Το τέλος της κατάρας – Μέρος 1ο

Η κατάρα του επαγγέλματος για τον Δρ. Αλέξανδρο Αποστόλου, ήταν απλή και κυνικά ξεκάθαρη: γνώριζε ακριβώς πότε μια καρδιά σταματά να χτυπά, αλλά είχε ξεχάσει πώς είναι όταν ξεκινά να ζει.

Στα σαράντα του, με ένα όνομα που οι συνάδελφοί του ψιθυρίζουν με δέος στους διαδρόμους της καρδιοχειρουργικής κλινικής, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το στηθοσκόπιο λειτουργεί και ως τοίχος. Δεν ήταν η κούραση, ούτε οι εξαντλητικές εφημερίες που σκότωναν κάθε σχέση πριν καν ξεκινήσει. Ήταν η βεβαιότητα πως όποιος ανοίγει στήθη για να διορθώνει βαλβίδες, χάνει το δικαίωμα να ταράζεται από ένα άγγιγμα.

Είχε χτίσει την ζωή του πάνω σε αυτή την ιατρική δεισιδαιμονία, χρησιμοποιώντας την επιστήμη ως ασπίδα, μέχρι εκείνη την Κυριακή που εμφανίστηκε στον κοινόχρηστο κήπο του συγκροτήματος όπου έμενε, ακριβώς κάτω από το παράθυρο του γραφείου του.

Ήταν μια Κυριακή από εκείνες που η μοναξιά του έμοιαζε με χειρουργικό ατσάλι: ψυχρή και απόλυτη. Κοίταξε έξω και την είδε. Όχι αμέσως. Πρώτα είδε τις κούτες, στοιβαγμένες άτσαλα δίπλα στο παγκάκι του κήπου, κάποιες ήταν μισάνοιχτες και κάποιες είχαν ένα όνομα γραμμένο στο πλάι. Σοφία. Μετά την είδε. Στεκόταν με την πλάτη μισογυρισμένη προς το κτίριο, κρατώντας ένα κομμάτι σκοινί που μόλις είχε κόψει. Δεν έκανε βιαστικές κινήσεις. Δεν έμοιαζε χαμένη, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι όταν μετακομίζουν. Υπήρχε μια παράξενη οικονομία στις κινήσεις της, σαν να αφαιρούσε το περιττό πριν καν εμφανιστεί.

Δεν ήταν τυπικά όμορφη, αλλά κάτι εξέπεμπε, όχι κάτι που τραβούσε το βλέμμα, αλλά κάτι που το κρατούσε.

Έσκυψε, άνοιξε μια κούτα και άρχισε να βγάζει αντικείμενα χωρίς να τα κοιτάζει πραγματικά, σαν να ήξερε ήδη τι ήταν το καθένα. Τα άφηνε δίπλα της με τάξη, όχι συμμετρική αλλά σωστή. Αυτό τον ενόχλησε χωρίς να ξέρει γιατί. Οι περισσότεροι άνθρωποι ψάχνουν. Εκείνη όχι.

Έμεινε να παρατηρεί. Δεν τον είχε δει ακόμη. Κι αυτό παραδόξως, τον έκανε να μην απομακρυνθεί.

Κάτι γλίστρησε από τα χέρια της. Ένας ήχος μικρός, ξύλινος, σχεδόν ανεπαίσθητος. Το αντικείμενο χτύπησε στο πλακόστρωτο και σταμάτησε λίγα εκατοστά από το πόδι του παγκακιού. Δεν έσκυψε αμέσως να το πάρει. Το κοίταξε, σαν να περίμενε να δει αν θα σπάσει από μόνο του.

Ο Αλέξανδρος δεν θυμόταν πότε αποφάσισε να κατέβει. Την επόμενη στιγμή βρισκόταν ήδη στον διάδρομο με το χέρι στο πόμολο. Όταν έφτασε στον κήπο, εκείνη είχε ήδη γονατίσει. Το αντικείμενο, ένα μικρό ξύλινο πλαίσιο, το κρατούσε με προσοχή, όχι φόβο. Με τα δάχτυλα, άγγιξε την ρωγμή στην γωνία, σχεδόν τρυφερά.
Στάθηκε λίγα βήματα μακριά.

– Έσπασε;
Η φωνή του ακούστηκε πιο χαμηλή απ’ όσο περίμενε. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα. Τον κοίταξε κατευθείαν. Όχι με απορία.
– Όχι ακόμη, είπε. Αλλά ήταν θέμα χρόνου.
Δεν χαμογέλασε. Πλησίασε λίγο περισσότερο, χωρίς να το συνειδητοποιήσει.
– Θέλετε… άρχισε αλλά σταμάτησε. Δεν ήξερε ακριβώς τι προσέφερε.
Η κοπέλα κοίταξε τα χέρια του, όχι το πρόσωπό του αλλά τα χέρια. Τα κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο επιτρέπει η ευγένεια.
– Εσείς διορθώνετε πράγματα; τον ρώτησε.
Η ερώτηση τον βρήκε απροετοίμαστο.
– Ναι, απάντησε τελικά, Αλέξανδρος.
Έγνεψε σαν να επιβεβαίωνε κάτι που ήδη ήξερε.
– Εγώ προσπαθώ να μην τα χαλάω περισσότερο. Σοφία.
Τότε χαμογέλασε. Ελάχιστα. Και για μια στιγμή δεν ήξερε αν αυτό που ένιωσε ήταν ενδιαφέρον ή προειδοποίηση.

Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, ο Αλέξανδρος διαπίστωσε ότι η παρουσία της Σοφίας στον πρώτο όροφο λειτουργούσε σαν μια επίμονη, χαμηλή συχνότητα που διαπερνούσε τοίχους. Αυτός συνέχιζε το εξαντλητικό του πρόγραμμα: ξύπνημα στις πέντε το πρωί, διάβασμα των τελευταίων ιατρικών δημοσιεύσεων για τις εξωσωματικές κυκλοφορίες, οκτώ με δέκα ώρες στο χειρουργείο και επιστροφή σε ένα σπίτι που μύριζε απολύμανση και μοναξιά.

Η Σοφία από την άλλη, είχε ένα δικό της, εντελώς ακατανόητο ωράριο. Ως συντηρήτρια έργων τέχνης στο Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά και με δικές της ιδιωτικές αναθέσεις, δούλευε συχνά μέχρι τα ξημερώματα. Πολλές φορές επιστρέφοντας από μια επείγουσα εφημερία στις τρεις το πρωί, ο Αλέξανδρος έβλεπε το φως του παραθύρου αναμμένο. Μια κίτρινη, ζεστή σχισμή στο σκοτάδι.

Συναντήθηκαν ξανά ένα απόγευμα Τετάρτης στην είσοδο. Εκείνη κουβαλούσε έναν μεγάλο χαρτονένιο κύλινδρο και μια τσάντα που μύριζε έντονα διαλύτη και ξύλο.
– Χρειάζεστε βοήθεια; ρώτησε ο Αλέξανδρος, πιάνοντας την πόρτα.
– Πάντα, απάντησε η Σοφία, με μια ειλικρίνεια που τον ξένισε. Αλλά για την ώρα αρκεί να μου κρατήσετε αυτό.
Του έδωσε τον κύλινδρο. Ανέβηκαν μαζί τα σκαλιά.

– Δύσκολη μέρα; τον ρώτησε, κοιτάζοντας τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του.
– Μια τυπική μέρα, απάντησε ξερά. Μια αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας που κράτησε επτά ώρες. Ο ασθενής είναι σταθερός, αλλά ναι… η κούραση μένει.
– Επτά ώρες πάνω από μια ανοιχτή καρδιά, ψιθύρισε η Σοφία καθώς σταμάτησαν στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου. Πώς αντέχεται τόση ευθύνη, Αλέξανδρε;
Ήταν η πρώτη φορά που πρόφερε το όνομά του. Ακούστηκε παράξενα οικείο, σαν να το είχε ξαναπεί πολλές φορές στο παρελθόν.
– Δεν σκέφτεσαι την ευθύνη εκείνη την ώρα. Αν την σκεφτείς το χέρι σου θα τρέμει. Γίνεσαι ένα εργαλείο. Ψυχρό, ακριβές. Δεν υπάρχει χώρος για συναίσθημα. Ούτε για τον ασθενή, ούτε για τον εαυτό σου.
Η Σοφία τον κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα της δεν είχε οίκτο που συνήθως εισέπραττε από τους άλλους, ούτε τον θαυμασμό. Είχε μια βαθιά, αναλυτική περιέργεια.
– Αυτό είναι τοίχος, όχι εργαλείο, είπε απαλά. Και οι τοίχοι προστατεύουν αλλά κρατούν και το φως έξω.
– Οι τοίχοι κρατούν τα πράγματα στην θέση τους, Σοφία, αντέτεινε, νιώθοντας την ανάγκη να υπερασπιστεί το οχυρό του. Στη δουλειά μου, αν αφήσεις τα πράγματα να μετακινηθούν, ο ασθενής πεθαίνει.
– Στην δική μου δουλειά, απάντησε η Σοφία ξεκλειδώνοντας την πόρτα της, αν δεν αφήσεις το υλικό να αναπνεύσει, αν δεν καταλάβεις την φθορά του και δεν την αποδεχτείς, δεν μπορείς να το σώσεις. Η τέλεια σταθερότητα είναι χαρακτηριστικό των νεκρών πραγμάτων.
Του χαμογέλασε και πήρε τον κύλινδρο από τα χέρια του.
– Ελάτε για ένα καφέ κάποια στιγμή. Όταν δεν θα είστε «εργαλείο» αλλά απλώς ο Αλέξανδρος.

Εκείνο το βράδυ, δεν μπόρεσε να διαβάσει. Κάθισε στην πολυθρόνα του γραφείου του, με το βιβλίο ανοιχτό στην σελίδα 412 μιας μελέτης για τις επιπλοκές των στεφανιαίων παρακάμψεων, αλλά οι λέξεις δεν έβγαζαν νόημα. «Η τέλεια σταθερότητα είναι χαρακτηριστικό των νεκρών πραγμάτων» είχε πει.

Ένιωσε μια ξαφνική, ενοχλητική ζέστη στο στήθος. Ήταν θυμός; Ή μήπως κάτι άλλο, πιο επικίνδυνο, που είχε να νιώσει χρόνια;

Από τότε που είχε ξεκινήσει την ειδικότητα, είχε πάρει μια συνειδητή απόφαση: ο έρωτας, οι δεσμεύσεις, οι βαθιές ανθρώπινες επαφές ήταν πολυτέλειες για εκείνους που έχουν σταθερά ωράρια και προβλέψιμες ζωές. Ποια γυναίκα θα ανεχόταν έναν άντρα που μπορούσε να ακυρώσει ένα δείπνο επειδή ένα ανεύρυσμα αποφάσισε να ραγίσει; Ποιος θα άντεχε την πνευματική απουσία κάποιου, το άγχος που τον ακολουθούσε στο σπίτι σαν σκιά, το γεγονός ότι συχνά χρειαζόταν ώρες σιωπής για να αποβάλλει την ένταση του θανάτου; Είχε πείσει τον εαυτό του ότι αυτή η απομόνωση ήταν μια θυσία απαραίτητη για το καλό των ασθενών του. Αλλά τώρα η Σοφία είχε έρθει με τα λερωμένα από χρώματα χέρια της και την ήρεμη φωνή της και είχε αρχίσει και έξυνε το βερνίκι της προστασίας του.
«Δεν πρέπει να την αφήσεις να πλησιάσει» σκέφτηκε. «Είναι επικίνδυνο, για εκείνη και για σένα».

Την επόμενη Κυριακή όμως βρέθηκε να χτυπά την πόρτα της.

Το διαμέρισμα της Σοφίας δεν έμοιαζε καθόλου με το δικό του. Εκεί που ο Αλέξανδρος είχε λευκούς τοίχους, μινιμαλιστικά έπιπλα και απόλυτη τάξη, η Σοφία είχε χρώματα, βιβλία στοιβαγμένα στο πάτωμα, μισοτελειωμένους πίνακες και μια έντονη μυρωδιά από λινέλαιο, κερί και καφέ.
– Περάστε, είπε εκείνη, φορώντας μια φαρδιά ποδιά γεμάτη λεκέδες. Συγχωρέστε το χάος. Δουλεύω πάνω σε έναν πίνακα του 19ου αιώνα και έχει σοβαρές αλλοιώσεις στο χρώμα.
Ο Αλέξανδρος στάθηκε στη μέση του δωματίου.
– Είναι εντυπωσιακό, είπε κοιτάζοντας έναν καμβά που απεικόνιζε μια γυναίκα σε ένα παράθυρο. Το πρόσωπό της ήταν εν μέρει καλυμμένο από μια λευκή κρούστα.
– Είναι οξειδωμένο βερνίκι, εξήγησε η Σοφία, πλησιάζοντας και προσφέροντάς του μια κούπα ζεστό καφέ. Οι παλιοί συντηρητές πίστευαν ότι όσο περισσότερο βερνίκι έβαζαν, τόσο καλύτερα προστάτευαν το έργο. Αλλά με τα χρόνια το βερνίκι κιτρινίζει, σκληραίνει και τελικά πνίγει τα αρχικά χρώματα. Η δική μου δουλειά είναι να το αφαιρέσω σιγά σιγά.
– Και δεν φοβάσαι μήπως καταστρέψεις το πρωτότυπο;
– Πάντα υπάρχει αυτός ο φόβος, είπε η Σοφία και τον κοίταξε με εκείνο το διεισδυτικό βλέμμα. Αλλά αν δεν ρισκάρεις να αφαιρέσεις το παλιό στρώμα, δεν θα δεις ποτέ την αλήθεια του έργου. Το ίδιο δεν ισχύει και για τους ανθρώπους;
Ο Αλέξανδρος άφησε την κούπα στο τραπέζι. Η καρδιά του, αυτή ήξερε μόνο να επισκευάζει, άρχισε να χτυπά με έναν ρυθμό που δεν μπορούσε να ελέγξει.

– Σοφία, εγώ δεν είμαι έργο τέχνης. Είμαι ένας άνθρωπος με ένα πρόγραμμα που δεν μου ανήκει. Η ζωή μου ανήκει στο νοσοκομείο. Δεν έχω χρόνο για… για κανονικές ανθρώπινες σχέσεις. Δεν μπορώ να προσφέρω σταθερότητα. Δεν μπορώ να είμαι εκεί όταν πρέπει.
– Ποιος σου ζήτησε να είσαι εκεί «όταν πρέπει»; ρώτησε εκείνη ήρεμα, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος του.
– Είναι η φύση του επαγγέλματός μου! απάντησε και η φωνή του υψώθηκε, προδίδοντας την εσωτερική του ταραχή. Καμία γυναίκα δεν το ανέχεται αυτό. Το έχω δει να συμβαίνει. Συναδέλφους να χωρίζουν, σπίτια να διαλύονται. Δεν θέλω να πληγώσω κανέναν. Προτιμώ να είμαι μόνος μου. Είναι πιο ασφαλές.

– Ασφαλές για ποιον; Για εκείνες ή για σένα;
– Για όλους!
– Λες ψέματα στον εαυτό σου, Αλέξανδρε, είπε η Σοφία. Ήταν πλέον τόσο κοντά που μπορούσε να μυρίσει τον καφέ και το άρωμα λεβάντας που αναδυόταν από τα μαλλιά της. Φοβάσαι. Φοβάσαι ότι αν αφεθείς, αν αγαπήσεις κάποιον, θα χάσεις τον έλεγχο. Και ο έλεγχος είναι το μόνο πράγμα που σε κρατάει όρθιο πάνω από το χειρουργικό τραπέζι.
– Και τι πειράζει αυτό; ρώτησε σχεδόν απελπισμένα. Αν χάσω τον έλεγχο κάποιος μπορεί να πεθάνει.
– Στο χειρουργείο ναι, συμφώνησε εκείνη με μια εκπληκτική γλυκύτητα. Αλλά εδώ έξω Αλέξανδρε, αν δεν χάσεις τον έλεγχο είσαι ήδη νεκρός. Και είναι κρίμα. Γιατί έχεις πολύ όμορφα χέρια. Χέρια που ξέρουν να θεραπεύουν αλλά φοβούνται να χαϊδέψουν.

Άπλωσε τα χέρια της και άγγιξε τα δικά του. Τα δάχτυλά της ήταν ζεστά, ελαφρώς τραχιά από την δουλειά, αλλά το άγγιγμά της ήταν σαν ηλεκτρικό ρεύμα που διαπέρασε την  πανοπλία του. Ο Αλέξανδρος δεν τραβήχτηκε. Έμεινε ακίνητος, νιώθοντας τον τοίχο που είχε χτίσει τόσα χρόνια να ραγίζει.

Οι επόμενοι μήνες ήταν μια συνεχής άσκηση ισορροπίας σε τεντωμένο σκοινί. Ο Αλέξανδρος ένιωθε διχασμένος ανάμεσα σε δυο κόσμους. Από την μια, ο καθαρός, αποστειρωμένος κόσμος του νοσοκομείου όπου όλα είναι μετρήσιμα και ελεγχόμενα. Από την άλλη ο κόσμος της Σοφίας, που ήταν γεμάτος απρόβλεπτες στιγμές, γέλια τα μεσάνυχτα πάνω από ένα κουτί πίτσα και συζητήσεις για την τέχνη και την ζωή που κρατούσαν μέχρι το πρωί.

Υπήρχαν μέρες που ο γιατρός μέσα του ένιωθε ότι δεν θα τα κατάφερνε. Μια Τρίτη του Νοεμβρίου, μια επέμβαση πήγε στραβά. Ο ασθενής, ένας άντρας γύρω στα πενήντα υπέστη σοβαρή αιμορραγία και ο Αλέξανδρος χρειάστηκε να παλέψει εννιά ώρες για να τον κρατήσει στην ζωή. Όταν τελείωσε, ήταν πνευματικά και σωματικά εξουθενωμένος. Είχε ακυρώσει το ραντεβού που είχε με την Σοφία για να πάνε σε μια έκθεση.

Επέστρεψε στο σπίτι στις έντεκα το βράδυ, με το κεφάλι του να πονάει και την παλιά του ενοχή να τον πνίγει. «Να τα πάλι» σκέφτηκε. « Η κατάρα. Δεν μπορείς να έχεις και τα δυο»

Πριν προλάβει να βάλει το κλειδί στην πόρτα του, η πόρτα του πρώτου ορόφου άνοιξε. Η Σοφία βγήκε στο πλατύσκαλο. Δεν φορούσε την ποδιά της αλλά μια ζεστή πλεκτή ζακέτα.
– Είσαι καλά: ρώτησε.
– Όχι, είπε εκείνος με ειλικρίνεια. Ήταν μια τρομερή μέρα. Σου χάλασα την βραδιά. Λυπάμαι Σοφία. Σου το είχα πει. Αυτή είναι η ζωή μου. Δεν μπορώ να αλλάξω.
Περίμενε να δει την απογοήτευση στο πρόσωπό της. Περίμενε τα παράπονα που είχε ακούσει στο παρελθόν από άλλες γυναίκες. Αντ’ αυτού, η Σοφία κατέβηκε τα λίγα σκαλιά που τους χώριζαν, τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Η αγκαλιά της ήταν σφιχτή, ζεστή και δεν ζητούσε τίποτα. Ήταν απλώς μια προσφορά καταφυγίου.

– Δεν μου χάλασες τίποτα., ψιθύρισε στο στήθος του. Η έκθεση θα είναι εκεί και αύριο. Εσύ όμως είσαι εδώ τώρα. Και αυτό είναι το μόνο που με νοιάζει.
Ο Αλέξανδρος ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται. Η εσωτερική πάλη, που τον ταλαιπωρούσε για μήνες άρχισε να καταλαγιάζει. Δεν ήταν ανάγκη να επιλέξει ανάμεσα στην ιατρική και τον έρωτα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να επιτρέψει στον εαυτό του να είναι ευάλωτος.

– Πώς το κάνεις αυτό; την ρώτησε κρατώντας την κι εκείνος σφιχτά. Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανοιχτή, ενώ ξέρεις πόσο δύσκολο είναι;
– Επειδή ο έρωτας δεν είναι συντήρηση σε μουσείο. Δεν τον βάζεις πίσω από ένα τζάμι για να μην φθαρεί. Τον ζεις. Με τις ρωγμές του, τις καθυστερήσεις του, με τα όλα του. Αν σπάσει κάτι, θα το διορθώσουμε μαζί. Εσύ ξέρεις από καρδιές κι εγώ από υπομονή. Είμαστε καλός συνδυασμός.

Ένας χρόνος είχε περάσει μετά την πρώτη τους συνάντηση στον κήπο. Εκείνος στεκόταν στο ίδιο παράθυρο και κοιτούσε το παγκάκι που καθόταν τότε η Σοφία. Χαμογέλασε… έτσι απλά. Χαμογέλασε γιατί πίστεψε πως η κατάρα του επαγγέλματος είχε λυθεί. Όχι γιατί τα ωράρια έγιναν καλύτερα και το άγχος εξαφανίστηκε, αλλά γιατί είχε βρει κάποια που ήξερε να αγαπά. Όχι την τελειότητα, αλλά την ίδια την ζωή με όλες τις ρωγμές της.

Νατάσα Ξαγοράρη

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading