Το αρχείο της λήθης – Μέρος 5ο

Προηγούμενο

Τικ – Τακ. Τικ – Τακ.

Ο ήχος δεν ερχόταν πια από πίσω από τον ουρανό. Ερχόταν από μέσα του.

Ο άντρας σήκωσε απότομα το κεφάλι από το γραφείο του. Μπροστά του απλώνονταν χαρτιά, μισάνοιχτοι φάκελοι, εκκρεμότητες, ενώ μια οθόνη φώτιζε ψυχρά τον χώρο. Δεν ήξερε τι ακριβώς τον είχε ταράξει. Ένιωθε μια περίεργη παρόρμηση, μια ώθηση να τρέξει να προλάβει κάτι, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν αυτό.

Έξω από το παράθυρο, ο απογευματινός ουρανός είχε το χρώμα του ξεθωριασμένου χρυσού, και οι δρόμοι έλαμπαν, υγροί από τη βροχή που είχε πέσει νωρίτερα.

Τικ – Τακ.

Σηκώθηκε πριν προλάβει να το σκεφτεί. Πήρε την καπαρντίνα του. Βγήκε στον δρόμο χωρίς να ξέρει πού πάει. Έστριψε σε δρόμους που δεν συνήθιζε να παίρνει. Προσπέρασε φανάρια, βιτρίνες, ένα περίπτερο, μια στάση λεωφορείου όπου δυο άνθρωποι μιλούσαν χαμηλόφωνα, ένα παιδί που τραβούσε ανυπόμονα τη μητέρα του απ’ το χέρι. Όλα έμοιαζαν συνηθισμένα κι όμως εκείνος ένιωθε πως κάτι είχε αλλάξει. Κάθε τόσο νόμιζε πως άκουγε πίσω του ένα ρυθμικό, επίμονο τικ-τακ.

Όταν έφτασε σε μια γέφυρα, η υγρασία από το ποτάμι τον έκανε να νιώσει ρίγος. Και τότε την είδε: στεκόταν από την άλλη πλευρά του κιγκλιδώματος. Τα μαλλιά της ήταν τυρκουάζ, μοιάζοντας με κύματα θάλασσας. Το σώμα της ήταν ακίνητο, το βλέμμα της καρφωμένο στο κενό.

Ο άντρας πάγωσε. Δεν ήξερε γιατί η μορφή της του φάνηκε τόσο οικεία. Δεν ήξερε γιατί ένιωθε τη βεβαιότητα ότι, αν την άφηνε να χαθεί, κάτι μέσα του θα χανόταν για πάντα.

«Δεσποινίς!» φώναξε.

Η κοπέλα γύρισε ελάχιστα το κεφάλι. Για μια στιγμή τον κοίταξε σαν να τον ήξερε. Ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα στο νερό. «Δε γίνεται αλλιώς» είπε ήρεμα.

Ο άντρας έκανε ένα βήμα μπροστά. «Γίνεται» είπε χωρίς να ξέρει γιατί ήταν τόσο βέβαιος.

Τα δάχτυλα της κοπέλας έσφιξαν το μεταλλικό κιγκλίδωμα. Τα μάτια της γυάλισαν, από εκείνη την εξάντληση που έρχεται όταν κάποιος έχει κουραστεί να ζει την ίδια ακριβώς ζωή ξανά και ξανά, σαν να μην υπάρχει καμία άλλη εκδοχή.

Τικ – Τακ.

Ο άντρας άκουσε καθαρά τον ήχο μέσα στο μυαλό του. Την ίδια στιγμή, η κοπέλα πήδηξε. Το σώμα της βούλιαξε στο νερό. Ο άντρας πέρασε το κιγκλίδωμα και βούτηξε πίσω της.

Το νερό ήταν παγωμένο και πιο σκοτεινό απ’ όσο έδειχνε από ψηλά. Τον κατάπιε ολόκληρο. Για λίγα δευτερόλεπτα υπήρχε μόνο θολό φως, πίεση και μια μορφή που βυθιζόταν λίγο πιο πέρα σαν γαλάζιο κομμάτι του απογεύματος που έσβηνε.

Άπλωσε το χέρι και την άρπαξε από τον ώμο. Την τράβηξε προς τα πάνω με όση δύναμη είχε. Τα πνευμόνια του έκαιγαν. Το σώμα του πονούσε. Για μια στιγμή νόμιζε πως δεν θα τα καταφέρει. Έφτασε στην επιφάνεια. Το φως τούς τύλιξε. Ρούφηξε λαίμαργα τον αέρα και άρχισε να βήχει.. Με κόπο, κατάφερε να φτάσει στην όχθη. Σύρθηκε στα βρεγμένα τσιμέντα τραβώντας την μαζί του. Την ακούμπησε ανάσκελα. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό, τα μάτια κλειστά και τα χείλη της είχαν χάσει το χρώμα τους.

«Όχι» ψιθύρισε.

Για μια στιγμή το τικ-τακ σώπασε. Ο άντρας ένιωσε έναν παράλογο τρόμο, σαν να μην κινδύνευε μόνο εκείνη, αλλά κι ένας ολόκληρος δρόμος που δεν είχε ακόμη προλάβει να ακολουθήσει.

Ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της και της έδωσε το φιλί της ζωής. Και τότε, μια ανάμνηση ξεπήδησε στο μυαλό του: μια λευκή γραμμή στον ουρανό ̇ ένα παιδικό αυτοκίνητο κάτω από μια γέφυρα ̇ μαλλιά χυμένα στο πίσω κάθισμα σαν θάλασσα ̇ ένα μήλο κατακόκκινο σαν αίμα ̇ μια φωνή που του ψιθύριζε: διάλεξε τον δρόμο σου.

Η κοπέλα τινάχτηκε απότομα. Έβηξε. Νερό βγήκε από τα χείλη της. Τα βλέφαρά της έτρεμαν. Ο άντρας έμεινε σκυμμένος από πάνω της, λαχανιασμένος, μούσκεμα, με τα χέρια του να τρέμουν.

Εκείνη άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε. «Άργησες» ψιθύρισε. «Και όταν αργείς πολύ, στο τέλος ξεχνάς τι ήταν αυτό που κυνηγούσες».

Ο άντρας ένιωσε όλο του το σώμα να παγώνει. Αισθάνθηκε πως είχε ακούσει ξανά τη φωνή της, ίσως σε κάποιο όνειρο, ίσως μέσα σε έναν κόσμο ραμμένο πρόχειρα για να μη θυμούνται οι άνθρωποι όσα έχασαν.

Ο ήλιος είχε κατέβει χαμηλά. Το απόγευμα έσβηνε σιγά σιγά πίσω από τα κτίρια και για μια στιγμή το φως πάνω στο ποτάμι έμοιασε με σπασμένο γυαλί.

Ο άντρας σήκωσε ενστικτωδώς το κεφάλι. Ξαφνικά ο ουρανός του φάνηκε γεμάτος λευκούς δρόμους. Η κοπέλα έτρεμε ακόμη. Έσκυψε πιο κοντά της. Έβγαλε την καπαρντίνα του και την τύλιξε όσο καλύτερα μπορούσε. Εκείνη άγγιξε το μανίκι του. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

Μακριά, πολύ μακριά, ένα ρολόι άρχισε πάλι να μετρά.

Τικ – Τακ. Τικ – Τακ.

Και τότε, σε έναν άλλο κόσμο, ακριβώς πίσω από αυτόν που ζούσαν, δυο λευκές γραμμές διασταυρώθηκαν στον ουρανό, συνέχισαν παράλληλα την πορεία τους κι έπειτα ξεθώριασαν στο απέραντο γαλάζιο. Η ζωή τούς έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία για να ξεκινήσουν και πάλι από την αρχή.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading