκη, η φωνή που της μαλάκωσε τις ενοχές, η επαφή που της θύμισε την ανθρώπινη υπόστασή μας, τα λάθη μας και τον τρόπο να εκμεταλλευτούμε την επιλογή που πάντα έχουμε να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε την συνθήκη που μας γονάτισε.
Με αυτές τις σκέψεις, με την σιωπή ακόμα ανάμεσά τους, με το χέρι της ακόμα μέσα στα δικά του, με το βλέμμα του να την αγκαλιάζει, το ασανσέρ λειτούργησε κι άρχισε να κατεβαίνει. Είχαν ένα διάστημα πέντε ορόφων μέχρι να ακολουθήσει ο νεαρός την ζωή του κι εκείνη να έρθει αντιμέτωπη με την νέα της πραγματικότητα. Την βοήθησε να σηκωθεί, της σκούπισε τα μάτια, της φίλησε το χέρι και πριν ανοίξει η πόρτα στο ισόγειο της είπε: “θα προσεύχομαι για σας”. Έμεινε να τον κοιτάζει που χαιρετούσε τον κόσμο που περίμενε κάτω, μέχρι που άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας και χάθηκε. “Δεν ρώτησα καν το όνομά σου” μονολόγησε κι έφυγε κι εκείνη.
Πλησίασε τον γιο της χωρίς να τον επικρίνει, χωρίς να του προκαλεί αίσθημα ενοχών και ότι την απογοήτευσε. Ίσα ίσα, έριξε το βάρος επάνω της, του ζήτησε συγνώμη που δεν κατάλαβε, που δεν ήταν εκεί επί της ουσίας κι ας πίστευε μέχρι τότε το αντίθετο. Ο γιος της με τη σειρά του, που περίμενε άλλη αντιμετώπιση, όπως εκείνη που περιέγραφαν άλλοι χρήστες, που οι γονείς τους, τους έριχναν τις ευθύνες, που αποτελούσαν το μίασμα, το στίγμα, την ντροπή της οικογένειας, που προσπαθούσαν να αποκρύψουν το πρόβλημα με τον φόβο του “τι θα πει ο κόσμος”, που κάποιους τους έδιωξαν από τα σπίτια τους, που κάποιους τους σάπισαν στο ξύλο, έπεσε στην αγκαλιά της και ζήτησε βοήθεια και προσπάθησε να ελαφρώσει το ψυχικό φορτίο της. Προτεραιότητά τους ήταν να βγει σώος από το παιχνίδι του θανάτου που κάποιοι στήνουν στις πλάτες νέων παιδιών κι όχι να μετρήσουν ποιος φταίει περισσότερο και ποιος προκάλεσε σε ποιον, πιο πολλές πληγές.
Ζήτησε βοήθεια ειδικών, οπλίστηκε με δύναμη γιατί το ταξίδι θα ήταν μεγάλο, ο εχθρός που είχαν να αντιμετωπίσουν, ισχυρός, ο κόσμος περίεργος και επικριτικός όταν κάτι αφορά άλλους. Πολλά τα μέτωπα. Τα κατάφεραν όμως. Την άφησαν αυτή τη μαύρη σελίδα της ζωής τους πίσω και βγήκαν ακόμα πιο δυνατοί και ενωμένοι. Οι δυο τους, πάντα οι δυο τους, με εκείνο τον σεβασμό και την αγάπη του ενός για τον άλλο, που νικά κάθε εμπόδιο. Ήταν τόσο περήφανη για τον γιο της, για την δύναμη, την θέληση που έδειξε να ελευθερωθεί από την κινούμενη άμμο που τον ρουφούσε πίσω. Δεν επέτρεψε σε κανέναν να την κοιτάξει με λύπηση, ούτε εκείνη, ούτε τον γιο της. Πάλεψε με νύχια και με δόντια να μη μένει ο κόσμος στο παραπάτημά του, αλλά στα σταθερά και γενναία του βήματα να βρει τον δρόμο του.
Και τον βρήκε. Σπούδασε γυμναστική ακαδημία και σαν στόχο στη ζωή του είχε να προωθεί τα παιδιά στον αθλητισμό, στο φως, όχι θάβοντας το δικό του ατόπημα, το δικό του νεανικό σκοτάδι, αλλά τονίζοντάς το σαν παράδειγμα προς αποφυγή.
Δεν συνάντησε ποτέ ξανά το παλικάρι του ασανσέρ. Ρώτησε τους πάντες στην πολυκατοικία, δίνοντας την περιγραφή του. Κανείς δεν τον ήξερε. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όταν πνίγεσαι, όταν χάνεις τον δρόμο, όταν δεν έχεις κάπου να ακουμπήσεις, όταν όλα γύρω σου καταρρέουν, ο Θεός στέλνει έναν άγγελο Του να σε καθοδηγήσει, με διάφορες μορφές, στα πιο απίστευτα μέρη. Ένας τέτοιος ήταν κι εκείνο το αγόρι. Ο δικός της άγγελος, που της έδειξε το φως.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
